Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Γιέλγκαβα ΄94: Μεγαλώνοντας σε μια μετασοβιετική πόλη της Λετονίας (της Ξένιας Μουστάκα)

Γιέλγκαβα ΄94: Μεγαλώνοντας σε μια μετασοβιετική πόλη της Λετονίας (της Ξένιας Μουστάκα)

0
358

της Ξένιας Μουστάκα

Το πρώτο μυθιστόρημα του Jānis Joņevs «Jelgava ΄94» εκδόθηκε στη Λετονία το 2013 και στην Ελλάδα μεταφράστηκε από τον Σωτήρη Βάντη και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ο Μωβ Σκίουρος» το 2025. Πρόκειται για ένα ημιβιογραφικό μυθιστόρημα που χαρακτηρίστηκε αμέσως καλτ βιβλίο μεταξύ των αναγνωστών, καθώς συμπεριέλαβε πυκνά στις περίπου 350 σελίδες του τη μουσική κουλτούρα μιας εποχής και την ιδρωμένη ενηλικίωση των φορέων της. Το βιβλίο έχει βραβευτεί πολλές φορές στη χώρα του και έχει τοποθετηθεί από τους αναγνώστες ανάμεσα στα εκατό πιο αγαπημένα λετονικά βιβλία όλων των εποχών. Μεταξύ άλλων έχει λάβει το βραβείο Ένα Κιλό Πολιτισμού (2013), το Βραβείο Λετονικής Λογοτεχνίας (2014), το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2014) και το Βραβείο Συγγραφέα από την Ένωση Λετονών Συγγραφέων (2015). Επιπλέον, έχει μεταφραστεί σε 12 γλώσσες και έχει μεταφερθεί σε κινηματογραφική εκδοχή από το Netflix τον Σεπτέμβριο του 2019 σκηνοθετημένη από τον Γιάανις Άαμπελε.

Όσον αφορά την υπόθεση, ένας δεκατετράχρονος ερωτεύεται μια συμμαθήτριά του χωρίς ανταπόκριση ή περισσότερο με έναν πλατωνικό έρωτα, εμπλέκεται και συναναστρέφεται με τους «σκληρούς» και φανατικούς ακροατές μιας μουσικής αποκάλυψης, όπως γίνεται αντιληπτή από τον ίδιο, και γίνεται μέλος της underground metal μουσικής σκηνής της πόλης του. Ακούγοντας metal εκκωφαντικά, αφήνοντας μακριά μαλλιά, καπνίζοντας αρειμανίως, πίνοντας φθηνό αλκοόλ, ταξιδεύοντας με …τα πόδια μέχρι το επόμενο συναυλιακό event, μιλώντας σκληρά, αράζοντας στο γρασίδι, δείχνοντας σθεναρή ανυπακοή στη γονεϊκή εξουσία, ο ήρωας ενηλικιώνεται και «ανδρώνεται», ήτοι αφήνει πίσω τον έφηβο δειλό και μοναχικό εαυτό του για να περάσει στην «επόμενη πίστα». Η ενηλικίωση του ήρωα συνάδει με τη μετάβαση της χώρας του (σε μακροκλίμακα), της πόλης, της γειτονιάς του, της τάξης του (σε μικροκλίμακα) στη μετασοβιετική εποχή, με μια εκ βάθρων αλλαγή κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών, καθώς και κοινωνικών ηθών και αξιών.

Η αφήγηση στο βιβλίο ξεκινά από τις 5 Απριλίου του 1994. Ένας πυροβολισμός. Η αυτοκτονία του ειδώλου της grunge σκηνής, του Curt Kobain, είχε τραντάξει συθέμελα την παγκόσμια μουσική κοινότητα. Αυτός ο πυροβολισμός αποτελεί ορόσημο στη ζωή του ήρωα, ο οποίος στο εξής αφήνει κάθε εσωστρέφεια κατά μέρος, όπως και τον αντίστοιχα εσωστρεφή, δειλό και nerd μοναδικό φίλο της προτεραίας εποχής και αφήνεται εκουσίως έρμαιο της διονυσιακής μέθης της εφηβικής ηλικίας.

Στο πρώτο εκ των τριών μερών του βιβλίου παρακολουθούμε την περιπλάνηση του ήρωα ανάμεσα σε μια κατάσταση αφάνειας και παρατήρησης και στην ενεργή εμπλοκή σε μια επαναστατική περίοδο κατά την οποία αποκτά καινούριους φίλους, αμφισβητεί το μουσικό αλλά και κοινωνικό κατεστημένο και υιοθετεί συνειδητά μια αντιδραστική συμπεριφορά, εν ολίγοις ψάχνει την ταυτότητά του.

