του Γιάννη Ν.Μπασκόζου
Μεσούντος του καλοκαιριού η τάση για να διαβάσεις κάτι καλό παραμένει και ενίοτε δυναμώνει αν έχει τύχει να πάρεις μαζί σου στις διακοπές αδιάφορο βιβλίο. Παραθέτω ελληνική λογοτεχνία, επτά πεζογραφήματα λογοτεχνών με δικό τους στίγμα. Το “συν ένα”, αφορά φιλέλληνα συγγραφέα με ελληνικό και διάσημο περιεχόμενο.
Ελένη Γιαννακάκη, Κρητικό πιλάφι, Πατάκης
Η Ελένη Γιαννακάκη γράφει πάντα μια καίρια λογοτεχνία. Εννοώ πως τα θέματα της είναι συγκεκριμένα, διεισδυτικά όσο κοφτερά είναι και τα λόγια της. Χαρακτηριστικά τα βιβλία της «Τα Χερουβείμ της μοκέτας» και «Σναφ», στα οποία ανασκαλεύει τις μύχιες, ανοίκειες και όζουσες πτυχές της ελληνικής κοινωνίας. Την άκουσα στο Φεστιβάλ Βιβλίου στα Χανιά να μιλά για το βιβλίο της. Έμεινε κυρίως στο απόσταγμα: μια Κρήτη που μεταλλάσσεται. Η παραδοσιακή αντρειοσύνη γίνεται ματσίλα, η αδελφική κοινότητα μετεξελίσσεται σε μαφία. Νέες γενιές που συναλλάσσονται με τον θάνατο.
Ο κεντρικός χαρακτήρας της είναι η Αλεξάνδρα, συνταξιούχος λυκειάρχης. Απομονωμένη σε ένα χωριό περιμένει πως και πως κάθε Κυριακή τα δύο παιδιά της, τον Θανάση και τη Σοφία στρώνοντας με επιμέλεια το τραπέζι στο οποίο κυριαρχεί το περίφημο γαμοπίλαφο. Η διαδικασία παραγωγής του γεύματος είναι εξαντλητική στις λεπτομέρειες αλλά ανάμεσα σε αυτές παρουσιάζεται το προφίλ της μοναχικής γυναίκας στην Κρήτη. Ο σύζυγος απίστησε και έφυγε, η ίδια μοναχική πια είναι ένα μείγμα συντηρητικού και προοδευτικού ανθρώπου. Φροντίζει τους κατατρεγμένους μετανάστες αλλά είναι και κλασική μάνα, θέλει να ελέγχει τα παιδιά, τους δεσμούς τους, τις σπουδές τους, τα θέλω τους. Ο αναγνώστης θα καταλάβει σχετικά γρήγορα ότι τα παιδιά αυτά δεν υπάρχουν, έχουν σκοτωθεί σε τροχαίο. Το γεύμα είναι ένα κυριακάτικο μνημόσυνο. Παίζει τον ρόλο των αρχαίων μνημόσυνων μόνο που οι προσφορές πάνε στους γειτονικούς μετανάστες, και τα ειδικά γεύματα στον τάφο (παλιότερο έθιμο) έχουν μετακομίσει στο τραπέζι της κουζίνας. Όσο προχωράει ο μονόλογος της Αλεξάνδρας νιώθουμε ότι η απώλειά της έχει τη ρίζα της τόσο στις κρατικές δομές και υπηρεσίες,- ο οδικός άξονας ΒΟΑΚ, που ακόμα φτιάχνεται είναι ο Μολώχ της ασφάλτου- όσο και στις νοοτροπίες που μαστίζουν παλιές και νεότερες κρητικές γενιές.
