Δευτέρα, 27 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Κιταμούρα: Oικογένεια- μια αυταπάτη που μοιράζεται μια κοινή επινόηση;(γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

Κιταμούρα: Oικογένεια- μια αυταπάτη που μοιράζεται μια κοινή επινόηση;(γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

0
11491

γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα

“Είναι δυνατόν να είσαι δύο πράγματα ταυτόχρονα. Όχι μια διάσπαση της προσωπικότητας ή του ψυχισμού, αλλά η φυσική επικάλυψη ενός νου πάνω σε έναν άλλο. Και στον χώρο ανάμεσά τους, καθίσταται δυνατή η ερμηνεία”.

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα “Οντισιόν” της Κέιτι Κιταμούρα, έρχεται στο μυαλό η γνωστή φράση του Σαίξπηρ “Όλος ο κόσμος είναι μια σκηνή” που παρομοιάζει τη ζωή με θεατρική παράσταση, όπου οι άνθρωποι σαν ηθοποιοί εισέρχονται (γεννιούνται) και εξέρχονται (πεθαίνουν), παίζοντας διάφορους ρόλους κατά τη διάρκεια του βίου τους.

Παρότι το πέμπτο μυθιστόρημα της Κιταμούρα, το οποίο βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το Booker 2025, δεν μιλά για το επάγγελμά του ηθοποιού (αυτό χρησιμοποιείται ως όχημα), αφορά όμως στους ρόλους που παίζουμε, είτε εν γνώσει μας είτε εν αγνοία μας, και πώς αυτοί οι ρόλοι διαμορφώνουν τις σχέσεις μας με τους άλλους. Διερευνά το χάσμα ανάμεσα στο πώς μας αντιλαμβάνονται οι άλλοι και στο ποιοι πραγματικά είμαστε κάτω από την επιφάνεια.

Από την οπτική γωνία του πρώτου προσώπου, η αφηγήτρια είναι μια κομψή γυναίκα, καταξιωμένη ηθοποιός του θεάτρου, η οποία όπως αποδεικνύεται αγωνίζεται να διαχειριστεί τη δημόσια και την ιδιωτική της ζωή. Ζει σε ένα ωραίο διαμέρισμα στο Γουέστ Βίλαντζ με τον σύζυγό της Τόμας μια ήρεμη, αν όχι βαρετή, ζωή και βρίσκεται σε πρόβες για μια θεατρική παράσταση. Όταν ξεκινά το βιβλίο η ανώνυμη ηθοποιός γευματίζει σε εστιατόριο του Μανχάταν με έναν άγνωστο γοητευτικό 25χρονο άντρα, σχεδόν στα μισά της χρόνια. Αρχικά δεν είμαστε σίγουροι γιατί, αλλά είναι ιδιαίτερα αγχωμένη και στο τραπέζι υπάρχει κάτι τεταμένο στην ατμόσφαιρα, ένας ηλεκτρισμός. Πώς τους βλέπουν οι άλλοι θαμώνες και το προσωπικό του εστιατορίου; Είναι μητέρα και γιός ή μήπως εραστές; “Οι ρόλοι είχαν αντιστραφεί, τώρα εγώ ήμουν αντικείμενο λύπησης, αν όχι περιφρόνησης – ήμουν άλλωστε γυναίκα και οι γυναίκες πάντα κρίνονται πιο αυστηρά”. Και γιατί ο σύζυγός της μόλις μπήκε απροσδόκητα στο εστιατόριο έφυγε αμέσως;

Το “Οντισιόν”  διαρθρώνεται σε δύο μέρη, εντελώς αντικρουόμενα μεταξύ τους, με δύο εκδοχές ρόλων. Στο πρώτο μέρος, η συγγραφέας αποκαλύπτει σταδιακά τι συμβαίνει ανάμεσα στην αφηγήτρια και στον νεαρό, ονόματι Ζέιβιερ. Ο τελευταίος δηλώνει γιος της, τον οποίο έδωσε πριν από χρόνια για υιοθεσία. Έτσι τουλάχιστον υποπτεύεται βασιζόμενος σε μια παλιά συνέντευξή της και στο ότι εκείνος γεννήθηκε τη χρονιά που αυτή περιγράφει ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Του εξηγεί ότι αυτό είναι αδύνατον, επειδή δεν έχει γεννήσει ποτέ, ήταν απλώς μια έκτρωση. Ουδέποτε κλήθηκε να παίξει τον ρόλο της μητέρας. Παρόλα αυτά, ο Ζέιβιερ εισχωρεί στη ζωή της, καθώς μερικές ημέρες μετά το γεύμα τους αναλαμβάνει βοηθός σκηνοθέτη της επικείμενης παράστασης και κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον της. Η συγγραφέας την ακολουθεί στις πρόβες, στη μεγάλη επιτυχία που κάνει και στην καθολική αποδοχή της, στη ζωή με τον σύζυγό της και στις αμφίσημες σκέψεις της. Δεν συμβαίνουν πολλά, πέρα από τα συνηθισμένα και τα μικρά τελετουργικά, όπως το πρωινό με κρουασάν και καφέ, το δείπνο στο εστιατόριο στη γωνία με τον Τόμας, επιτυχημένο κριτικό τέχνης, τους κοινούς φίλους πάντα από τον χώρο της τέχνης.

