Ένα συνέδριο για την κριτική

0
113

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου.

Η λογοτεχνική κριτική δεν ανήκει στους κήνσορες ή στους θεράποντες της λογοτεχνίας. Η λογοτεχνική κριτική δεν βρίσκεται απέναντι από τη λογοτεχνία, ούτε για να της κουνήσει επιτιμητικά το δάχτυλο ούτε, όμως, και για να την κουράρει υπό οιαδήποτε έννοια στο έργο της. Η λογοτεχνική κριτική πλάθεται μαζί με τη λογοτεχνία, αντλεί από τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, αλλά και μαθαίνει από τα κατορθώματα και τις  αβαρίες της. Λογοτεχνική κριτική και λογοτεχνία συνδιαμορφώνουν το λογοτεχνικό πεδίο και επηρεάζονται το ίδιο από την εποχή του και τις ανάγκες της. Παρά τη συνάφεια αυτών των δεσμών, η λογοτεχνική κριτική δεν έχει απασχολήσει συχνά μέχρι τώρα την επιστημονική έρευνα. Και αυτή ακριβώς είναι η σημασία του τριήμερου συνεδρίου «Ελληνική λογοτεχνική κριτική», που πραγματοποιήθηκε στα τέλη της περασμένης εβδομάδας, μεταξύ 4 και 6 Δεκεμβρίου, στην Πανεπιστημιούπολη της Κομοτηνής, ύστερα από πρωτοβουλία του Τμήματος Ελληνικής Φιλολογίας της Σχολής Κλασικών και Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Το συνέδριο ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Παναγιώτη Μουλλά, ο οποίος κατηύθυνε ένα μέρος της μακράς ερευνητικής του διαδρομής σε κεφαλαιώδη κριτικά ζητήματα.

Οι εισηγητές του συνεδρίου ανέδειξαν ποικίλες όψεις της κριτικής. Ένα από τα βασικά τους θέματα ήταν η συμμετοχή και η συμβολή των κριτικών στην ανάπτυξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αρχής γενομένης από τον 19ο αιώνα και φτάνοντας μέχρι τις ημέρες μας. Έτσι, ακούστηκαν ανακοινώσεις για κριτικούς όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, ο Τέλλος Άγρας, ο Κ. Θ. Δημαράς, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Τίμος Μαλάνος, ο Άλκης Θρύλος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο Άριστος Καμπάνης και ο Απόστολος Σαχίνης. Πολλοί ομιλητές εστίασαν την προσοχή τους στην κριτική και τη δοκιμιακή δραστηριότητα των ποιητών: ποιητών όπως ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Νίκος Φωκάς. Κι όλα αυτά πάντοτε σε συνδυασμό με το ερώτημα για το ποιες ήταν οι αισθητικές, οι πολιτικές και οι ιδεολογικές αναζητήσεις της λογοτεχνίας σε δεδομένο τόπο και χρόνο.

Οι σύνεδροι δεν έμειναν στις ατομικές περιπτώσεις των κριτικών. Ασχολήθηκαν και με γενικότερα κριτικά φαινόμενα, όπως και με ιστορικές περιόδους κατά τις οποίες η κριτική απόκτησε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παράδειγμα, η δεκαετία του 1920, όταν ο κριτικός λόγος ασκείται από ποιητές που θητεύουν σε μια κατεξοχήν χαμηλόφωνη και αντιρητορική ποίηση, ή η δεκαετία του 1890, όταν οι κριτικοί επιμένουν να συσχετίζουν τη λογοτεχνική παραγωγή με το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας. Μια άλλη διάσταση του συνεδρίου ήταν η συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αξιοποιηθεί η αναγνωστική εμπειρία των σημερινών, εν δράσει κριτικών προκειμένου να γραφτεί μια ιστορία της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας. Οι σύνεδροι μίλησαν ακόμα για τη σύγκρουση μεταξύ Γεωργίου Βιζυηνού και Εμμανουήλ Ροΐδη, όπως εκφράστηκε μέσα από τις κριτικές τους απόψεις, για την παταγώδη απουσία της κριτικής της μετάφρασης, αλλά και για την αυτοβιογραφική πλευρά της κριτικής.

Ιδού, λοιπόν, μια πρώτη, γερή μαγιά για να ανοίξουν αργότερα κι άλλοι, πιο συστηματικοί δρόμοι για την ανακάλυψη του παρόντος και του παρελθόντος της λογοτεχνικής κριτικής.                                 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here