Η Αλεξάνδρας, ως χαρακτήρας εξελίσσεται μέσα στο αφήγημα. Το υπαρξιακό δράμα που ζει, ο πόνος της απώλειας μεταλλάσσονται σε κρίση αυτογνωσίας. «…φοβήθηκα να προχωρήσω. Ν ΄ανοίξω τα χαρτιά μου και να ξανοιχτώ στο πέλαγος. Και που κώλωσα κάποια στιγμή που πάγωσα μπροστά σε πράγματα που δεν ήξερα καν, που δεν φανταζόμουν όσο κι αν ψυχανεμιζόμουν. Που βασικά δεν ήθελα να ακούσω. Και να αντιμετωπίσω..» . Θα αναλογιστεί και η ίδια την μερικές φορές όχι καλή συμπεριφορά της απέναντι στα παιδιά της, τις προσωπικές της ευθύνες, ακόμα κι αν δεν μπορεί να πετάξει ολοκληρωτικά από πάνω της τον εαυτό της, όπως διαμορφώθηκε για τις μάνες μέσα στη δική της γενιά. Η απώλεια τελικά γίνεται σημείο αυτοκατανόησης, οδυνηρό αλλά και ατελές. Ωραίο λογοτεχνικός λόγος αν σκεφτεί κανείς ότι πρόκειται για έναν μονόλογο 200 σελίδων που δεν σ΄ αφήνει να ησυχάσεις.
Νίκος Α. Μάντης, Τοξική αρρενωπότητα, Καστανιώτης
Ο Νίκος Μάντης είναι σπουδαίος μυθιστοριογράφος. Επίσης δεν δημοσιεύει ποτέ αν δεν έχει να πει κάτι. Μετά το φανταστικό μυθιστόρημά του Αδύνατες Πόλεις, όπου η γραφίδα του προσπέρασε μερικούς αιώνες ξεφεύγοντας από τα προφανή σημερινά μελλοντολογικά μυθιστορήματα της σειράς, παρουσιάζει μια συλλογή διηγημάτων με ενιαίο χαρακτήρα: τη διερεύνηση του μύθου του σημερινού αρσενικού. Έχει ξαναγράψει διηγήματα, με τίτλο Ψευδώνυμο,(2006). Τα διηγήματα αυτής της σειράς αφορούν τον μύθο της αρρενωπότητας, την κατασκευή, την φήμη και την θορυβώδη πτώση του. Θα έλεγα πως με μια πρώτη ματιά οι ήρωες του είναι αντιπαθητικοί. Ο γενικός τίτλος όμως είναι σαφώς ειρωνικός, οι ανδρικοί χαρακτήρες του καταρρέουν ο ένας μετά τον άλλον. Ο μύθος τους είναι διάτρητος- ούτε οι ίδιοι δεν πιστεύουν πια σε αυτόν. Ο άνδρας βρίσκεται αντιμέτωπος με την κατασκευή του και όταν το συνειδητοποιεί καταρρέει.
Οι άνδρες του Μάντη κυνηγάνε τον έρωτα, «φτιάχνονται» από μια κοινωνία που δεν τους συμπαθεί, απλώς τους χρησιμοποιεί. Φοβούνται την ερωτική απόρριψη, την αληθινή σχέση, το να είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Τα διηγήματα αυτά δεν μιλάνε μόνον για άνδρες αλλά για όλους και όλες. Οι άνδρες καθρεφτίζουν και τις γυναίκες, τις εμμονές, τις απόψεις, τις θεωρίες- και αυτές είναι τα ίδια θύματα. Στο background υπάρχει μια αντιπαθητική, αδηφάγος, ανήθικη κοινωνία που κατασκευάζει θύματα σε πολλαπλά αντίγραφα. Το φύλο δεν έχει τόση σημασία όσο το πως βρίσκεται αυτό μέσα στις σχέσεις και από τι ορίζονται αυτές. ¨Ήρωες και ηρωίδες εγκλωβισμένοι και εγκλωβισμένες σε αξεδιάλυτα πολυπλόκαμα δίκτυα , τα οποία ορίζουν και προκαθορίζουν τη ζωή τους.
Οι κινήσεις των χαρακτήρων του είναι προδιαγεγραμμένες, γι αυτό και οδηγούν τις περισσότερες φορές στην ματαίωση. Οι περισσότεροι ήρωες του είναι μοναχικοί λύκοι, χωρισμένοι, ζουν μια ζωή που δεν τους αποδίδει πια χαρά. Μερικές φορές φεύγουν (όπως στο «Η έξοδος») όταν συνειδητοποιούν ότι ο εαυτός τους δεν τους ικανοποιεί, όταν δεν υπάρχει ζέουσα ζωή γι αυτούς. Υπάρχουν μικρές εξαιρέσεις όπως η ανδρική φιλία, ακόμα και τραυματισμένη (στο «Αποκαθήλωση» ή στο ομότιτλο «Τοξική αρρενωπότητα»), φέγγει ένα αδύναμο φως ελπίδας.
