του Γιάννη Μουγγολιά
Δυο τεράστιες τραγωδίες στο χώρο της τζαζ μνημονεύονται στο τέλος του Ιουνίου και εδώ και πολλά χρόνια άφησαν το θλιβερό αποτύπωμά τους στη μουσική ιστορία στερώντας την από δυο κορυφαίους εκπρόσωπους του είδους, οι οποίοι έπαψαν να «ηχούν» στο απόγειο της φόρμας τους, πολύ νέοι. Η πρώτη αφορούσε τον θάνατο του κορυφαίου τρομπετίστα και συνθέτη Clifford Brown που άφησε την τελευταία του πνοή στα 25 του στην άσφαλτο σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πριν από 70 χρόνια, στις 26 Ιουνίου 1956 και η δεύτερη τον θάνατο του σπουδαίου πνευστού (φλάουτο, άλτο σαξόφωνο και μπάσο κλαρινέτο) και συνθέτη Eric Dolphy πριν από 62 χρόνια, στις 29 Ιουνίου 1964, εννέα μόλις μέρες μετά από τα 36α του γενέθλια υπό αδιευκρίνιστες ακριβώς συνθήκες που σχετίζονταν όμως με διαβητικό σοκ και πολύ πιθανόν με ιατρική αμέλεια.
Ο Clifford Brown βρισκόταν σε μια ηλικία που δεν γνωρίζουμε πώς ακριβώς θα εξελισσόταν αυτό το ανυπέρβλητο ταλέντο που είχε ήδη λάμψει σε ηχογραφήσεις τεσσάρων χρόνων. Αν ήδη μέχρι τότε είχε τέτοια δείγματα δεξιοτεχνίας, ερμηνευτικής πληρότητας και ωριμότητας, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τι θα γινόταν τα επόμενα χρόνια αν ζούσε.
Το μοιραίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα
Στις 26 Ιουνίου 1956, ημέρα Σάββατο ταξίδευε όλη τη νύχτα με αυτοκίνητο από τη Φιλαδέλφεια προς το Σικάγο ενόψει μιας επικείμενης συναυλίας που θα έδινε. Στο αυτοκίνητο επέβαινε και ο συνεργάτης πιανίστας του Richie Powell, ο οποίος ήταν ο αδελφός του σπουδαίου πιανίστα Bud Powell, ενώ οδηγούσε η σύζυγος του Richie, Nancy προκειμένου να κοιμηθούν οι δυο μουσικοί και να είναι ξεκούραστοι. Κάποια στιγμή, στις 1.15πμ το Σάββατο στον αυτοκινητόδρομο Pennsylvania Turnpike κοντά στο Μπέντφορντ, το αυτοκίνητο ξέφυγε από τον έλεγχο της οδηγού και ενώ το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο, προσέκρουσε σε ένα φράγμα και κύλησε κάτω από ένα ανάχωμα προκαλώντας αυτόματα τον θάνατο και των τριών επιβατών.

Ωστόσο δεν ήταν το μοναδικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα που συνέβη στη βραχύχρονη ζωή του Clifford Brown αφού έναν ακόμα Ιούνιο έξι χρόνια πριν (3 Ιουνίου 1950) ο Clifford Brown τη γλίτωσε παρά τρίχα από ένα επίσης σφοδρό, θανατηφόρο ατύχημα στους δρόμους. Τόπος του μοιραίου δυστυχήματος αυτή τη φορά ήταν η Γέφυρα Μνήμης κοντά στην ιστορική Πρεσβυτεριανή Εκκλησία Μανόκιν της Πριγκίπισσας Άννας. Ο τρομπετίστας Samuel Turner και η πιανίστρια Wanda Shevenry, φοιτητές του Κρατικού Πανεπιστημίου του Μέριλαντ από το Σικάγο τραυματίστηκαν θανάσιμα ενώ υπήρξαν άλλοι 6 τραυματίες. που υπέστησαν θανάσιμους τραυματισμούς στο αυτοκινητιστικό ατύχημα. Ο Clifford Brown υπέστη σοβαρούς τραυματισμούς και χρειάστηκε ένας χρόνος για να αναρρώσει από αυτούς νοσηλευόμενος, κάτι που ουσιαστικά για σημαντικό χρονικό διάστημα μέχρι το 1952 ακύρωσε την καριέρα του και τον έβγαλε εκτός σχεδίων. Σχέδια που καταγράφονταν συναρπαστικά και φιλόδοξα αφού από τον καιρό εκείνο βρισκόταν στην εμπροσθοφυλακή των πιο περιζήτητων μουσικών λόγω των αναμφισβήτητων ικανοτήτων του αλλά και του ραγδαία αναπτυσσόμενου ταλέντου του. Θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να διαπιστώσουμε αν ζούσε πώς θα λειτουργούσε τα μετέπειτα χρόνια όπου η άνθηση των ειδών της Hard Bop και της Jazz Fusion μεσουρανούσε.
Ο Clifford Brown έκανε απίστευτα πράγματα στην τρομπέτα. Δεν είναι τυχαίο ότι στους κόλπους των τζαζόφιλων των 1950s έχαιρε βαθιάς εκτίμησης και ανήκε στη μαγική τριάδα των καλύτερων τρομπετών της τζαζ μαζί με τον Dizzy Gillespie και τον Miles Davis. Tη χρονιά που ο «Brownie» σκοτώθηκε μάλιστα ο Dizzy ήταν 38 ετών και ο Miles 30 ετών. Το παίξιμο του Clifford Brown τα είχε όλα. Από τη μια πλευρά το λυρικό, υποδειγματικό στυλ και ένα βαθιά συναισθηματικό και γλυκό ήχο που χρωμάτιζε μοναδικά τις συνθέσεις και έφερε μια πραγματική επανάσταση στα έως τότε δεδομένα της bebop και από την άλλη τα υψηλών ταχυτήτων, μοναδικής διαύγειας, δυναμικά του σόλο που ξεσήκωναν τους ακροατές.


