Πέμπτη, 2 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Η Υπατία (της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου)

Η Υπατία (της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου)

0
310

 

της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου

Η Υπατία του Βάσου Η. Βογιατζόγλου είναι ένας σκηνικός μονόλογος, κατάθεση ψυχής, που ακολουθεί σημάδια έρευνας και φιλοσοφίας. Αφιερώνεται πρώτα «στην Όλγα» και στη συνέχεια δικαιωματικά «σε όλους τους συνοδοιπόρους στην αναζήτηση της Αλήθειας».

Ο χαρακτήρας της ηρωίδας, είναι φύσει και θέσει σκεπτικιστικός και κάθε δημιουργική ενδοσκόπηση πλαντάζει από την τήρηση των κανόνων, που διέπουν τον εσωτερικό της κόσμο. Κι ενώ αγωνίζεται για την ψυχική της ανάταση, είναι αναγκασμένη να αντιστέκεται στη χειραγώγηση που προσπαθεί να επιβάλει η ιδιοτέλεια του κοινωνικού γίγνεσθαι. Καθώς ο άνθρωπος επαναπαύεται σε νόρμες τακτοποιημένες στα μέτρα του. Και κάθε συνειδησιακό ξεχείλωμα, που θα καλύψει την ανάγκη του να αισθάνεται ικανοποιημένος, γίνεται λάβαρο.

Ο συγγραφέας Βάσος Η. Βογιατζόγλου αγαπάει τους ήρωές του. Δεν τους κατηγοριοποιεί ανάλογα με τη συμπεριφορά τους. Μετράει την υπέρβασή τους και αναδεικνύει τα συναισθήματά τους. Δρα ως ψύχραιμος ιστορικός αναλυτής ενός γεγονότος, που έχει συμβεί πριν από χρόνια και οι επιπτώσεις του έχουν πλέον κατασταλάξει. Είναι φιλόσοφος, δάσκαλος με την ουσιαστική σημασία της λέξης, χωρίς τον δογματισμό της διδασκαλίας. Επιλέγει την εκπαίδευση από την υπόδειξη, την υπομονή από την τιμωρία, το παράδειγμα από τον διδακτισμό. Ως δημιουργός εισέρχεται στον ψυχισμό της ηρωίδας του και ερευνά την ισοζυγία του χαρακτήρα της. Σηματοδοτεί τις εσώτερες ζυμώσεις των αντιδράσεών της και αποκωδικοποιεί το ενδόμυχο. Δεν ελέγχει, διδάσκει, δεν επεμβαίνει, παρατηρεί. Ενεργεί μέσα από τη γνώση της ιστορικής υπόστασης των ηρώων του και τη φιλοσοφική ανάλυση της σκέψης τους.

Η Υπατία δεν είναι μόνο ένας ακαδημαϊκά δομημένος γυναικείος χαρακτήρας. Μεταφέρει την προηγμένη φύση του ανθρώπου, η οποία, λόγω του ότι είναι γυναίκα, φωτίζεται ως ανοίκεια για την ταραγμένη εποχή της. Η επιστημονική της υπόσταση δεν χωρούσε στις διαστάσεις του τότε θρησκευτικού κατεστημένου. Όχι ως ανήθικη αλλά ως αληθινά κατηρτισμένη και, ως εκ τούτου, επικίνδυνα ανατρεπτική. Η Υπατία είναι ιδέα, είναι πίστη, είναι ιδανικό. Είναι αφοσίωση, αέναη προσφορά για τον σκοπό. Είναι ακούραστη προσπάθεια επίτευξης του ανέφικτου, ανιδιοτελής αγώνας για την ανάγκη του ανθρώπου. Είναι το πλέον αληθινό και υγιές ηθικό κύτταρο Δεν θα μπορούσε ποτέ να καμφθεί από αντιξοότητες ή συμφέροντα ούτε είναι εύκολο να διαβρωθεί.