Ο Μάντης δεν εγκαταλείπει τον αγαπημένο του φανταστικό χώρο. Στο διήγημα με τίτλο «porn revenge» ο ήρωας δημιουργεί ένα site στο όνομα μιας περσόνας, της Αρετής, στην οποία δανείζει το σώμα και το σεξ απήλ της νεκρής, αγαπημένης, όμορφης γυναίκας του, σε μια προσπάθεια να νικήσει την οδυνηρή απώλεια. Το site μετεξελίσσεται σε πλατφόρμα ερωτικών ραντεβού, μέχρι που αυτό θα ζωντανέψει την Αρετή κλονίζοντας την ισορροπία του ήρωα.
Ο Μάντης βάζει στο μικροσκόπιο του ανθρώπινες καταστάσεις για να τις τραβήξει στα άκρα, η λογοτεχνία του διερευνά την ανθρώπινη συνθήκη. Όλα τα διηγήματα έχουν ένα κοινό παρονομαστή, την αποδόμηση των σημερινών κοινωνικών σχέσεων, την κατάρρευση του μύθου της πατριαρχίας, την διάβρωση του κοινωνικού ανθρώπου.
Χίλντα Παπαδημητρίου, Κομπολόι στο χώμα, Μεταίχμιο
Κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα το οποίο διαβάζεται και ως κοινωνιολογική μελέτη των αλλαγών που μετεξελίσσουν την ελληνική κοινωνία. Η Χίλτα Παπαδημητρίου δεν ξέρει απλώς να υφαίνει ιστούς μυστηρίου αλλά να τους εντάσσει και στην αδιόρατη πραγματικότητα που υφέρπει στα σπλάχνα της κοινωνίας. Στο προκείμενο στα άδυτα της μυστικής Αθήνας, αυτής που δεν φαίνεται εύκολα, που καλύπτεται από την γυαλιστερή βιτρίνα μιας ψευδώνυμης ευμάρειας. Στο μυθιστόρημά της πρωταγωνιστεί η πόλη, ιδίως το κέντρο της με τις προσπάθειες που γίνεται να «αναπτυχθεί» μέσω της αλλοίωσής του (gentrification). Άλλος πρωταγωνιστής είναι η μουσική με αφορμή το ιστορικό κτήριο του εργοστασίου της Columbia στον Περισσό και τους παλιούς μουσικούς που χάνονται. Από εκεί αρχίζει και το μυστήριο: κάποιες εργασίες για έναν χαλασμένο αγωγό στο κτήριο της Columbia φέρνουν στο φως δύο σκελετούς. Σε κάποιο από τα οστά είναι μπλεγμένο ένα χαρακτηριστικό κομπολόι. Την υπόθεση έχει αναλάβει η Αΐντα Μητροπούλου, ένα μοναχικό φρικιό που υπηρετεί στη ΓΑΔΑ, πουλέν του κλασικού ήρωα της συγγραφέως, Χαρίδημου Νικολόπουλου, ο οποίος έχει αποχωρήσει από την υπηρεσία. Η υπόθεση εξελίσσεται παράλληλα με την αναζήτηση των δολοφόνων τριών γυναικών. Η συγγραφέας κινεί με ενδιαφέρον τις σχέσεις των άλλων αστυνομικών μέσα στον μικρόκοσμο της ΓΑΔΑ, του σκληρού Γεωργίου, του έμπειρου Παρασκευά, του Ρομά Χαλυβδόπουλου, του αρχηγού Αποστολίδη και άλλων. Οι δύο σκελετοί εικάζεται ότι ανήκουν σε ένα ζεύγος: μια παλιά λαϊκή τραγουδίστρια και τον ερωμένο της. Στην υπόθεση θα μπλεχτεί κι ένας μονόχνωτος, περίεργος δημοσιογράφος με το όνομα Παπαδιαμάντης, ο οποίος κατέχει τον μίτο της σκοτεινής ιστορίας.