Την περίοδο της ανάρρωσης του Clifford Brown από το πρώτο ατύχημα, ο DizzyGillespie που τον είχε ακούσει το 1949 (έναν χρόνο πριν το ατύχημά του αυτό) στη Φιλαδέλφεια, στάθηκε δίπλα του ως θερμός συμπαραστάτης του αφού τον επισκέφτηκε και τον ενθάρρυνε να εγκαταλείψει το κολέγιο, να επικεντρωθεί στα παιξίματα και να γίνει επαγγελματίας μουσικός. Εκτός του Gillespie, τον Clifford Brown ενθάρρυναν και άλλοι δυο σπουδαίοι πνευστοί της τζαζ, ο Charlie Parker και ο Fats Navvaro, ο ήχος του οποίου επηρέασε καίρια το παίξιμο του Brown.
Από το 1952 έως το 1956 για τέσσερα χρόνια η καριέρα και η δημιουργικότητά του κτύπησαν κόκκινο. Απανωτές ηχογραφήσεις τόσο στα προσωπικά του άλμπουμ όσο και με το κουιντέτο του Art Blakey και μετά με τους Art Blakey and the Jazz Messengers, Art Farmer, J.J. Johnson, Tadd Dameron αλλά και με τις τραγουδίστριες Sarah Vaughn, Dina Washington και Helen Merrill.

Το 1953 περιόδευσε με τον Lionel Hampton στην Ευρώπη και το 1954 ανακηρύχτηκε «Νέος Αστέρας της Χρονιάς» στην ψηφοφορία των κριτικών του έγκυρου μουσικού περιοδικού Down Beat.
Η παραγωγική συνεργασία με τον Max Roach
Το 1954, ενώθηκε με τον Max Roach για να σχηματίσουν το Κουιντέτο Clifford Brown-Max Roach, το οποίο χαρακτηρίστηκε το μεγαλύτερο σύνολο «hard bop» όλων των εποχών χαρίζοντάς μας αριστουργηματικούς δίσκους. Μέσω αυτού του σχήματος μας φιλοδωρεί με πολύ σπουδαίες μουσικές. Τo ομώνυμο άλμπουμ «Clifford Brown & Max Roach» (1954) και οι δίσκοι «Incorporated» (1954), «Study In Brown» (1955) και «At Basin Street” (1956) θεωρούνται κομμάτια της τζαζ δισκογραφικής ανθολογίας και όλα φέρουν την υπογραφή του Brown από κοινού με του Roach.

Στο άλμπουμ «Clifford Brown & Max Roach», εκτός των διασκευών «Delilah» του Victor Young, «Parisian Thoroughfare» του Bud Powell και «Jordu» του Duke Jordan, εμπεριέχονται δυο θαυμάσια πρωτότυπα του Clifford Brown, τα «Daahoud» και «Joy Spring» (ο Clifford Brown το εμπνεύστηκε από τη σύζυγό του La Rue Brown-Watson με την οποία παντρεύτηκε το 1954) που έμελλαν να γίνουν περιώνυμα τζαζ στάνταρντς. Εκπληκτική bop παιγμένη από το δίδυμο που πλαισιώνεται από τον τενόρο σαξοφωνίστα Harold Land, τον πιανίστα Richie Powell και τον κοντραμπασίστα George Morrow. Αργότερα, στο άλμπουμ του δίδυμου «At Basin Street» που θεωρήθηκε ένας από τους πρώτους ουσιαστικά hard bop δίσκους και στον οποίο τα παιξίματα ακολουθούν πολύ πιο γρήγορους ρυθμούς από τους υπόλοιπους δίσκους τους, τον Harold Land αντικατέστησε ο Sonny Rollins. Στον επίσης θαυμάσιο αυτό δίσκο, εκτός των διασκευών, το βάρος πέφτει και στις τρεις συνθέσεις του πιανίστα Richie Powell, ο οποίος επίσης έχασε τη ζωή του στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα της 26ης Ιουνίου 1956. Από τις συνθέσεις του Richie Powell ξεχωρίζουν το «Time» που ο πιανίστας παίζει celeste αντί του συνηθισμένου πιάνου και το «Gertrude’s Bounce» τον τίτλο του οποίου ο συνθέτης εμπνεύστηκε από τον θαυμασμό του για τον τρόπο που περπατούσε η ζωγράφος Gertrude Abercrombie, γνωστή με το προσωνύμιο «βασίλισσα των καλλιτεχνών της Βοημίας», που συμμετείχε στην τζαζ σκηνή του Σικάγο και φίλη των Dizzy Gillespie, Charlie Parker, Sarah Vaughn, η μουσική των οποίων ενέπνευσε τη ζωγραφική της.

