10 χρόνια “Α”:   “Τα χρυσά φλουριά” (του Θεόδωρου Γρηγοριάδη)

0
310

του Θεόδωρου Γρηγοριάδη

 

Ο ξάδελφος στο μαγαζί τους μου δείχνει τα χρυσά φλουριά. “Δεν είναι μαστίχες”, λέει. “Δεν τις μασάς. Τις φοράνε οι μπαμπάδες εδώ (μου δείχνει πάλι) όταν δεν θέλουν να κάνουν παιδιά”.

Είμαστε στο μπακάλικο του θείου Αχιλλέα. ‘Ενα μαγαζί με χιλιάδες πράγματα. Τσουβάλια με φασόλια και φακές, πατάτες και ρύζια, κρεμμύδια, χαρούπια, τενεκέδες με βούτυρο, τυριά, σαλάμια… Ξύλινα ράφια γεμάτα κονσέρβες, η ζυγαριά που κουνιέται σαν τραμπάλα, το καντάρι για το βαρύ ζύγισμα, οι καφέ χαρτοσακούλες.

Και ψηλά, ψηλότερα, πάνω από τα ράφια, κρεμασμένα τα κάδρα. Τοπία με θάλασσες και βουνά, με σκηνές από την Καινή Διαθήκη. Με παλιές γυναίκες που ακουμπάνε σε μπαλκόνια, λουλούδια και πουλιά κρέμονται από τα χέρια τους, αγγελούδια τραγουδάνε γύρω τους. Χαζεύω με τις ώρες τα κάδρα που τα αγοράζουν στους γάμους για δώρα. Μακάρι να’ταν δικό μας το μαγαζί.

“Να το αγοράσουμε, αλλιώς θα μας φάει και μας η Γερμανία” είπε ο μπαμπάς το βράδυ που ξεσηκώθηκε να φύγει το μισό χωριό με το τρένο από την Δράμα και την Θεσσαλονίκη.

Τελικά θα αγοράσουμε το μπακάλικο του θείου Αχιλλέα και θα έχουμε δύο δουλειές. ΄Αρα πιο πλούσιοι. Ο μπαμπάς μου λέει ότι περιμένει μεγάλη βοήθεια από μένα στο μέλλον. “Το μαγαζί θα το κρατάς εσύ” μου λέει σοβαρά. “΄’Είσαι πια δέκα χρονών, να το φροντίζεις. Να σέβεσαι τα χρήματα που βγάζουμε”.

Βγάζει δύο τραπεζικά βιβλιάρια και αρχίζει τους υπολογισμούς.  Σπουδαία τα χρήματα. Ανοίγω το συρτάρι και τα μετράω. Τα χάρτινα έχουν μεγάλη αξία. Με ένα κατοστάρικο γεμίζεις μία τσάντα τρόφιμα για ένα μήνα. ΄Ομως οι περισσότεροι δεν έχουν χρήματα. Ψωνίζουν βερεσέ. “Γράψ’ τα” λένε με κατεβασμένο κεφάλι. Φέρνουν το τεφτεράκι, εμείς έχουμε το χοντρό βιβλίο και περνάμε εκεί τα βερεσέδια. Είναι πολλοί χρεωμένοι και θα μας πληρώσουν όταν πουλήσουν τα  καπνά. Καμιά φορά λυπάμαι που είναι  πιο φτωχοί από εμάς.

Επίσης μου αρέσουν τα νομίσματα.΄Οχι όμως οι δεκάρες. Είναι ελαφριές και τρύπιες, δεν αγοράζεις τίποτε με δεκάρες. Τα άλλα νομίσματα έχουν πάνω τους το κεφάλι του Βασιλιά και από την άλλη μεριά ένα πουλί που τσουρουφλίζεται στις φλόγες.

Και ξαφνικά θυμάμαι τα χρυσά φλουριά. Οι στρογγυλές τσίχλες βρίσκονται στη βιτρίνα με τα σοκολατάκια, τα πτι μπερ Παπαδοπούλου και τα λουκούμια. Τις ανοίγεις στα δύο και μασάς. Κάνεις  φουσκάλες. Πατ! Σκάνε και κολλάνε στα χείλη. Όμως οι άλλες, τα πονηρά χρυσά φλουριά, σκάω να μάθω τι έχουν μέσα. Τις μασάνε ή τις φοράνε; Τις λένε καπότες, λέξη κακή.

