Ο Μεγάλος Δρόμος του Χριστόφορου Λιοντάκη (του Παναγιώτη Ροϊλού)

0
450

του Παναγιώτη Ροϊλού (*)

 

Ο Μεγάλος Δρόμος: έτσι τιτλοφορείται το καινούριο βιβλίο του ποιητή Χριστόφορου Λιοντάκη, το οποίο, όπως επισημαίνει η παρακειμενική ένδειξη που έπεται του τίτλου, περιλαμβάνει πεζά «αφηγήματα» για τα παιδικά χρόνια (1945-1956) του συγγραφέα «Στον Παράδεισο της Αρκαδίας» του νομού Ηρακλείου. «Αφηγήματα» αλλά, θα προσέθετα, και «εκφράσεις», με την ρητορική έννοια του όρου: καλαίσθητες περιγραφές (ενίοτε εφάμιλλες αντίστοιχων παπαδιαμαντικών) στιγμιοτύπων, εικόνων, συναισθηματικών και αισθητικών θραυσμάτων ενός παραδείσιου, αν και συναρμοσμένου προς μία σεφερική σχεδόν σύλληψη της ανθρώπινης και κοσμικής τραγικότητας, παρελθόντος, το οποίο ο αφηγητής δεν νοσταλγεί, γιατί, όπως συνάγεται από το σύνολο του δημοσιευμένου έργου του, το βιώνει στην δια-χρονική του συνέχεια, έτσι όπως αυτή έχει αφομοιωθεί στην προσωπική του ποιητική ηθική και υπαρξικό έθος. Κείμενα «αυτοβιογραφικού» ενδιαφέροντος και λειτουργίας (ημερολόγια, επιστολές, απομνημονεύματα, αφηγήσεις και τα παρόμοια) εξ ορισμού συνιστούν, κατά την γνώμη μου, πράξεις επικοινωνιακής ειρωνείας που διατρέχουν ένα δυνάμει ευρύ φάσμα ηθικοαισθητικών επιλογών, αν δεχτούμε ότι θεμελιώδες στοιχείο της ειρωνείας είναι η απόσταση/αποστασιοποίηση του ομιλούντος από τον αποδέκτη του λόγου του και από τον ίδιο του τον λόγο, της επιφαινόμενης λειτουργίας της εκφοράς μίας ρήσης από την εκ μέρους του ομιλούντος θεωρούμενη ως ιδανική επιτελεστικότητά της. Σε τέτοια κείμενα η ειρωνεία έγκειται κατεξοχήν στην ρεαλιστικά και αληθοφανώς ψιμυθιωμένη αντιπαράθεση πραγματικότητας και πλασματικότητας, πληρότητας και ωφελιμιστικών επιλογών, «αντικειμενικότητας» και υποκειμενικών εκφραστικών διεργασιών. Επιπλέον, κείμενα για αρχέγονες και αρχετυπικές αισθήσεις, ήθη και έθη ενός χαμένου προ-μοντέρνου αρκαδιανού, αρκαδικού ή άλλου παραδείσου, ενέχουν τον κίνδυνο διολίσθησης σε κοινούς ηθογραφικούς τόπους ή λυρικότροπες εξάρσεις. Ο Λιοντάκης έχει πλήρως διαφύγει κάθε τέτοιο πιθανό κίνδυνο, χάρη στην σπάνια του κατάκτηση του μέτρου και εκφραστικού πρέποντος, η οποία στην περίπτωσή του σχετίζεται όχι μόνο με αισθητικές προτεραιότητες αλλά και με την οιωνεί προσωκρατική του θεώρηση του ρυθμού ως αρχής του κοσμικού όλου. Ήδη αυτό και μόνο το κατόρθωμα «λίγο δεν είναι» και θα αρκούσε για να αποσπάσει τον έπαινο των καλοπροαίρετων και να προκαλέσει τον ζήλο των αμιλλώμενων. Στα αρκαδιανά «αφηγήματά» του η ειρωνεία έγκειται κυρίως στο ότι μπορούν (μάλλον επιβάλλεται) να αναγνωσθούν όχι μόνο ως αυθύπαρκτα αυτοβιογραφικά κείμενα, αλλά και ως έμμεσες, κρυπτικές μεταποιητικές καταθέσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει βεβαίως, όπως έχω ήδη υπαινιχθεί, ότι δεν έχουν από μόνα τους ισχυρότατες λογοτεχνικές αρετές. Οι τελευταίες διαφαίνονται κυρίως στο «Μαγικό ελάχιστο», σε κάποια από τα «Ανεξίτηλα», στο «Ενύπνιο» και στο «Εκείνη κι εγώ.» Ένα θραύσμα από το τελευταίο: «Το γήρας που χώνευε μέσα στο ανθισμένο. Μια μέλισσα είχε καθίσει στο μαύρο μαντίλι της [της γιαγιάς]. Εκείνη δεν την έβλεπε. Εγώ για πρώτη φορά έβλεπα κόσμημα πάνω της.» (σ. 112). Και από τα «Ανεξίτηλα»: «Τα νυχτερινά ομαδικά παχνίδια. Τρέχαμε σ’ όλο το χωριό επινοώντας κανόνες, νικητές και νικημένους. Ανάβαμε μικρές φωτιές. Κατά βάθος δαμάζαμε το σκοτάδι» (σ. 158). Και: «προχωρούσαμε μέσα από τα παιχνίδια του φωτός. Οι καρποί απ’ τις ελιές έφεγγαν σαν μικροσκοπικά καντηλάκια, πριν ακόμη γίνουν λάδι» (σσ. 163-164). Στα δύο τελευταία αποσπάσματα, όπως άλλωστε και στο σύνολο των κειμένων του Μεγάλου δρόμου, το φως και το σκότος, το αντίπαλεμα ή η τραγική (σε μία ιδιόμορφη εγελιανή εκδοχή του όρου) συναίρεσή τους, θα μπορούσαν να ιδωθούν και ως έμμεσα σχόλια/συμπληρώματα στην σχετική θεματική και εικονοποιία που χαρακτηρίζει το σύνολο του ποιητικού του έργου. Ο ρυθμός της φύσης, τα βότανα και τα αγριολούλουδα, οι κήποι και τα περιβόλια, η διαδοχή των εποχών, η επαφή με τα στοιχεία του κόσμου αναλάμβάνουν στον Μεγάλο δρόμο, όπως και σε αρκετά ποιήματα του συγγραφέα, τον ρόλο αποτροπαϊκής επωδού απέναντι σε φάσματα ενός ανείπωτου τραυματικού οικογενειακού παρελθόντος—»ροδώνες» και «χωροφύλακες», για να επικαλεσθώ τον τίτλο μίας ποιητικής του συλλογής. Οι αφηγηματικοί και ποιητικοί οίκοι του Λιοντάκη είναι στοιχειωμένοι από μία ακατανόμαστη αρά, όπως οι αρχέγονοι εκείνοι του αρχαίου δράματος, Λαβδακίδες και Ατρείδες, που θα τους κατεδάφιζε «έρριζα», αν δεν εξιλεωνόταν από μία υπερβατική πλατωνική λατρεία του φωτός και την επίκληση ενός εξαγνιστικού, παπαδιαμαντικού αισθησιασμού. Το τραύμα, που εξ ορισμού συνεπάγεται την ρήξη του όλου, ταυτόχρονα συνεπάγεται την έκθεση στον έξω κόσμο, στο άλλο, το οποίο, ακόμη και όταν είναι ταπεινό ή κρύβει κινδύνους, στο έργο του Λιοντάκη συναιρείται, κατά κανόνα, με το υπερβατικό: την φύση, την τέχνη, τον έρωτα. Στην ποιητική του Λιοντάκη, από το υπερβατικό άλλο το τραύμα αρύεται τα φάρμακά του. Ο Μεγάλος Δρόμος εξιστορεί, λοιπόν, και τις απαρχές της ποιητικής συνείδησης και ευαισθησίας του συγγραφέα—μίας από τις πιο καίριες, ακέραιες και εμπνευσμένες στην Ελλάδα των τελευταίων σαράντα ετών.

 

* Καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών και Συγκριτικής Λογοτεχνίας, κάτοχος της Έδρας «Γιώργος Σεφέρης», Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here