Όσο για το «Study In Brown», ο Clifford Brown καθοδηγεί με μαεστρία την μπάντα σε μια από τις πιο εντυπωσιακές και ώριμες δισκογραφικές καταγραφές του πάνω σε ένα ρεπερτόριο που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την υπέροχη «καυτή» διασκευή του «Cherokee» του Ray Noble, την εξωστρεφή αλλά και λεπτομερειακή σύνθεση του Richie Powell «Jacqui», τη σύνθεση «Lands End» του Harold Land αλλά και τέσσερα κομμάτια με την υπογραφή του Brown (ανάμεσα στα οποία τα έξοχα «George’s Dilemma» και «Sandu»). Σε αυτή την ενότητα των σπουδαίων δίσκων θα εντάξουμε και το πανέμορφο άλμπουμ «Sonny Rollins Plus 4» που κυκλοφόρησε με την ηγετική σφραγίδα του Sonny Rollins το 1956 από τη δισκογραφική εταιρεία Prestige.

Ηχογραφημένο στις 22 Μαρτίου 1956, τρεις μόλις μήνες πριν το φονικό δυστύχημα που έχασαν τη ζωή τους οι Brown και Powell, έχουμε την κοινή δισκογραφική εμφάνιση των Sonny Rollins (τενόρο σαξόφωνο), Clifford Brown (τρομπέτα), Richie Powell (πιάνο), George Morrow (κοντραμπάσο) και Max Roach (ντραμς). Ωστόσο μόλις μια εβδομάδα πριν το τραγικό δυστύχημα, στις 16 Ιουνίου 1956 σε μια ιδιωτική αλλά με εξαιρετικό ήχο ηχογράφηση έχουμε το «The Last Concert» (Rare Live Recordings) που κυκλοφόρησε το 2005 σε διπλό cd και αποτελεί την τελευταία εμφάνιση του κουιντέτου των Clifford Brown και Max Roach. Το σχήμα στο οποίο θεμελιώδη ρόλο έχει ο Sonny Rollins, ακούμε οκτώ κομμάτια, μεταξύ των οποίων τρεις εκτεταμένες διασκευές: το 21λεπτο «Just One of Those Things» του Cole Porter, το 16λεπτο «Good Bait» του Tadd Dameron και το 25λεπτο «I Get a Kick Out of You» του Cole Porter. Ο Brown εντυπωσιάζει σε ένα κρεσέντο εκτελεστικής δεξιοτεχνίας, ωριμότητας και αυτοσχεδιαστικής πληρότητας παίζοντας το ένα σόλο μετά το άλλο. Στο δεύτερο cd της κυκλοφορίας ακούμε το κουιντέτο αυτή τη φορά με τον Harold Land αντί του Sonny Rollins στο τενόρο σαξόφωνο σε τέσσερα κομμάτια όπως τα έπαιξε στο Jazz Festival του Νιούπορτ. Ο Clifford Brown συμπράττει με το κουαρτέτο του Dave Brubeck, τον Gerry Mulligan και τον Chet Baker.
Richie Powell: Ο δεύτερος μουσικός, θύμα του δυστυχήματος
Αξίζει να υπογραμμίσουμε εδώ ότι ο Richie Powell λίγο μόνο καιρό πριν τον θάνατό του στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, στις αρχές του Μαρτίου 1956 είχε εμπλακεί σε ένα ακόμα αυτοκινητιστικό δυστύχημα κοντά στη Φιλαδέλφεια που κατέστρεψε το αυτοκίνητο του Powell, ωστόσο και αυτός και ο Sonny Rollins που ταξίδευε μαζί του δεν τραυματίστηκαν σοβαρά.

O Richie Powell ήταν ένας εκλεκτός πιανίστας, συνθέτης και ενορχηστρωτής πριν η κακή ώρα διακόψει το νήμα της ζωής του. Το παίξιμό του στο πιάνο ζωηρό και πληθωρικό με έντονες αποχρώσεις, ήταν επηρεασμένο από την κρουστή διάσταση που έδιναν στον ήχο των πλήκτρων και οι δυο αδελφοί του, ο William Jr και ο Bud Powell. Αλλά και ο ίδιος επηρέασε καθοριστικά το πιανιστικό παίξιμο του σπουδαίου McCoy Tyner, o οποίος με τη σειρά του μεταλαμπάδευσε την ιδιαίτερη αυτή τεχνική σε πολλούς νέους πιανίστες της τζαζ. Παρά τη σημαντική τους προσφορά, ο Richie Powell δεν εμφανίζεται ως leader σε καμιά ηχογράφηση κι έτσι δεν έχει προσωπική δισκογραφία, αλλά μόνο συμμετοχές ως πιανίστας σε δίσκους άλλων («Used to be Duke» του Johnny Hodges στη Norgan το 1954, «Dinah Jams» της Dinah Washington στην EmArcy το 1954 και σε όλους τους δίσκους των Clifford Brown-Max Roach, καθώς και στο «Sonny Rollins Plus 4» του Sonny Rollins).
Ο μουσικός αποχαιρετισμός του Benny Golson στον Clifford Brown
O απροσδόκητος και εξαιρετικά πρόωρος θάνατος του Clifford Brown σκόρπισε τεράστια θλίψη στην τζαζ κοινότητα. Ήταν ο μικρότερος ηλικιακά μουσικός της τζαζ με εξαιρετική απήχηση και διάσημο όνομα που έφευγε απότομα από τη ζωή.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο διακεκριμένος συνθέτης και τενόρο σαξοφωνίστας Benny Golson που είχε συνεργαστεί με τον Clifford Brown στις μπάντες του Lionel Hampton και του Tadd Dameron το 1953, με την αφορμή του θανάτου έγραψε το υπέροχο ορχηστρικό κομμάτι «I Remember Clifford», έναν θρήνο στη μνήμη του μεγάλου απόντα, μόλις λίγους μήνες μετά. Όπως είχε τονίσει ο Benny Golson: «Δούλεψα με αυτή τη μελωδία για τρεις εβδομάδες, προσπαθώντας να βρω μια μελωδία που θα θύμιζε τον Clifford και τον τρόπο που έπαιζε… Ήμουν πολύ κυκλοθυμικός ενώ συνέθετα αυτό το τραγούδι γιατί με κάθε νότα που έγραφα, συνειδητοποιούσα ότι ήταν για κάποιον που είχε φύγει, για τον για πάντα φίλο μου».

