Δευτέρα, 27 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ H ποίηση του Στρατή Χαβιαρά στα χρόνια των διαδοχικών εκρήξεων (από τον...

H ποίηση του Στρατή Χαβιαρά στα χρόνια των διαδοχικών εκρήξεων (από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου).

0
982

από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Τα Ποιήματα 1963-2018, εκδόσεις Κέδρος, του Στρατή Χαβιαρά, με επίμετρο του Αντώνη Μπαλασόπουλου, μας δίνουν την ευκαιρία να επιστρέψουμε και να παρακολουθήσουμε μια καταγωγική ρίζα. Ο Χαβιαράς δεν είναι εδώ ο επιτυχημένος μυθιστοριογράφος και ο μεταφραστής του Καβάφη στα αγγλικά, που μας ήρθε από τους λογοτεχνικούς και τους ακαδημαϊκούς κύκλους των ΗΠΑ, αλλά ένας ποιητής της ελληνικής γλώσσας, της εγχώριας ιστορικής μνήμης και πολιτικής εμπειρίας, των προσωπικών ανακλήσεων και του υπαρξιακού χρόνου, όπως θα διαμορφωθεί πρωτίστως κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970.

Τι θα τροφοδοτήσει πριν και πάνω απ’ όλα την τέχνη του Χαβιαρά; Μα, όπως επιγραμματικά το διατυπώνει στο διεξοδικά και πυκνά αναπτυγμένο επίμετρό του ο Μπαλασόπουλος, το τραυματικό και άφευκτο παρελθόν, η φωτιά που καίει στο ποιητικό του μέταλλο. Οι απόηχοι του πολέμου των παιδικών χρόνων στη Νέα Κίο, η εκτέλεση του πατέρα και ο εκτοπισμός της μητέρας του (θα τα δούμε αυτά και στην κατοπινή πεζογραφία του) θα ανοίξουν έναν εξαρχής σημαδεμένο ποιητικό δρόμο, χωρίς εντούτοις συναισθηματικές εξάρσεις και ρητορικά δραματικές κορυφώσεις. Μαζί τους και τα πολλαπλώς φορτισμένα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, χρόνια της κοινωνικοπολιτικής και της καλλιτεχνικής έκρηξης από το 1960 και εφεξής.

Σημαντική επίσης είναι η θεματική της διαρκούς μετακίνησης: ταξίδια, σύνορα, ενδιάμεσοι χώροι, προσωρινά καταλύματα, σκηνές, σταθμοί. Το μοτίβο του πρόσφυγα ή του ανθρώπου που ζει «ανάμεσα» επανέρχεται συχνά, ορίζοντας μια ποιητική της αβεβαιότητας και της ευθραυστότητας: η απώλεια, η βία, η προσφυγιά, η εξορία (εξωτερική και εσωτερική), η αίσθηση του ξεριζωμού και της διαρκούς μετατόπισης μεταξύ διαφορετικών τόπων και χρόνων. Παράλληλα, η ποίηση του Χαβιαρά ανασκαλεύει επίμονα τη γλωσσική της ταυτότητα. Λιγότερο πρόκειται για την όχι ιδιαιτέρως εμφανή ακόμη διγλωσσία ελληνικών και αγγλικών και πιο πολύ για ένα πεδίο όπου η γλώσσα μεταμορφώνεται σε τρόπο κατοίκησης και διαμονής, σε συνθήκη καθημερινής ζωής και ύπαρξης.
Φράσεις κοφτές και ελλειπτικές που επιζητούν τις προφορικές απαρχές τους, υπόγειος, αφανής ρυθμός που κατά τόπους πυκνώνει, στίχοι με αφηγηματική προδιάθεση, εξακτινωμένα μνημονικά θραύσματα, που δρουν ως πυρήνες αφήγησης και ως σημειωματάρια καταγραφής, χαμηλοί τόνοι που είναι πιθανό να υπαινιχθούν μια προ των πυλών σιωπή, χωρίς να οδηγούνται ποτέ σε ένα τέτοιο όριο, αλλά και πολλαπλά και πολυγενή σύμβολα. Αυτή είναι η τεχνοτροπία και η άρθρωση της αρχιτεκτονικής του Χαβιαρά, που θα αρδεύσει τους συμβολισμούς της με εικόνες των σωματικών μελών, σε ένα κλίμα φυσικής λειτουργίας του οργανισμού, μαζί με απεικονίσεις του φόβου και της ανάγκης για φύλαξη και προστασία, όπως η νύχτα και το σκοτάδι, με μοτίβα ροής και καθαρμού, όπως το νερό και το ποτάμι, με δάνεια από το χώμα και από τη γη και ευρύτερα με ίχνη γείωσης και υλικότητας. Γι αυτόν τον λόγο εξάλλου τα σύμβολα του Χαβιαρά δεν υπέχουν παρά σπανίως θέση αλληγορίας.

Ο μοντερνισμός και τα πρώτα μεταμοντερνιστικά φανερώματα όσο προχωρούμε, υπερβαίνοντας πλέον κατά πολύ τα μέσα του 20ου αιώνα, θα θρέψουν εκ των ένδον τον ποιητικό λόγο του Χαβιαρά, πάντοτε σε μια γραμμή συγκράτησης και μετριοπάθειας από την οποία εκείνα που λείπουν δεν είναι η τόλμη και ο πειραματισμός ή ο ριζοσπαστισμός, αλλά ο καλλιτεχνικός ακτιβισμός και η προγραμματική λογική. Γράφει στη Νύχτα του ξυλοπόδαρου (1967):

 

Ας περάσει στο αίμα μου

Η ευωδιά των χεριών σου

Ανάμεσα σε φίλους

Που η τύχη τους αγνοείται

Με σπασμένα τα νεύρα

Κι ανάμεσα σε νυχτωμένα δέντρα

Με σκοτεινούς τόνους

Ζωντανεύω τα λόγια μου

 

Κι αν στις ημέρες μας τα περί μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού δεν γίνεται, όποια κι αν είναι, να διεκδικήσουν ξεχωριστό βάρος, στο συγκεκριμένο δείγμα θα δούμε τη σπουδαία ποιητική κληρονομιά που μας αφήνει ο Χαβιαράς: το ετερόκλητο κοντά με το αιφνιδιαστικό, το αναπάντεχο πλάι στο ενδόμυχο και στο κρυπτικό και το ιστορικο-πολιτικό δίπλα στο καθημερινό και στο απερίφραστα ατομικό.

Προηγούμενο άρθροΗ λογοτεχνία στη Σητεία ανθίζει με συζητήσεις (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΑρκετά μεγάλος για να καταλάβεις, αλλά πολύ μικρός για να σε πάρουν στα σοβαρά (της Σίσσυ Τσιφλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