Σηκώνομαι στις έξι το πρωί και έρχομαι στο μαγαζί γιατί από φέτος δεν με παίρνουν στα καπνά. Βγάζω έξω τα πράγματα, κουβάδες, σύρματα περίφραξης, σκούπες, κοντάρια, φιάλες υγραερίου, τσάπες, όλα βαριά κι ασήκωτα. Όταν δεν έχω δουλειά διαβάζω βιβλία και ακούω ραδιόφωνο. Αν έρθει πελάτης λίγο συγχύζομαι αλλά δεν πρέπει.

Δεν μπορεί, κάπου τις έκρυψε ο μπαμπάς. Λέω τη λέξη δυνατά και με τρομάζει, γιατί ξέρω… Ξέρω τι τις κάνουν, όμως θέλω να τις δω και από μέσα. Μια μέρα ένας άντρας από τον πάνω μαχαλά με ρώτησε, “πότε έρχεται ο μπαμπάς σου, Θοδωράκη; Θέλω κάτι, εκείνος ξέρει”. Μου έκλεισε το μάτι με νόημα. Εγώ κατάλαβα. Λένε ότι γκαστρώνει κορίτσια.

Τις βρήκα! Πίσω από τις χτένες και τα τσιμπιδάκια, κάτω από τις κρέμες NIVEA και τα ξυραφάκια ASTOR. Βαλμένες σε ένα χάρτινο κουτί που γράφει “πινέλα”. Ανοίγω προσεκτικά το κουτί και φυσικά δεν έχει πινέλα. Αστράφτουν στο φως. Τρέμω που τις πιάνω. Γεμάτο το κουτί, αν πάρω μία ποιος θα το καταλάβει; Τη χώνω στην τσέπη μου και περπατάω αργά λες και κρύβω πέτρα βαριά.

Την ανοίγω στα δύο. Τη βάζω στο στόμα, φουσκώνει σαν μπαλόνι,  μεγαλώνει, μακραίνει, ξεφεύγει και πετάει μέσα στο δωμάτιο, προσγειώνεται πάνω στην ντουλάπα. Αυτό μας έλειπε. Να κυνηγάω τώρα και καπότες. Βάζω μια καρέκλα και την κατεβάζω, μαράθηκε. Θα τη τιμωρήσω, την πετάω στην τρύπα της χέστρας, βαθιά μέσα στον βόθρο.

Κι αν πάρω άλλη μία τι θα γίνει; Θέλω να δω κάτι ακόμη. Την χώνω πάλι στην τσέπη μου, ελαφρόπετρα. Πρέπει να βρω μια ώρα που λείπουν όλοι από το σπίτι. Σκέφτομαι και κάτι άλλο. Να τη γεμίσω με νερό. Μέχρι επάνω. Έτσι μεγαλώνει περισσότερο και γίνεται σαν μπαλόνι. Πλαφ! Σκάει, χύνεται το νερό πάνω στον λουλουδάτο μουσαμά.

Κι αν τις έχει μετρημένες ο μπαμπάς;

Ο μπαμπάς με κοιτάζει παράξενα. “Καλά είναι που ψάχνεις και μαθαίνεις το μαγαζί. Αλλά άσε και καμία μέσα, δεν είναι παιχνιδάκι. Τις πουλάμε. Θα τις χρειαστείς κι εσύ μια μέρα”.

Σιγά σιγά αδειάζει το κουτί και γεμίζει με πινέλα. Όμως και οι στρογγυλές καπότες άλλαξαν συσκευασία, έγιναν τετράγωνες. STOP τις λένε τώρα και τις πουλάει ο ανάπηρος πολέμου στο περίπτερο της πλατείας. Μάλιστα δεν τις κρύβει, τις έχει πάνω στο ραφάκι, δίπλα στα τσιγάρα και τις βλέπουμε πια όλοι, μικροί και μεγάλοι.

 

 

“Οι περιπέτειες ενός μικρού κειμένου” γράφτηκαν το 1980-3 και δημοσιεύονται σποραδικά σε λογοτεχνικά περιοδικά. Τα πρώτα αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο “Υπόστεγο” της Καβάλας (1988 και 1997). 

Προηγούμενο άρθρο«Στις γραμμές των συνόρων» με βιβλία στα Χανιά (29 Ιουνίου – 3 Ιουλίου 2022)
Επόμενο άρθροΕίμαστε ο κόσμος  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