Η πρώτη ηχογράφηση του κομματιού έγινε από τον τρομπετίστα Donald Byrd και τον άλτο σαξοφωνίστα Gigi Gryce τον Φεβρουάριο της επόμενης χρονιάς (1957) και κυκλοφόρησε στον δίσκο τους «Jazz Lab» (Columbia). Στο κομμάτι τους δυο πλαισιώνει μια εκτεταμένη ομάδα μουσικών αποτελούμενη από τον πιανίστα Wade Legge, τον βαρύτονο σαξοφωνίστα Sahib Shibab, τον τρομπονίστα Jimmy Cleveland, τον τουμπίστα Don Butterfield, τον κοντραμπασίστα Wendell Marshall και τον ντράμερ Art Taylor.

Το «I Remember Clifford» γνώρισε πάνω από 300 διασκευές, μεταξύ των οποίων η άκρως συναισθηματική ερμηνεία του Dizzy Gillespie-αποχαιρετισμό στον Clifford Brown στο Φεστιβάλ Τζαζ του Νιούπορτ στις 6 Ιουλίου 1957 που την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε από τη Verve στον δίσκο «Dizzy Gillespie at Newport».
Ο τρομπετίστας Lee Morgan ηχογράφησε το κομμάτι που συμπεριλήφθηκε στο live άλμπουμ «Art Blakey’s Jazz Messengers – 1958-Paris Olympia». Παίχτηκε ζωντανά στις 22 Νοεμβρίου 1958 στο Θέατρο Ολύμπια του Παρισιού από τον Morgan και τους Benny Golson (τενόρο σαξόφωνο), Bobby Timmons (πιάνο), Jimmy Merritt (κοντραμπάσο) και Art Blakey (ντραμς). O Benny Golson, συνθέτης του «I Remember Clifford» το παρουσίασε στην προσωπική δισκογραφία του αρκετά χρόνια αργότερα, το 1964 παίζοντάς το ο ίδιος στον δίσκο του «Stockholm Sojourn» που κυκλοφόρησε από την Prestige με τη συμμετοχή πολλών εκλεκτών μουσικών.

Από τις υπόλοιπες διασκευές του κομματιού ενδεικτικά να αναφέρουμε τις εμφανίσεις του σε δίσκους των Ray Charles, Kenny Dorham, Art Farmer-Benny Golson, Stan Getz-Kenny Barron, Quincy Jones, John Lewis, Oscar Peterson κ.α. Αξίζει να επισημάνουμε και τη φωνητική ερμηνεία της Dinah Washington στο κομμάτι, το οποίο εμπεριέχεται στον δίσκο της «The Queen» (Mercury, 1959). Πρόκειται για την εκδοχή του «I remember Clifford» με στίχους του Jon Hendricks για το μνημόσυνο για τον Clifford Brown: «Ξέρω μόνο ότι τον ακούω τώρα / Και πιστεύω ότι πάντα θα τον ακούω / Πρέπει να πιστέψεις / Θυμάμαι ακόμα τον Clifford, ναι, τον ακούω ακόμα / Ξέρω ότι δεν θα ξεχαστεί ποτέ / Ήταν ένας βασιλιάς χωρίς στέμμα».
Όμως η έμπνευση του Benny Golson που συνέθεσε αυτή τη θρυλική τζαζ ελεγεία, δεν περιορίστηκε σε αυτή αλλά επεκτάθηκε στη δημιουργία δύο ολόκληρων άλμπουμ, τα οποία αποτέλεσαν φόρο τιμής στον Clifford Brown. Ο πρώτος δίσκος είναι το «Time Speaks – Dedicated To The Memory Of Clifford Brown» (Baystate, 1983), ένας εξαιρετικά μελωδικός και ρυθμικός δίσκο όπου ο Golson καθοδηγεί σε νέες συνθέσεις του ένα σεξτέτο αποτελούμενο από τον πιανίστα Kenny Barron, τους τρομπετίστες Freddie Hubbard και Woody Shaw, τον κοντραμπασίστα Cecil McBee και τον ντράμερ Ben Riley. Ο δεύτερος με τίτλο «Remembering Clifford» (Milestone, 1997) σε ύφος hard bop αρχίζει με το κομμάτι «Brown Immortal».