Μεγάλο μέρος της δράσης συμβαίνει μέσα στο μυαλό της ηρωίδας, όπως για παράδειγμα όταν, παρατηρώντας κάποιες αλλαγές στη συμπεριφορά του Τόμας, νομίζει ότι την υποψιάζεται πως τον απατά. Θα μπορούσε, άλλωστε, καθώς στο παρελθόν υπήρχαν από πλευράς της κάποιες απιστίες. Εκείνος δεν θα έκανε ποτέ κάτι τέτοιο. Ωστόσο η εμφάνιση του νεαρού ξένου, αποκαλύπτει κάποια ρωγμή στην εμπιστοσύνη ανάμεσα στο ζευγάρι. “…για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια έβλεπα τον γάμο μας όπως πραγματικά ήταν, κάτι εύθραυστο που μπορούσε ακόμη να διαβρωθεί ή να χαθεί”. Επίσης, νιώθει μπερδεμένη με την ιστορία του Ζέιβιερ και κάνει ολοένα και περισσότερες σκέψεις γι΄αυτόν, βλέποντας σε εκείνον ομοιότητες με την ίδια, αλλά όσο προχωρά η ιστορία, η μεταξύ τους σχέση κρύβει περισσότερα από ό,σα φαίνονται, ενώ οι υποθέσεις του αναγνώστη συνεχώς αμφισβητούνται, σαν να είναι κι αυτό μέρος της ίντριγκας του βιβλίου.

Το ολιγοσέλιδο “Οντισιόν” δεν είναι ένα βιβλίο με σύνθετη πλοκή, αλλά έχει το απαραίτητο βάθος, τις λεπτές αποχρώσεις και τις μικρές λεπτομέρειες, μια καλοδουλεμένη και λιτή γραφή για να μεταφέρει, μέσα από σιωπές ή αποσιωπήσεις και χωρίς υπερβολικούς συναισθηματισμούς, μια ψυχολογική ένταση και αγωνία.

Στα μισά του μυθιστορήματος, δηλαδή στο δεύτερο μέρος, το σκηνικό ανατρέπεται πλήρως. Είναι σαν να έχουμε επιστρέψει στη θεατρική αίθουσα μετά το διάλειμμα, μόνο και μόνο για να δούμε τους ίδιους ηθοποιούς σε μια διαφορετική παράσταση. Εδώ η αφηγήτρια και ο σύζυγός της είναι γονείς, έχουν έναν γιό κι αυτός έρχεται από το πρώτο μέρος, ο Ζέιβιερ με τον αέρα του χαμένου παιδιού. Το ζευγάρι έχει επαναπροσδιορίσει τη σχέση του χάρη στη γονεϊκότητα. Ο Τόμας είναι στοργικός πατέρας, εκείνη υποδύεται μια επιμελή μητέρα, αν και συχνά δυσανασχετεί επειδή ξεβολεύτηκε, όταν ο γιος, λόγω οικονομικών δυσχερειών, ζητά και του επιτρέπεται να επιστρέψει στο σπίτι και μάλιστα του αγοράζουν και έπιπλα. Σύντομα έρχεται εκεί και η κάπως παράξενη κοπέλα του, με το νεαρό ζευγάρι να καταλαμβάνει τον χώρο. Η ατμόσφαιρα όμως προδίδει ότι τίποτα δεν αποτελεί αδιάσειστο γεγονός, σαν να υφέρπει μια απειλή. Στον ρόλο της μητέρας, η ηθοποιός, από τη μια, αδυνατεί να ανακαλέσει στοιχεία και γεγονότα από την παιδική ή εφηβική ηλικία του γιου της, από την άλλη, στη μνήμη της ο Ζέιβιερ κρατούσε πάντα ένα βιβλίο στο χέρι, ενώ τώρα δεν διαβάζει, παρότι έχει συγκεντρώσει πολλούς τόμους στο διαμέρισμα.