Αφηγηματικά η ιστορία εξελίσσεται σε πολλά επίπεδα, καθώς υπάρχουν διάσπαρτα στοιχεία, τα οποία οδηγούν συνεχώς σε νέα δεδομένα που ανατρέπουν τα προηγούμενα, διατηρώντας αμείωτο το σασπένς. Η Χ.Παπαδημητρίου γράφει για τις αγάπες της, την Αθήνα που χάνεται, τη μουσική και τους ανθρώπους της – και με λίγο Springsteen που υπεραγαπά).
Γιώργος Μητάς, Πλανήτες, Ύδατα και Νήσοι, Στερέωμα
Είχε να εκδώσει από το 2021 ο Γιώργος Μητάς που τον θαυμάσαμε για την αισθητική του λόγου, ιδιαίτερα στο προηγούμενο βιβλίο του Τα δύο δώρα (Στερέωμα, 2021), Η συλλογή διηγημάτων Πλανήτες, Ύδατα και Νήσοι περιγράφει ακριβώς τι θα διαβάσει ο αναγνώστης : διηγήματα για τον περίεργο μικρόκοσμο του νερού, φανταστικές ιστορίες για τον πλανήτη Άρη και μια επιστολογραφία με επίκεντρο την Σίφνο. Στο πρώτο μέρος ένας μικρός μαθητής κερδίζει έναν διαγωνισμό γράφοντας εννιά ιστορίες για τον πλανήτη Άρη. Είναι μικροιστορίες, κυρίως αστροναυτών που χάθηκαν ή κέρδισαν το διαπλανητικό ταξίδι. Το δεύτερο μέρος αφορά ιστορίες από τον υδρόβιο μικρόκοσμο. Διαβάζουμε για θαλάσσια ζωάκια με τους εξωτικούς τίτλους Hippocampus denise, Caulophryne jordani, Pseudobicceros gratus, Eunice viridis και άλλους που αντλεί ή κατασκευάζει από τις σπουδές του στην αλιευτική βιολογία. Όλα αυτά τα θαλασσινά ζωάκια έχουν περίεργη, εξαιρετικά ανορθόδοξη ερωτική ζωή, η οποία περιγράφεται με την εσάνς μιας επιστημονικής διατριβής αλλά με λογοτεχνικούς όρους. Τα ερωτικά διηγήματα συνεχίζονται με τον έρωτα δύο αντιμαχόμενων πτηνών και ενός γιγάντιου φυσητήρα που αναζητώντας ταίρι θα συγκρουστεί με ένα επιβατηγό πλοίο που ταξιδεύει προς τα Χανιά και θα πεθάνει παρθένος. Ομοίως θα μάθουμε γιατί η σούπα χελιδονοφωλιών είναι τόσο γευστική καθώς οφείλεται στη ζελατίνη που αρπάζουν τα χελιδόνια από θαλάσσιους εραστές του είδους Holothuria. Η συλλογή κλείνει με τις ευφάνταστες επιστολές ενός συμβολαιογράφου στον φίλο του Ορφέα. Ξεχωρίζω ανάμεσά τους το διηγηματάκι για τα μαύρα προτρέτα, τα οποία ζωγραφίζει μία εικαστικός στη Σίφνο και τα οποία υπηρρεάζουν και αλλάζουν τη ζωή των μοντέλων τους.
Τα κείμενα του Μητά είναι μικρά, αναπάντεχα και αρκετά υπρρεαλιστικά, μου θυμίζουν λίγο τα κείμενα του Δημήτρη Καλοκύρη, ως προς το ρεαλιστικότερο. Διαθέτουν λογοτεχνικό λόγο λεπτών αποχρώσεων στον οποίον διακρίνουμε αυτή την αισθητική που αγαπήσαμε και στα προηγούμενα έργα του.