Οι δίσκοι αυτοί του Golson που κυκλοφόρησαν 27 και 41 χρόνια μετά το θανατηφόρο ατύχημα αλλά και ο επίσης αφιερωματικός δίσκος (cd) της τραγουδίστριας Helen Merrill (ηχογράφησε το ομώνυμο δισκογραφικό της ντεμπούτο με τον Clifford Brown to 1954) με τίτλο «Helen Merrill, Brownie: Homage to Clifford Brown» (Verve, 1994) ο οποίος κυκλοφόρησε 38 χρόνια μετά τον θάνατο του Brown και εμπεριέχονται μεταξύ άλλων συνθέσεις του Clifford Brown αλλά και το «I remember Clifford» του Benny Golson στη φωνητική του εκδοχή, αποδεικνύουν ότι η επίδραση του φοβερού αυτού μουσικού και του άδικου θανάτου του στα 25 του κράτησε για πολλά χρόνια μετά.
Eric Dolphy: Λαθεμένη ιατρική διάγνωση και το τελευταίο αντίο στα 36 του
Τραγικό και απρόσμενο όμως ήταν και το τέλος ενός ακόμα ιερού τέρατος της τζαζ, του Eric Dolphy (20 Ιουνίου 1928 – 29 Ιουνίου 1964), τέτοιες μέρες πριν από 62 χρόνια. Στις 27 Ιουνίου 1964 ο Eric Dolphy ταξίδευε με προορισμό το Δυτικό Βερολίνο ενόψει μιας συναυλίας του με ένα τρίο που είχε επικεφαλής τον Carl Berger στα εγκαίνια ενός τζαζ κλαμπ με το όνομα «The Tangent». Η κατάσταση της υγείας του ήταν πολύ επιβαρυμένη με την άφιξή του και στην πρώτη του συναυλία σχεδόν σερνόταν και μόλις που κατάφερε να παίξει. Μετά τη συναυλία εισήχθη στο νοσοκομείο αλλά η υγεία του χειροτέρευσε με αποτέλεσμα στις 29 Ιουνίου 1964 έπεσε σε κώμα από διαβήτη και άφησε την τελευταία του πνοή στα 36 του.

Οι συνθήκες του θανάτου του παραμένουν αδιευκρίνιστες αφού οι γνώμες και οι μαρτυρίες διίστανται, όμως αυτό που γενικά παρουσιάζεται ως αιτία του πρόωρου θανάτου του και όπου όλοι συμφωνούν, είναι το κώμα που προήλθε από διαβήτη που δεν είχε διαγνωστεί. Από τη μια υποστηρίζεται ότι ο Dolphy κατέρρευσε στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Βερολίνο και με τη μεταφορά του στο νοσοκομείο εντοπίστηκε ότι βρισκόταν σε διαβητικό κώμα. Στο νοσοκομείο του χορηγήθηκε ένεση ινσουλίνης και έπεσε σε σοκ ινσουλίνης που προκάλεσε τον θάνατό του. Άλλες μαρτυρίες όμως αναφέρουν ότι ο Eric Dolphy κατέρρευσε πάνω στη σκηνή την ώρα της συναυλίας και όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, οι γιατροί που δεν γνώριζαν ότι είχε διαβήτη αλλά ερμήνευσαν την κατάρρευσή του ως αποτέλεσμα λήψης υπερβολικής δόσης ναρκωτικών, όπως συνέβαινε συνήθως στους μαύρους μουσικούς, τον παράτησαν σε ένα νοσοκομειακό κρεβάτι χωρίς να δράσουν άμεσα. Έτσι ο Dolphy πέθανε χωρίς λόγο αφού του δόθηκε αποτοξίνωση σαν να ήταν ναρκομανής χωρίς καν να του γίνει εξέταση αίματος που θα έδειχνε τα προβλήματά του με τον διαβήτη.
Στο πλευρό του Charles Mingus
Ο θάνατος του Eric Dolphy ήρθε λίγες εβδομάδες μετά το τέλος της περιοδείας του Charles Mingus στην Ευρώπη, στου οποίου το σεξτέτο ο Dolphy ήταν διακεκριμένο μέλος. Εκείνη την περίοδο ο Eric Dolphy είχε νιώσει την έντονη εχθρική συμπεριφορά και τον ρατσισμό στις ΗΠΑ και ταυτόχρονα την επιθετική στάση της αμερικάνικης μουσικής βιομηχανίας σε μουσικούς σαν κι αυτόν. Τα συναισθήματά του αυτά του είχαν δημιουργήσει απέχθεια προς το αμερικάνικο μοντέλο και τον οδήγησαν στην απόφαση να αποσυρθεί από το συγκρότημα του Charles Mingus και να παραμείνει στην Ευρώπη για να υπηρετήσει την προσωπική του καλλιτεχνική στάση. Ωστόσο η απόφασή του αυτή, όπως ήταν αναμενόμενο, δυσαρέστησε πολύ τον Mingus και προκάλεσε βαθιά κρίση στη σχέση των δύο μουσικών. Ο Charles Mingus με τον δικό του αμίμητο καλλιτεχνικό τρόπο εξέφρασε αυτή τη δυσαρέσκειά του μέσα από μια πολύ ιδιαίτερη σύνθεσή του που συνδύαζε καυστικό πνεύμα αλλά και στοργή. Ο τίτλος της ήταν «So Long Eric», ενώ κάποιες φορές συναντάται και με τους τίτλους «Don’t Stay Over There Too Long» ή «Hope So Eric» και μέσω αυτής ο Mingus εξέφρασε μουσικά τη διαφωνία του αλλά και τον απρόθυμο αποχαιρετισμό του για τον Dolphy.

