Και διηγώντας τα… να τρως

0
296

Του Ανδρέα Στάικου.

Το βιβλίο της Μελίσσας Στοΐλη «Και διηγώντας τα… να τρως», κάλλιστα θα μπορούσε να διεκδικήσει και τον διαβόητο τίτλο «Και διηγώντας τα… να κλαις», εννοώντας τα περασμένα μεγαλεία, στην περίπτωση του βιβλίου, τα γευστικά περασμένα μεγαλεία. Η συγγραφεύς καταφεύγει στο γευστικό παρελθόν, επικαλείται τη γευστική μνήμη, θυμάται τα αμέτρητα γευστικά τότε, το καθένα εκ των οποίων είναι ένα ανεπανάληπτο συμβάν, μοναδικό, που ποτέ δεν θα αναπαραχθεί με τον ίδιο τρόπο, ποτέ πια το περιβάλλον, το τοπίο, η ατμόσφαιρα, τα πρόσωπα και οι καταστάσεις δεν θα είναι απαραλλάκτως τα ίδια. Ένα τραπέζωμα, γεύμα, δείπνο ή έστω ένα απλό κολατσιό παρά την πρόσκαιρη χαρά και την ευφροσύνη της συνεύρεσης, ανεπαισθήτως οδηγείται στο αναπόφευκτο, μελαγχολικό τέλος. Θα συμπεριληφθεί στην παρακαταθήκη της μνήμης τού όποιου συνδαιτυμόνα. Το κάθε φαγητό, αν όχι και η κάθε μπουκιά έχουν το κατακόκκινο ηλιοβασίλεμά τους, το οποίο έπειτα από πολλές μενεξελί φάσεις, ολοένα σκουραίνοντας παραδίδεται στο οριστικό και τρομακτικό μαύρο. Μέσω του φαγητού, ως μοναδικού και ανεπανάληπτου συμβάντος βιώνεται καθημερινά ένας μικρός αποχαιρετισμός, ένας προσωρινός μικρός θάνατος. Το σύνολο των πολυάριθμων, καθημερινών, μικρών αυτών θανάτων είναι η ζωή μας που αργά αργά, ηδονικά και βασανιστικά, αδειάζει όπως το πιάτο με το φαγητό. Μακάριοι οι ζώντες άπειρους παρόμοιους μικρούς θανάτους.

Η Μελίσσα Στοΐλη με την ευαίσθητη, αισθητική, αισθησιακή βίωση πολλών τέτοιων μικρών θανάτων αποτίει φόρον τιμής στα εδέσματα της προτιμήσεώς της, στα εδέσματα που της χάρισαν τέτοια λαμπρότατα όσο και τρομακτικά ηλιοβασιλέματα. Έτσι, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου της, κατέγραψε όπως εκείνη ήθελε, αλλά όπως και οι παραδόσεις ήθελαν, όπως και οι ιστορίες, τα παραμύθια και τα ακούσματα ήθελαν, με σαφήνεια και άλλοτε με ασάφεια την ιστορία αυτών των εδεσμάτων. Πώς; Πού; Γιατί; Την ιστορία των πρώτων υλών, την καταγωγή τους, την πρώτη τους αδέξια εμφάνιση, την πρώτη απλοϊκή χρησιμοποίησή τους, την εξέλιξή τους σε συνδυασμό με άλλες ύλες και υλικά και σκόνες και χρώματα έως ότου λάβουν την τελική, τελική με ερωτηματικό βεβαίως, σύνθεσή τους. Το παραμύθι της μαγειρικής δεν τελειώνει ποτέ. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου παρελαύνουν αγριάνθρωποι, μάγισσες, νεράιδες, πριγκίπισσες, πλούσιοι, φτωχοί, χορτάτοι, πεινασμένοι, άνθρωποι παλαιοί και άνθρωποι σύγχρονοι. Οι οποίοι δαμάζουν, εξημερώνουν και εξευγενίζουν ζώα και φυτά… που παραδίδονται νικημένα στο πιάτο μας.