Άκης Παπαντώνης, Στα θερμοκήπια του Αυγούστου, Κίχλη
Ο Άκης Παπαντώνης ανήκει και αυτός , όπως οι προηγούμενοι συγγραφείς στην κατηγορία, γράφω για να σχεδιάσω έναν κόσμο. Ανεξαρτήτως αν υπάρχει ή δεν υπάρχει. Στο βιβλία του (το πρώτο και το τρίτο βραβευμένα από τον Αναγνώστη), ο τόπος παίζει σημαντικό ρόλο, θα έλεγα ότι επέχει θέση χαρακτήρα. Οι τόποι στα διηγήματα αυτά είναι κυρίως χωριά ή νησιά που λειτουργούν ως παραθεριστικές κατοικίες, περιοχές της Αττικής αλλά υπάρχει και λίγο Γερμανία και Λονδίνο. (Κάτω Διμηνιό, Ζάκυνθος, Κάντια, Λόγγος, Δραπετσώνα, Νέα Στύρα, Κολωνία, Σπέτσες, Σαράντα Εκκλησιές, Ζωγράφου, Ωρωπός, Βύρωνας, Σούρμενα, Πάργα, Ριτσώνα, Άγιος Κοσμάς, Καμάρι, Λονδίνο, Φρεαττύδα).
Δεύτερο χαρακτηριστικό είναι ο χρόνος: Αύγουστος κάποιου καλοκαιριού. Όλοι γνωρίζουμε τη μυθολογία αυτού του μήνα: οι πόλεις αδειάζουν, οι παραθεριστές κατακλύζουν χωριά και νησιά, περαστικοί έρωτες λάμπουν σαν πυροτεχνήματα, χωρισμοί οριστικοποιούνται. Η ζέστη και η ανυπόληπτη μοναξιά κάνει τους ήρωες να παίρνουν αποφάσεις.
Το τρίτο χαρακτηριστικό των διηγημάτων του Παπαντώνη είναι η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση του αφηγητή στον κύριο ήρωα της ιστορίας. Σε ξενίζει στην αρχή αλλά συνηθίζεις εύκολα στη συνθήκη αυτή.
Το τέταρτο χαρακτηριστικό είναι οι υποσέλιδες σημειώσεις, οι οποίες δίνουν μια προέκταση ή μια επεξήγηση για την ιστορία στον αναγνώστη. Δεν είναι ασήμαντες αλλά επέχουν ουσιαστικό ρόλο στην κατανόηση της ιστορίας.
Ο τίτλος είναι ενδεικτικός και ειρωνικός ίσως: Στα θερμοκήπια του Αυγούστου εκκολάπτονται αδιόρατες αλλαγές. Οι ήρωες του είναι συμβατικοί: νεαρά παιδιά, έφηβοι, παππούδες, γιαγιάδες, μεσήλικοι, παντρεμένοι και βαρετοί. Ζουν σε καθημερινές καταστάσεις μέσα στο καλοκαίρι. Κάτι συμβαίνει, δεν το αντιλαμβάνονται όλοι. Μόνον ο αναγνώστης (βλ. το διήγημα «Σούρμενα»). Σε άλλο διήγημα (Ωρωπός ΙΙΙ) ενώ παρακολουθούμε ένα νεαρό ζευγάρι να κάνει για πρώτη φορά έρωτα η πραγματική ιστορία συμβαίνει στις υποσέλιδες σημειώσεις με τον ανεκπλήρωτο έρωτα του θείου.
Αυτή η αφηγηματική τεχνική του Παπαντώνη μετατρέπει ακόμα και κάποιες αρχικά επίπεδες ιστορίες σε λογοτεχνικό κλειδί απόλαυσης.