Για να κατανοήσουμε τις επιπτώσεις που είχε η ρήξη αυτή στις σχέσεις των δύο μουσικών αρκεί να αναλογιστούμε το μέγεθος και την άρτια κοινή καλλιτεχνική τους πορεία μέσα από τη συνεργασία τους. Ο Mingus γνώρισε τον Dolphy από τότε που ο δεύτερος βρισκόταν στο Λος Άντζελες, ωστόσο ο Dolphy έγινε το 1960, αφού έφτασε στη Νέα Υόρκη, μέλος του Mingus’ Jazz Workshop. Συμμετείχε στην ηχογράφηση του «Pre-Bird» (Mercury, 1961) από τη μεγάλη μπάντα του Mingus. Εντάχθηκε στην μπάντα του Mingus στο Showplace το 1960 και εμφανίστηκε στα δύο άλμπουμ του Mingus «Charles Mingus Presents Charles Mingus» και «Mingus» που κυκλοφόρησαν στη δισκογραφική εταιρεία Candid το 1960 και το 1961 αντίστοιχα. Ο Mingus είχε πολύ θετική άποψη για τον Dolphy θεωρώντας τον «έναν από τους πιο ολοκληρωμένους και οραματιστές μουσικούς». Οι ανεκτίμητες δεξιοτεχνικές ικανότητές του, οι εμπνευσμένες ιδέες του, η αυτοσχεδιαστική άνεσή του και η διάθεσή του για πειραματισμό τον καθιστούσαν έναν μουσικό που μπορούσε να χωρέσει παντού, από ένα κλασικό τζαζ συγκρότημα μέχρι μια μεγάλη μπάντα. Ήταν ένας εξαιρετικός άλτο σαξοφωνίστας, ένας πολυοργανίστας που είχε γίνει απόλυτος κύριος των οργάνων που έπαιζε αλλά πάνω από όλα ήταν ένας μουσικός που ταίριαζε απόλυτα στον Mingus όταν έπαιζε σόλο. Στην ευρωπαϊκή περιοδεία το 1961 με τον Mingus, ο Eric Dolphy συνέχισε να εμφανίζεται ως σόλο καλλιτέχνης και ο σπουδαίος ήχος του αποτυπώθηκε σε ηχογραφήσεις στη Σκανδιναβία και το Βερολίνο, οι οποίες εμπεριέχονται στα άλμπουμ «The Berlin Concerts», «The Complete Uppsala Concert», «Eric Dolphy in Europe» και «Stockholm Sessions». Συμμετείχε στο θαυμάσιο «Mingus Mingus Mingus Mingus Mingus» που κυκλοφόρησε το 1964 στην Impulse αφήνοντας τον χαρακτηριστικό ήχο του σε τέσσερα κομμάτια. Επίσης τον ακούμε και σε άλλες πολύ ενδιαφέρουσες ηχογραφήσεις του Charles Mingus.

Από τις αρχές του 1964 επέστρεψε στην μπάντα του Mingus που είχε ως μέλη της τον πιανίστα Jaki Byard, τον ντράμερ Johnny Coles και τον σαξοφωνίστα Clifford Jordan. Αυτό το σεξτέτο εργάστηκε στο τζαζ κλαμπ Five Spot Café στο Μανχάταν πριν παίξει στο Πανεπιστήμιο Cornell και στο Δημαρχείο που ηχογραφήθηκαν το 1964 και συμπεριλαμβάνονται στα άλμπουμ «Cornell» (Blue Note, 2007) και «Town Hall Concert» (Jazz Workshop, 1964) και στη συνέχεια περιόδευσε στην Ευρώπη. Κομμάτια αυτής της σύντομης περιοδείας έχουν ηχογραφηθεί και περιλαμβάνονται στα άλμπουμ «Revenge!» (Revenge, 1996), «The Great Concert of Charles Mingus» (America, 1971), «Mingus in Europe Volume I» (Enja, 1980) και «Mingus in Europe Volume II» (Enja, 1983).
Ο θάνατος του Eric Dolphy που συγκλόνισε την τζαζ κοινότητα, αποτέλεσε καίριο πλήγμα για τον Charles Mingus ο οποίος αμέσως μετά έπαιζε συχνότατα και ηχογραφούσε εκδοχές του «So Long Eric» μεταμορφώνοντάς του τον σαρκαστικό χαρακτήρα σε βαθιά ελεγειακό και θρηνητικό. Ο Mingus πλέον θυμόταν μόνο τις καλές αναμνήσεις που είχε ζήσει με τον Dolphy. Τη βαθιά θλίψη και εκτίμηση του Mingus για τον Dolphy μπορούμε να τη συνάγουμε από ένα χαρακτηριστικό γεγονός κατά το οποίο ο Mingus με τη σύζυγό του Judy απέκτησαν στις 8 Ιουλίου 1964 έναν γιο που βάφτισαν Eric δίνοντάς του το όνομα του Dolphy και που αργότερα έγινε κι αυτός κοντραμπασίστας σαν τον πατέρα του.
Προσωπικοί δίσκοι και συνεργασίες με μεγάλα ονόματα
O Eric Dolphy υπήρξε από τους πιο ρηξικέλευθους μουσικούς της τζαζ ανανεώνοντας τους εκφραστικούς κώδικες του είδους και αφήνοντας πίσω του μια σπουδαία δισκογραφία. Το μεγάλο του αριστούργημα ήταν το «Out To Lunch!», ηχογραφημένο στις 25 Φεβρουαρίου του 1964 που κυκλοφόρησε στη Blue Note τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, μόλις ενάμιση μήνα μετά τον θάνατο.

Πρόκειται για ένα εκπληκτικό δείγμα που συνδύαζε avant-garde Jazz, post bop και free Jazz και στο οποίο τον Dolphy (σαξόφωνο, φλάουτο, μπάσο κλαρινέτο) συνόδεψαν σε αποκλειστικά δικές του συνθέσεις ο τρομπετίστας Freddie Hubbard, ο βιμπραφωνίστας Bobby Hutcherson, ο κοντραμπασίστας Richard Davis και ο ντράμερ Anthony Williams. Από την υπόλοιπη προσωπική δισκογραφία του Eric Dolphy θα ξεχωρίζαμε τα δισκογραφικά του κομψοτεχνήματα «Outward Bound» (New Jazz, 1960), «Out There» (New Jazz, 1961), και τα ζωντανά ηχογραφημένα του το 1961 άλμπουμ του «At the Five Spot, Vol. 1» (New Jazz, 1961) και «At the Five Spot, Vol. 2» (Prestige, 1963) που κυκλοφόρησαν όλα ενώ βρισκόταν στη ζωή. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν επίσης πολλές ηχογραφήσεις συναυλιών του που επίσης αξίζει να ανακαλύψετε.