Πώς η μαγειρική από λειτουργία στοιχειώδους επιβίωσης μεταβάλλεται μέσω της αέναης αναζήτησης σε λειτουργία κοινωνική, αισθητική, καλλιτεχνική. Η ανάγκη της επιβίωσης μεταβάλλεται σε τέχνη της πολυτέλειας, σε τέχνη του περιττού. Η σύμπραξη και άλλων τεχνών είναι απαραίτητη. Αντί με τα χέρια τρώμε με μαχαιροπίρουνα ασημένια. Αντί για τα γόνατα στρώνονται τραπέζια με χαρτί εφημερίδας και λαδόκολλας. Και έπειτα τραπεζομάνδηλα, ενίοτε δαντελένια. Κεριά σε ασημένια κηροπήγια και στραφταλίζοντες πολυέλαιοι φωτίζουν τους συνδαιτυμόνες που ακολουθούν το γευστικό πρόγραμμα με κομψά κοστούμια και γυναίκες με τουαλέτες της τελευταίας μόδας. Τα άξεστα πήλινα δοχεία και οι καραβάνες μετατρέπονται σε σερβίτσια πορσελάνης των Σεβρών, της Λιμόζης ή της Σαξονίας. Μέσα σε παρόμοια σερβίτσια τα εδέσματα προσφέρονται σε μελετημένες ζωγραφικές συνθέσεις με αναλογίες και αντιθέσεις όγκων και χρωμάτων. Πραγματικά το βιβλίο της Μελίσσας με αναγκάζει, όπως οι μάγειροι των διηγήσεών της, να εφεύρω και εγώ το δικό μου παραμύθι.

Μια φορά κι έναν καιρό ή κάποτε στο κοντινό ή το μακρινό μέλλον -διαλέγεται και παίρνετε- είχε παρατεθεί ένα πολυτελέστατο δείπνο. Ο γενικός θαυμασμός των παρισταμένων μεταβάλλεται σε γενικευμένη αμηχανία. Οι πεινασμένοι συνδαιτυμόνες χορταίνουν από το πρωτοείδωτο και απαράμιλλο θέαμα του εκθαμβωτικού τραπεζιού. Με το πιρούνι στο χέρι, τα αναποφάσιστα χέρια δεν ολοκληρώνουν την κίνησή τους προς το πιάτο. Τα πιρούνια εγκαταλείπονται στην αρχική τους θέση, ακριβώς στην αρχική τους θέση, ώστε να παραμείνει αμετάβλητη και αδιατάρακτη η θεσπέσια σύνθεση. Κανείς δεν τολμά να φάει. Ούτε μια μπουκιά, ούτε μια πιρουνιά. Κανείς πια δεν πεινάει. Κανείς πια δεν μιλάει. Μόνο πίνουν, πίνουν, τσουγκρίζοντας απαλά, απαλότατα τα ποτήρια τους. Ο επαναλαμβανόμενος κρυστάλλινος ήχος παράγει την κατάλληλη για το θέαμα μουσική. Κατά τα ξημερώματα, σιγά σιγά σηκώνονται, μεθυσμένοι από το κρασί και το θέαμα του ανέγγιχτου τραπεζιού. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι τα εδέσματα ήταν ψεύτικα, ζωγραφιστές και γλυπτικές συνθέσεις. Κανείς δεν είχε καταλάβει τίποτα. Στον προθάλαμο, πριν από την έξοδό τους, είχε στρωθεί ένα απλούστατο τραπέζι ταβερνείου, με ψωμί, ελιές και κρεμμύδι. Πανευτυχείς, οι πεινασμένοι συνδαιτυμόνες έπαιρναν μια φέτα ψωμί, δύο ελιές, δάγκωναν ένα κρεμμύδι και αποχωρούσαν από το ωραιότερο, όπως ισχυρίζονταν, δείπνο της ζωής τους.

Αφιερώνω αυτή τη μικρή ιστορία στη Μελίσσα Στοΐλη και τη Γιώτα Κριτσέλη που εξέδωσε αυτό το κομψοτέχνημα, με τη θαυμάσια γλώσσα του, το καίριο χιούμορ και τις πανέμορφες μαγειρικές ιστορίες του. Σ’ αυτό το βιβλίο κάθε φαγητό είναι ένα ολοκληρωμένο θεατρικό έργο, με θέμα, πλοκή και χαρακτήρες. Αυλαία.

Ανδέας Στάικος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here