Κώστας Φασουλόπουλος, Ψηλά τα χέρια, σύντροφε, κυψέλη παλπ
Τo βιβλίο του Φασουλόπουλου μαζί με το βιβλίο του Cornell Woolrich Η νύφη φορούσε μαύρα εγκαινίασαν μια σειρά λαϊκών αστυνομικών των εκδόσεων κψμ. Το μυθιστόρημα του Φασουλόπουλου ανταποκρίνεται πλήρως στον όρο παλπ/pulp: μαλακό χαρτί και εξώφυλλο αλλά κυρίως περιεχόμενο λαϊκό. Αγαπημένο είδος της παλπ λογοτεχνίας το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ήταν αστυνομικές ιστορίες (hard-boiled) , με περιπέτεια, δράση, μυστήριο που στηρίζονταν πολλές φορές σε πραγματικά γεγονότα. Το κεντρικό θέμα στο Ψηλά τα χέρια σύντροφε αφορμάται από την περίφημη ληστεία τον Δεκέμβριο του 1992 στο υποκατάστημα της τότε Τράπεζας Εργασίας επί της οδού Καλλιρρόης 19 στον Νέο Κόσμο. Την ληστεία στο αφήγημα του Κ.Φ.πραγματοποιούν πολύ επαγγελματικά δύο «ερασιτέχνες». Πρώην σύντροφοι σε αριστερίστικες οργανώσεις και νυν επαγγελματίες μηχανικοί. Ο αρχηγός, ο Πρέκας, πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα, με δικό του γραφείο, ασχολείται με τις ληστείες ως χόμπυ (αυτό είναι ίσως και το αδύναμο στοιχείο της ιστορίας). Αντίθετα ο φίλος του, Καραγιάννης, έχει ιδεολογικούς λόγους, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια. Βοηθούς τους έχουν δύο φρικιά, κλεφτρόνια των Εξαρχείων, έμπιστα και αποτελεσματικά. Η ληστεία φαίνεται καλοσχεδιασμένη και οι ετοιμασίες προχωρούν. Όμως η οργανωμένη μαφία, οι αδελφοί Μερτζάνη, το μαθαίνει και ζητά να συμμετάσχει και αυτή στο σχέδιο προσφέροντας μερίδιο αναλογικά. Η ληστεία γίνεται και είναι πετυχημένη. Όμως οι μαφιόζοι δεν κρατούν το λόγο τους και εξαφανίζονται. Τότε αναλαμβάνουν τα ηνία οι επαναστάτες/μετανάστες των οποίων ηγείται ο Καραγιάννης. Η ιστορία στην εξέλιξη της έχει πολλές ανατροπές. Σε αυτές συμμετέχει η Μωραΐτη, μια μοιραία γυναίκα που γνωρίζει ο Πρέκας σε ένα χειμερινό σινεμά (στο Ααβόρα) που παίζει παλιά νουάρ και περιπέτειες , και την οποίαν ο ίδιος ερωτεύεται. Ρόλο στην ιστορία έχει και ο Μάζης, ο σκοτεινός (όπως θα αποδειχθεί) αιθουσάρχης του Ααβόρα.
Η περιπέτεια είναι καταιγιστική. Από κεφάλαιο σε κεφάλαιο υπάρχουν εξελίξεις. ΟΙ ήρωες είναι σχεδιασμένοι νατουραλιστικά, θυμίζουν ήρωες του Γιάννη Οικονομίδη. Η γλώσσα είναι απλή, ο ρυθμός κυματιστός αιχμαλωτίζοντας τον αναγνώστη, δικαιώνοντας τον όρο παλπ.
Χρήστος Χωμενίδης, Δεκατρία, Πατάκης
Το διάβαζα και ήταν σαν να τον άκουγα. Αφηγητής- παραμυθάς. Στο Δεκατρία αφηγείται την οικογενειακή του ζωή έως τα δεκατρία πρώτα χρόνια της ζωής του. Ένα μεγάλο τμήμα στην αρχή αφορά στο γενεαλογικό του δένδρο, τις ιστορίες από τους παππούδες και τις γιαγιάδες και των δύο γονιών του. Πολυσχιδείς ιστορίες που περιλαμβάνουν θείους, θείες, ερωμένους και ερωμένες, ξαδέλφια και ανίψια, γάμους αποτυχημένους και μη. Κάποιες από αυτές τις έχει διηγηθεί στο παλιότερο και σούπερ επιτυχημένο μυθιστόρημά του Νίκη. Ο Χωμενίδης στο Δεκατρία μυθοποιεί τον εαυτό του. Το σκηνικό είναι οι γύρω του, κυρίως ο πατέρας του