Ωστόσο εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δισκογραφικές συμμετοχές του Eric Dolphy και σε άλμπουμ άλλων όπως στους δύο εκπληκτικούς free jazz δίσκους του Ornette Coleman «Free Jazz: A Collective Improvisation» και «Twins» που κυκλοφόρησαν στην Atlantic το 1961 και το 1971 αντίστοιχα, σε πολλά στούντιο αλλά και live άλμπουμ του John Coltrane, μεταξύ των οποίων τα «Ole» (Atlantic, 1961, «Africa/Brass» (Impulse!, 1961), «Live! at the Village Vanguard» (Impulse!, 1962), «Impressions» (Impulse!, 1963) κ.α., στα άλμπουμ του Oliver Nelson «Screamin’ the Blues» (New Jazz, 1961), «The Blues and the Abstract Truth» (Impulse!, 1961) και «Straight Ahead» (New Jazz, 1961) καθώς και σε δίσκους των Chico Hamilton, John Lewis, Ron Carter, Andrew Hill, Max Roach, Gil Evans, Abbey Lincoln, George Russell, Mal Waldron, Freddie Hubbard, Booker Little, Ken McIntyre και πολλών άλλων. Αξίζει να αναφέρουμε τη βαθιά επίδραση που άσκησε ο Eric Dolphy στον John Coltrane όπως ο ίδιος ο Coltrane παραδέχτηκε με έμφαση σε συνέντευξή του το 1962 στο περιοδικό Downbeat: «Αφού κάθισε… αρχίσαμε να παίζουμε μερικά από τα πράγματα που είχαμε συζητήσει. Από τότε που ήταν στο συγκρότημα, είχε μια διευρυμένη επίδραση πάνω μας. Υπάρχουν πολλά πράγματα που δοκιμάζουμε τώρα που δεν είχαμε δοκιμάσει ποτέ πριν. Αυτό με βοήθησε… Παίζουμε πράγματα που είναι πιο ελεύθερα από πριν». Η σχέση των δυο γιγάντων της τζαζ χρονολογείται πολύ πιο πριν ο Dolphy ενταχθεί στο γκρουπ του Coltrane to 1961. Από το 1954 ήδη οι δυο σπουδαίοι μουσικοί γνωρίζονταν όταν βρίσκονταν στο Λος Άντζελες με τον Johnny Hodges.
Δάκρυα για τον Eric Dolphy
O θάνατος του Eric Dolphy, όπως και ο θάνατος του Clifford Brown, γέννησε μια υπέροχη σύνθεση. Ο κορυφαίος τρομπετίστας Ted Curson, που είχε συνεργαστεί στο παρελθόν με τον Eric Dolphy (οι δυο τους το 1964 ήταν μέλη του συγκροτήματος Jazz Workshop του Charles Mingus, συμμετείχαν στο άλμπουμ του Mingus «Mingus at Antibes» στην Atlantic που κυκλοφόρησε το 1979 αλλά περιλαμβάνει την ηχογράφηση της συναυλίας στο Φεστιβάλ Τζαζ του θέρετρου Juan Les Pins στη Γαλλία τον Ιούλιο του 1960), ενώ ο Dolphy είχε παίξει φλάουτο σε δυο κομμάτια στον post bop δίσκο του Ted Curson «Plenty Of Horn» που κυκλοφόρησε στην Old Town Records το 1961), για να θρηνήσει τον φίλο του Eric Dolphy έγραψε το 1964 την ελεγειακή σύνθεση «Tears for Dolphy», μια έξοχη λυρική μπαλάντα που συνδυάζει την ακατέργαστη θλίψη, τον δυνατό ρυθμό και το εξερευνητικό πνεύμα και που έμελλε να αγαπηθεί πολύ. Ηχογραφήθηκε τον Αύγουστο του 1964, έναν περίπου μήνα μετά τον θάνατο του Eric Dolphy, από τον Curson με τον Bill Barron (τενόρο σαξόφωνο), τον Herb Bushler (μπάσο) και τον Dick Berk (ντραμς) τη χρονιά του θανάτου του Dolphy, και κυκλοφόρησε αρχικά ένα χρόνο αργότερα στην σειρά άλμπουμ New Thing της ολλανδικής δισκογραφικής εταιρείας Fontana στον ομώνυμο δίσκο που περιλαμβάνει τέσσερις συνθέσεις του Ted Curson και μία του Bill Barron.