Με το «Άνοιγμα της αυλαίας», και μετά την παραστατική περιγραφή του περιβάλλοντος χώρου, άκρως βοηθητική για τη δράση της αφήγησης, εκτυλίσσονται τα τελευταία συναισθήματα και οι σκέψεις της ηρωίδας, που γνωρίζει πως έρχεται ο θάνατός της. Όλη η ζωή της προβάλλεται μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Παρατηρεί τους οιωνούς στον ουρανό, το σύννεφο που, ακριβώς τα μεσάνυχτα, καταπίνει το φως της σελήνης. Η μυστική φωνή, που ακούγεται μέσα της, σαν μήνυμα από τους θεούς, θα την οδηγήσει, μέσα από το σκοτάδι της νύχτας, στην άλλη ζωή, στον «έναν, δικό της παράδεισο» όπως τον αποκαλεί, (σελ.16). Το κείμενο της αφήγησης παρεμβάλλεται ως σκηνικό εύρημα, με τον φόβο του επικείμενου θανάτου, άμεσου ή έμμεσου, ν’ απασχολεί συνεχώς, φιλοσοφικά και ουσιαστικά (σελ.26). Η αγάπη σημειώνεται ως ζητούμενο, καθώς «δεν υπάρχει στον κόσμο αρετή δίχως αγάπη», (σσ.29-30). Για να έρθει και πάλι η ανατροπή, ότι πάντα πιο δυνατός από αυτή είναι ο προαναγγελθείς θάνατος, καθόσον «ο φόβος του πονάει πιο πολύ από τον ίδιο», (σελ.30).

Η συμβολή της φύσης στην αναζήτηση της ψυχικής ηρεμίας μπροστά στο αδιέξοδο του περί τελειότητας αγώνα είναι σημαντική. Τοποθετείται στο σκηνικό αφηγηματικά, με αναδρομές και συγκρίσεις, Παρεμβάλλεται δε ουσιαστικά, με την «συναισθηματική αθωότητα» των φυσικών στοιχείων, αλλά και μέσα από τις αρνητικές σκέψεις των ανθρώπων, (σελ.33).

Η Υπατία, ως ηρωίδα, προετοιμάζεται για την τελευταία παράσταση της ζωής της, που σκηνοθετείται από τον δημιουργό της, (σσ.30,31). Ένας αυλητής, αναλαμβάνει τη μουσική επένδυση, μεταφέροντας την αρμονία των θεών, που είναι η μόνη της παρηγοριά. «Ένα πέρασμα είναι και αυτή, μυστικό προς την αλήθεια», θα πει για τη μουσική, (σελ.38). Η σκηνική της παρουσία, με τις κλειστές παλάμες σταυρωτά στο στήθος αποδίδει τη στάση του νεκρού και τη συνειδητοποίηση των όσων θα ακολουθήσουν, (σελ.31). Ο Νείλος, οριοθετεί την ιστορική απόδειξη της σημειολογίας.

Ο συγγραφέας αναπτύσσει εξαιρετικά τον εσωτερικό μονόλογο, που εξελίσσεται σε φιλοσοφική ταχτοποίηση της εξίσωσης «ζωή-θάνατος». Στο δίπολο του διλήμματος έχουμε από το ένα μέρος την επίκληση προς το θείο, ως ανώτερη δύναμη, και από το άλλο την λογική σκέψη του επιστήμονα. Όταν αυτή παρεμβάλλεται, βλέπουμε την ηρωίδα να αλλάζει ψυχική διάθεση και να αποκτά μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, (σελ.16). Η φράση: «Όχι, δεν φοβάμαι», επαναλαμβάνεται όχι ως ύβρις αλλά ως επιλογή πνευματικής ορθότητας. Η αποδοχή «του κόσμου των μακάρων» είναι το αιτιατόν του θανάτου, η επιβεβαίωση της επιστημονικής γνώσης, (σσ.17,18).

Η αναζήτηση του νοήματος της ζωής μέσα από την αλήθεια και ο υπερβατικός ύμνος-επίκληση για τη λύτρωση από τον φόβο του θανάτου, την επαναφέρει στην πραγματικότητα της αδυναμίας μπροστά στο θεϊκό. Η ασταθής άποψη περί εαυτού, όπως και ο έλεγχος, η αξιολόγηση ή η αμφισβήτησή του, την προβληματίζουν. Ο κύκλος των συνεχών αλλαγών, που απασχολούν την ψυχή και τη λογική κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου, λόγιου ή ερευνητή, του εσωτερικού ή του ανώτερου κόσμου, την οδηγεί να απευθύνει στο κοινό αιώνια φιλοσοφικά ερωτήματα, αγωνιώδη και ελπιδοφόρα μαζί, (σσ.19-21), σε μία προσπάθεια τακτοποίησης –επαλήθευσης και κατάταξης– της έννοιας «αμφισβήτηση».