Στο δεύτερο και μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ξεδιπλώνονται τα χρόνια της επαναστατικής εφηβείας, η παρέα έχει διαμορφωθεί, ο ήρωας βρίσκει σταδιακά τη metal μουσική του ταυτότητα: «Αυτή θα είναι η αληθινή μουσική, που θα ακούγεται μόνο για μένα, που η μοίρα μου είναι μόνο να στενοχωρώ τους πάντες, να είμαι μόνο ένας μοχθηρός γελωτοποιός. Θα σκάψω ένα λαγούμι για να πάω σπίτι και θα ακούσω τις κασέτες μου». Ενδεικτικός της αγωνιώδους προσπάθειας αυτοπροσδιορισμού και κατανόησης της πραγματικότητας είναι ο πρωτότυπος ορισμός του «χέντμπανγκινγκ»: «Η ιδέα του χέντμπανγκινγκ είναι η επίτευξη έκστασης με τη μέθοδο του νοκ άουτ, με το να επιτίθεσαι στο ίδιο το φρούριο της συνείδησης, τον εγκέφαλο […] …εν ολίγοις, είναι το ίδιο με το να κάνεις διαλογισμό».

Τέλος, στο τρίτο γλυκόπικρο μέρος ο ήρωας μεγαλώνει, ζει τη διελκυστίνδα να τον τραβά από τη μια στην εφηβική ηλικία, με τις αναμνήσεις, τα είδωλα, τον παλμό, την ανυπέρβλητη ορμή της κι από την άλλη στην ενήλικη ζωή, με τους συμβιβασμούς, την απομάγευση, τη συνειδητοποίηση των τρανών συνειδησιακών κι ιδεολογικών υποχωρήσεων που καλούμαστε να κάνουμε και για τις οποίες είμαστε εντελώς ανυποψίαστοι ως έφηβοι. Μια ενήλικη ζωή χωρίς τη Μιλαίδη ή τη metal μπάντα που ονειρευόταν να φτιάξει με τους «κολλητούς», τον Θάνατο και το Ζόμπι. Σ’ αυτό το τρίτο μέρος αναδεικνύεται η γοητεία που έχουν τα εφηβικά μας όνειρα, αφ’ εαυτού τους, για την ίδια την υπερβολή τους, χωρίς καν την πιθανότητα πραγματοποίησης. Γιατί τα πιο όμορφα πράγματα αντλούν τη σαγήνη τους από την αναμονή τους. Σκεφτείτε το καλοκαίρι: το αγαπάμε όσο αγωνιωδώς το αναμένουμε, πριν τη δραματική διάψευση των προσδοκιών. Το αυτό συμβαίνει και με την ενηλικίωση, την αναζητούμε για να ξεφύγουμε από τη δική μας πνιγηρή μετασοβιετική Γιέλγκαβά του ο καθένας. Κι ύστερα; Προσγείωση.

Η μετάφραση του Σωτήρη Βάντη δυναμική, στιβαρή, σε μια γλώσσα ρέουσα, τη γλώσσα όσων είμαστε τμήμα αυτής της περιόδου λίγο ως πολύ, γλώσσα της γλυκιάς μας νιότης. Διάλογοι μεστοί, ειλικρινείς, καθημερινοί. Πολύ χρήσιμες στην κατανόηση οι σημειώσεις του μεταφραστή που αφορούν στοιχεία και πρωταγωνιστές του λετονικού πολιτισμού και της ιστορίας. Η υποφαινόμενη δεν μπορεί να απεμπλακεί από το κοινό βίωμα. Οι early millennials ζήσαν μια εποχή που η μουσική εμπότιζε κάθε κύτταρο και αποτελούσε φίλτρο μέσω του οποίου διυλιζόταν και ερμηνευόταν η ζωή, η εποχή, οι προβληματισμοί μιας ολόκληρης γενιάς. Το βιβλίο του Jānis Joņevs «Γιέλγκαβα ΄94: Μεγαλώνοντας σε μια μετασοβιετική πόλη της Λετονίας» είναι μια μαρτυρία, μια βιωματική ιστορία ενηλικίωσης.

Jānis Joņevs,Γιέλγκαβα ΄94: Μεγαλώνοντας σε μια μετασοβιετική πόλη της Λετονίας (2025), μτφρ. Σωτήρης Βάντης, εκδόσεις «O Μωβ Σκίουρος»

Προηγούμενο άρθροΌταν η Άλφα συνάντησε τον Έψιλον (της Μάγδας Παπαδημητρίου Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 2026 – τάσεις στην βιβλιοπαραγωγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