Αλέξανδρος αλλά στο κέντρο είναι η δικιά του προσωπικότητα. Ο πατέρας του Αλέξανδρος είναι από μόνος του μια περσόνα που θα της άξιζε χωριστό μυθιστόρημα. Εκκεντρικός, δεξιός που ψηφίζει ΕΚΚΕ μάλλον γιατί κάποια αριστερίστρια τού είχε γυαλίσει, κομψευόμενος, κουλτουριάρης, αντικομφορμιστής σε μια περίοδο που η κοινωνία δεν χώνευε πολλά καμώματα, ξενοκοίτης αλλά μόνιμα ερωτευμένος με τη γυναίκα του Νίκη, την οποίαν παντρεύτηκε κόντρα στο αριστερό/κομμουνιστικό περιβάλλον της. Η οικογένεια μεγαλώνει τον Χρήστο ελευθεριακά και αυτός θα υποστεί το απαραίτητο μπούλιγκ της εποχής αλλά θα καταφέρει να το περιγράψει ως πλεονέκτημα στο στήσιμο της μυθολογίας του. Πίσω από την ιστορία του ΧΧ υπάρχει και η εποχή με όλα τα κουσούρια της αλλά και τη νοσταλγία: τα θαλασσινά μπάνια με τα πούλμαν, η Φωκίωνος Νέγρη, τα πρώτα ροκ εν ρολ πάρτυ, οι ξαδέλφες που ξυπνούν ερωτικές φαντασιώσεις. Ο ΧΧ, όπως και οι γονείς του, δείχνει απεριόριστη κατανόηση στα ανθρώπινα πάθη π.χ. για τη θεία που ζει με δύο άνδρες ταυτόχρονα, για το φιλικό αιμομικτικό ζευγάρι, για το πως ο πατέρας έκανε τις απαραίτητες υποχωρήσεις για να βρεθεί να υπηρετεί στην ΕΣΑ κ.τ.λ. Το Δεκατρία είναι τελικά μια ανθρωπογεωργαφία της πρώτης μεταπολιτευτικής εποχής Ο λόγος του ΧΧ κυλά αβίαστα, είναι πολλές στιγμές εξαιρετικά απολαυστικός – θα το έβαζα στην κατηγορία «βιβλίο για το καλοκαίρι».
Συν 1 διαφορετικό αλλά όχι και τόσο διαφορετικό αφήγημα…
Στίβεν Φράι, Οδύσσεια, μτφρ. Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης
Αυτή η ακροτελεύτια επιλογή δεν είναι από έλληνα συγγραφέα αλλά από φιλέλληνα, έχει αμιγώς ελληνικό περιεχόμενο, το οποίο εδώ και αιώνες είναι διεθνές. Ο Στίβεν Φράι έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την ελληνική μυθολογία. Θυμίζω τα προηγούμενα βιβλία του Μύθος και Ήρωες (από τις εκδ.Πατάκη και τα δύο). Εδώ αφηγείται την Οδύσσεια, θέμα επίκαιρο λόγω και της ταινίας του Νόλαν,
Ένα απόλυτα απολαυστικό βιβλίο με γνώση και χιούμορ. Ο Φράι γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική μυθολογία. Το αφήγημά του, Οδύσσεια, μένει πιστό στην ιστορία αλλά και το εμπλουτίζει. Δεν αρκείται στο να αφηγηθεί τις περιπέτειες του Οδυσσέα αλλά τις ενισχύει με επιπλέον πληροφορίες έτσι ώστε να παρακολουθούμε τους ήρωες και εκτός του κυρίως κειμένου. Ας πούμε αναφέρει κάπου την εμφάνιση της Λευκοθέας , στη σημείωση θα μας δώσει το πλήρες οικογενειακό της δέντρο και θα εξηγήσει γιατί η ¨Ήρα μισούσε την Λευκοθέα, ή αλλού θα αποκαλύψει ποια είναι η μυθική προέλευση των άλμπατρος. Σε πολλές περιπτώσεις θα δώσει ετυμολογικές εξηγήσεις π.χ. από που βγαίνει η ονομασία της Ιταλίας ή επιστημονικές , όπως πως ακριβώς ήταν οι πεντηκόντοροι, δηλαδή τα πλοία του Οδυσσέα.
Όμως πάνω από όλα ο Φράι έχει μια υπέροχη αφηγηματική ροή, διαθέτει αυτό το λεπτό και άλλοτε υποδόριο αγγλικό χιούμορ παραδίδοντας μια απολαυστική, μοναδική απόδοση του έπους- σε μια ξαπλώστρα το διάβασα μονορούφι.





