Η αποδοχή για τη συμμετοχή του θείου στη ζωή του ανθρώπου είναι φανερή, (σελ.22). Η ηρωίδα παραδέχεται ότι «η Γνώση όλη ανήκει μονάχα στους Θεούς» και ελπίζει κάποτε, «μια δύναμη θεϊκή να φωτίσει ξαφνικά κάποια πράγματα» και για τους ανθρώπους, (σελ.23).       Στη σελίδα 24, η ομιλία περί πίστης εξετάζεται με προεκτάσεις στην εξέλιξη της θρησκείας από πολυθεϊστική σε μονοθεϊστική, με το σκεπτικό ότι: προβάλλοντας την πίστη περιορίζεται η ελευθερία της φιλοσοφικής σκέψης. Η Φιλοσοφική θέση της Υπατίας στηριζόταν στις αρχές του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, με επιρροές από την νεοπλατωνική σχολή. Παραμένει σύμβολο της λογικής και της επιστήμης, που συγκρούεται με τον θρησκευτικό φανατισμό.

Όταν η εστίαση στη δύναμη του ανθρώπου, η οποία πηγάζει από τον έσω εαυτό, οριοθετείται, το «θαύμα» μετατρέπεται από ανθρωποκεντρικό σε θεοκρατικό. Παρ’ όλα αυτά, υψώνοντας τη φωνή της σταδιακά, η Υπατία προσπαθεί με ερωταποκρίσεις να στηρίξει αντίθετη άποψη για την ασημαντότητα του ανθρώπου απέναντι στο θείο, αν και εφόσον καταφέρει να απαλλαγεί ο ίδιος από την απληστία του, (σελ.25). Θέτει εαυτόν απέναντι στο Άγνωστο και αντιμετωπίζει τη Γνώση «ως φως πρωτόγνωρο», (σελ.26). «Φτάνει μόνο να σου δοθεί εκείνη η Χάρη», δέεται με ταπεινότητα.

Η επίκληση στον Δία, με τον χαρακτηρισμό «ουράνιος και ύψιστος» βασιλιάς καταλύεται, εμμέσως πλην σαφώς, από το επίρρημα «δήθεν», που προηγείται της λέξης «Χριστιανών», στη συνέχεια, και λειτουργώντας ως επίθετο καταργεί την ιδιότητά τους. Αυτή η εκτίμηση αποδίδεται από τον συγγραφέα, όπως και από άλλους ιστορικούς αναλυτές, καθώς στον αποτρόπαιο θάνατο της Υπατίας συνέβαλλαν άνθρωποι, που υποτίθεται ότι ήταν ακόλουθοι της εντολής «Αγαπάτε αλλήλους». Αυτό καθιστά την πράξη ιδιαιτέρως απεχθή. Ευλόγως δε, το κείμενο οδηγεί στην ερμηνεία ότι η ίδια σέβεται τον Χριστιανισμό ως διδαχή, παραπέμποντας στην εκδοχή ότι μπροστά στον θάνατο, όλες οι θρησκείες υπηρετούν τον ίδιο Θεό. Το αποδεικνύει η ανάλυση του κειμένου στη συνέχεια για το «Δράμα εκείνο του μεγάλου Δάσκαλου, που τους δίδαξε τι πά να πει αγάπη και τι σημαίνει το μεγάλο μυστικό της που σε οδηγεί ως τη θυσία», (σελ.31).

Στον εσωτερικό εαυτό της ηρωίδας συγκρούονται ο θάνατος με το θεϊκό στοιχείο, για την κατάκτηση της υπεροχής, με συνέπεια να αμφισβητείται ο πρώτος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, μερικές φορές, η Υπατία αντιμετωπίζει ως αμελητέο τον κίνδυνο με την δικαιολογία ότι «Τίποτα, μα τίποτα πιο πολύ δεν μπορούμε να κάνουμε απ’ αυτό που ακριβώς επιθυμούν οι Θεοί!». Όμως, παρότι την ακούμε να παραδέχεται τη μικρότητά της απέναντι στο θεϊκό, σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται πως καταθέτει τα όπλα, (σελ.32).