Κι ενώ τα πράγματα συνεχώς ξεφεύγουν και το κείμενο εξελίσσεται σε ένα ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ, η αφηγήτρια αρχίζει να υποψιάζεται ότι ο σύζυγός της μπορεί να ενδιαφέρεται για άλλες γυναίκες, κάτι που θα πάρει σουρεαλιστικές διαστάσεις στο τέλος, κάνοντας τον αναγνώστη να αμφιβάλει για την ψυχική ισορροπία της. Οι τρεις χαρακτήρες είναι πράγματι μια οικογένεια ή υποδύονται ρόλους σε μια οντισιόν; “…τι ήταν μια οικογένεια αν όχι μια αυταπάτη που μοιράζεται μια κοινή επινόηση;”, γράφει η Κιταμούρα. Ή πρόκειται για μια πρόβα του έργου που γράφει ο Ζέιβιερ για τη μητέρα του, δηλαδή για “μια γυναίκα που δεν μπορεί πια να ξεχωρίσει τι είναι αληθινό και τι όχι”.

Αυτό το έξυπνο τέχνασμα της Κιταμούρα, όπου τα γεγονότα της ζωής ενός ατόμου περιγράφονται μέσα από διαφορετικά ψυχολογικά πλαίσια είναι ενδιαφέρον και έρχεται να υπογραμμίσει το πώς λειτουργεί η κατασκευή του εαυτού μας και των άλλων πλάι μας. Τι είναι αλήθεια και τι αποκύημα της φαντασίας; Η επιλογή μιας ηθοποιού που έχει εκπαιδευτεί να γίνεται “κάποια άλλη” και που παραμένει ως το τέλος ένα αίνιγμα, αποδεικνύεται ως το απόλυτο μέσο για τη συγγραφέα ώστε να διερευνήσει τη φύση της αλήθειας και της έννοιας της ταυτότητας, να εξετάσει πώς οι ρόλοι που παίζουμε στη ζωή διαμορφώνουν την ταυτότητά μας και πώς οι επιλογές δημιουργούν διαφορετικές εκδοχές του εαυτού και των άλλων. “Ήταν μια εκδοχή του άντρα μου που δεν είχα δει ποτέ”, σκέφτεται κάποια στιγμή η ηρωίδα.

Μέσα από τις δύο αντιπαραθετικές αφηγήσεις, δεν αναρωτιόμαστε μόνο πόσο σωστά μπορούμε να κατανοήσουμε τους άλλους, αλλά και να αμφιβάλουμε για τον εαυτό μας και τις κοινωνικές μάσκες που φοράμε. Οι προσωπικές μας σχέσεις είναι συχνά μια σειρά από ρόλους και ερμηνείες. “Υπάρχουν πάντα δύο ιστορίες που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα: η ιστορία μέσα στο έργο κι η ιστορία γύρω από το έργο, και το όριο ανάμεσά τους είναι πιο διαπερατό απ΄ όσο θα περίμενε κανείς, αυτός είναι ο κίνδυνος και η γοητεία τού να παίζεις”. Ποιο είναι άραγε το κλειδί ώστε να μη σβηστεί αυτό “το όριο ανάμεσα στην πραγματικότητα και την επινόηση”;

Το “Οντισιόν”- ένας εύστοχος τίτλος για να δηλώσει ότι όλοι βρισκόμαστε σε μια οντισιόν ενώπιον των άλλων, προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι είμαστε αυτό που δείχνουμε – είναι κι ένας αναστοχασμός της μέσης ηλικίας και των ερωτημάτων που αυτή θέτει, όπως όλα αυτά που αρχίζουν με το “τι θα γινόταν αν…”.

Γραμμένο σε κάπως αποστασιοποιημένη πρόζα, δίνοντας την αίσθηση ότι η αφηγήτρια παρατηρεί την ερμηνεία της από απόσταση, το μυθιστόρημα δημιουργεί μια συναισθηματική διάσταση με τον αναγνώστη που τον εμποδίζει να συνδεθεί με τον συναισθηματικό κόσμο των χαρακτήρων, σαν το κενό που αφήνουν πίσω τους οι ρόλοι: “Πάρα πολλοί ρόλοι – στη σκηνή και στη ζωή – δεν αντέχουν, κι όταν χαθούν, η λογική τους είναι αδύνατο να ανακτηθεί. Μένει κυρίως μόνο το κενό που αφήνουν πίσω”.

Το “Οντισιόν” είναι το δεύτερο βιβλίο της Κέιτι Κιταμούρα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, μετά το “Ένας χωρισμός” (Κέδρος, 2017). Η συγγραφέας είναι αρθρογράφος και διδάσκει δημιουργική γραφή στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.

 

 

Katie Kitamura, Οντισιόν, μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδ. Διόπτρα

 

 

Προηγούμενο άρθροΒιβλίο κέντημα!   (της Ελένης Γεωργοστάθη)
Επόμενο άρθροΟ Παπαδιαμάντης πάει στους μαθητές (γράφουν η Έρη Σταυροπούλου και η Χρυσάνθη Κουτσιβίτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