Το «Tears for Dolphy» ακούγεται και σε κινηματογραφικές ταινίες μεταξύ των οποίων στην εξαιρετική ταινία του Pier Paolo Pasolini «Theorema» (1968). Το κομμάτι ακούγεται σε μια σκηνή μετά την εναρκτήρια σκηνή-πρόλογο, όπου είναι γυρισμένη στις σκονισμένες πλαγιές κοντά στον κρατήρα ενός ηφαιστείου, και καθηλώνει τον θεατή με το ιδιαίτερο συναισθηματικό του βάρος και τη λιτότητά του υπογραμμίζοντας ιδανικά το σχόλιο του σκηνοθέτη για την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ιταλίας.
Επίσης το ελεγειακό κομμάτι του Ted Curson ακούγεται στο δανέζικο ντοκιμαντέρ «Last Date» (1991) για τη ζωή και τη μουσική του Eric Dolphy καθώς και στο ντοκιμαντέρ του Gianni Amico «Notes for a Film on Jazz» (1965) όπου εμφανίζονται οι Ted Curson, Gato Barbieri, Don Cherry, Cecil Taylor, Carl Berger, Mal Waldron, Aldo Romano, Franco D’Andrea κ.α.
H πιο πρόσφατη ταινία που ακούγεται το «Tears for Dolphy» είναι το ανεξάρτητο αμερικάνικο ερωτικό, ρομαντικό δράμα δρόμου του 2003 «The Brown Bunny» («Η απώλεια του έρωτα») του Vincent Gallo με πρωταγωνιστή τον ίδιο. Η ταινία προβλήθηκε στο Φεστιβάλ των Καννών και βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βιέννης και είναι γνωστή μεταξύ των άλλων για μια σκανδαλώδη ερωτική σκηνή ακραίου ρεαλισμού που δίχασε τους θεατές.
Clifford Brown και Eric Dolphy μαζί. Ένας εξαιρετικός τζαζ συνδυασμός
Το κουιντέτο των Clifford Brown και Max Roach, όταν σχηματίστηκε στο Λος Άντζελες το 1954, έκανε κάποιες πρόβες στο σπίτι των γονιών του Eric Dolphy, Sadie and Eric του Πρεσβύτερου που είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ από τον Παναμά. Στο σπίτι του Eric Dolphy στο Λος Άντζελες το 1954 ηχογραφήθηκε ζωντανά το άλμπουμ «Clifford Brown + Eric Dolphy Togrether» που εκδόθηκε το 2005 σε cd από τη δισκογραφική εταιρεία Rare Live Recordings και απηχεί τη μοναδική μουσική σύμπραξη των δύο ογκόλιθων της τζαζ. Ο Clifford Brown ήταν 23 ετών και ο Eric Dolphy 25 ετών.

Στον δίσκο που αναπτύσσεται σε ύφος hard bop ένα κομμάτι, το 11λεπτο «Unknown Original Tune» είναι η μοναδική πρωτότυπη σύνθεση που συνυπογράφουν οι Brown και Dolphy. Εδώ ο Dolphy παίζει άλτο σαξόφωνο και ο Brown πιάνο. O Eric Dolphy παίζει άλτο σαξόφωνο που ακούγεται στο ύφος του Charlie Parker σε τέσσερα κομμάτια (τρεις εκτεταμένες διασκευές: το 16λεπτο «Deception» του Miles Davis, το 22λεπτο «Fine And Dandy» των Kay Swift-Paul James και το 13λεπτο «Crazeology» του Charlie Parker και στο σύντομο «Old Folks» των Dedette Lee Hill-Willard Robinson. O Clifford Brown παίζει τρομπέτα στα «Deception» και «Fine And Dandy» και πιάνο στα «Crazeology» και «Old Folks». Τους δυο μουσικούς στην ηχογράφηση πλαισίωσαν ο Harold Land στο τενόρο σαξόφωνο, ο πιανίστας Richie Powell, ο κοντραμπασίστας George Morrow και ο ντράμερ Max Roach.


Eric Dolphy (αριστερά) και ο Clifford Brown
Ο Clifford Brown είναι θαμμένος στο κοιμητήριο Mount Zion, στο Γουίλμινγκτον του Ντέλαγουερ και ο Eric Dolphy στο νεκροταφείο Angelus-Rosedale στο Λος Άντζελες με την ταφόπλακά του να φέρει την επιγραφή: «Ζει στη μουσική του». Και εμείς ακούμε τις μοναδικές μουσικές τους που μας άφησαν φεύγοντας από τον κόσμο σε πολύ μικρή ηλικία στα τέλη Ιουνίου πριν από πολλά χρόνια.
Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι η τζαζ ιστορία είναι πλημμυρισμένη από θανατηφόρα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα αλλά και από απροσδόκητους θανάτους που οφείλονταν σε άλλες αιτίες. Έτσι πολύ μεταγενέστερα είχαμε για παράδειγμα στις 5 Δεκεμβρίου 2002, τον θάνατο του σαξοφωνίστα Bob Beg στο Ανατολικό Χάμπτον της Νέας Υόρκης όταν ο 51χρονος οδηγούσε και το αυτοκίνητό του χτυπήθηκε από ένα τσιμεντοφόρο κατά τη διάρκεια μιας σφοδρής τοπικής χιονοθύελλας ή στις 4 Ιουνίου 2013 τον θάνατο του 82χρονου κοντραμπασίστα Ben Tucker σε τραγικό τροχαίο στη Σαβάνα της Τζόρτζια. Ο Ben Tucker οδηγούσε ένα αμαξίδιο του γκολφ σε έναν δρόμο στο νησί Χάτσινσον όταν χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα. Άλλος πολύ πρόωρος θάνατος ήταν αυτός του τρομπετίστα Lee Morgan όταν στα 33 του πυροβολήθηκε από τη σύζυγό του σε σετ σε ένα τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης. Τέλος η Billie Holiday στα 44 της, στις 17 Ιουλίου 1959 πέθανε στο Νοσοκομείο Metropolitan της Νέας Υόρκης, στο κρεβάτι στο οποίο είχε συλληφθεί για παράνομη κατοχή ναρκωτικών λίγο περισσότερο από ένα μήνα πριν. Στο δωμάτιο αυτό υπήρχε αστυνομικός φρουρός ο οποίος αποχώρησε λίγες μόνο ώρες πριν τον θάνατό της με δικαστική εντολή.






