Η συγκριτική «εξέταση» της πίστης μεταξύ διαφορετικών δογματικών αληθειών διέπεται από την ανελευθερία της ατομικής συναισθηματικής παρόρμησης. Η θρησκευτική επιλογή, ανάλογα την πνευματική αξιολόγηση του κάθε ανθρώπου, αναιρείται μερικώς με το ρητορικό ερώτημα που προτείνει: «Έτσι κι αλλιώς, όλα δεν είναι μήπως σταλμένα απ’ τους θεούς;», (σελ.33). Στη συνέχεια, για να στηρίξει τη θεϊκή παρέμβαση, αμφισβητεί την τυχόν παρερμηνεία της κάθε διδαχής και της δράσης του πάθους.

Για την ενίσχυση της άποψης περί θεϊκής αποστολής, κατατίθεται το θείο πάθος του Χριστού, ως καθοδηγούμενο, και συγκρίνεται με την περίπτωση της θυσίας της Υπατίας (σελ.34). Η συνεχής αναφορά στο θεϊκό στοιχείο πείθει για την ευλάβεια της γυναικός. Η ίδια προαναγγέλλει τον θάνατό της διορατικά, υπενθυμίζοντας τη συνέχιση της συνεργασίας της ζωής με τη φύση, (σελ.35). Ο απολογισμός της γυναίκας διδασκάλου εξετάζει απολογητικά τη ζωή της απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό, (σελ.37). Η φιλοσοφική ανάλυση του κ. Βάσου Η. Βογιατζόγλου αποδεικνύεται φιλοσοφικά επαρκής καθόσον στηρίζεται στην εξαιρετική γνώση της επιστήμης του.

Αρκετές φορές, η αφήγηση παραπέμπει σε προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, αλλά και ξένα λόγω της ιδιότητάς του ως ιατρού, φιλοσόφου και δασκάλου. Και πάντα οι λέξεις παίζουν το παιχνίδι της εκδοχής, μεταφέροντας συναισθήματα. Ο δημιουργός διαχειρίζεται την αφήγηση χωρίς να υπερτιμά τα δυσάρεστα από τα ευχάριστα ή το αντίθετο. Οι φιλοσοφικές παρεμβάσεις του έχουν να κάνουν με το είδος της σχέσης τού ανθρώπου με τον θείο και τον θάνατο, την ευτυχία που θεωρεί δώρο εξ ουρανού και τον αγώνα ν’ απαλλαγεί από τον φόβο, χωρίς να γνωρίζει από πριν ότι εκείνος χαράζει τα όριά του, (σσ.40,41).

Η Υπατία δηλώνοντας πίστη μέχρι το τέλος στον Παντογνώστη Δία, εξομολογείται πως δεν απέμεινε τίποτα μέσα στην καρδιά της εκτός από την αγάπη, κι αναρωτιέται πόσοι από τους πλανημένους θα φτάσουν την Αλήθεια. Σαν κατακλείδα, εύχεται ο μαθητής και φίλος της Συνέσιος να μην μισήσει τους δημίους της, ειδικά τον Κύριλλο, και επικαλείται τον Γαλιλαίο διδάσκαλο να τους συγχωρέσει για τα εγκλήματα που διέπραξαν, καθώς δεν κατάλαβαν ποτέ τα διδάγματά του, (σσ.44,45). Όπως έκανε και ο ίδιος από τον Σταυρό.

Η Υπατία του Βάσου Η. Βογιατζόγλου, είναι ένας εξαιρετικά ενδιαφέρον σκηνικός μονόλογος, εγχείρημα με ιστορικές διαστάσεις και φιλοσοφικές προεκτάσεις, βασισμένο στην ψυχική κατάσταση του συνειδητοποιημένου ανθρώπου, την ώρα που αναμένει τον θάνατό του. Η επιστημονική επάρκεια, η ψυχραιμία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, η συναισθηματική πληρότητα που χαρακτηρίζει τον ψυχισμό τού δημιουργού, γίνονται εφόδια αγώνα για έναν δοτικό άνθρωπο και αποδεικνύονται σωτήρια στην ανάλυση και ανάπτυξη του κάθε χαρακτήρα του.

 

Βάσος Η. Βογιατζόγλου, Υπατία, Σκηνικός μονόλογος, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα

 

Προηγούμενο άρθροΑμφισβητώντας τον ηλικιακό ρατσισμό στο εικονογραφημένο βιβλίο (της Αγγελικής Γιαννικοπούλου)
Επόμενο άρθροΤο καταρρέον σώμα (γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