Τετάρτη, 29 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Το καταρρέον σώμα (γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου)

Το καταρρέον σώμα (γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου)

0
238

γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου

 

 

Στα λιωμένα ρολόγια του Νταλί

άραγε ακούγεται τικ-τακ;

 

Για τον Προύστ ο «χαμένος χρόνος» δεν είναι μόνο η φθορά που μας διαμορφώνει αλλά και η ακούσια μνήμη, εκείνη που μπορεί να αναστήσει ολόκληρες ζωές από μια στιγμή. Μια μαντλέν —ένα μικρό γλυκάκι— αρκεί: μια γεύση ανοίγει ξαφνικά ένα τούνελ προς το παρελθόν και τότε ο χρόνος παύει να είναι ημερολόγιο. Γίνεται κάτι εσωτερικό, κάτι που κυλάει μέσα μας, ένα δεύτερο υγρό πλάι στο αίμα.

Τα δυο αυτά υγρά γεμίζουν το tempo perso της Κούλας Αδαλόγλου, το αίμα του παρόντος και το ρευστό της μνήμης. Το αίμα είναι το σώμα, όχι ως βιολογικό δεδομένο αλλά ως εξουσία. Είναι ο μετρητής που ορίζει τον ρυθμό της ημέρας και τους όρους της. Το σώμα εμφανίζεται εδώ ως συνθήκη μέσα στην οποία όλα τα άλλα —οι εικόνες, οι λέξεις, οι επιστροφές— πρέπει να συμβούν. Κι έτσι, πριν ακόμη σκάψουμε για μνήμη, ας σταθούμε πρώτα εδώ, στο παρόν σώμα.

Το σώμα ως ρολόι του παρόντος

Το ώριμο σώμα της ποιητικής φωνής διασχίζει τη συλλογή, άλλοτε υπόγεια κι άλλοτε ωμά, σχεδόν πάντα πονεμένο. Ήδη από το δεύτερο ποίημα [σ.10] ακούγεται μια υπόσχεση κάθαρσης:

 

«Θα ‘ρθει το ποίημα

πονεμένο και αθώο

θα φέρει την κάθαρση».

 

Προοικονομία ή τραγική ειρωνεία; Γιατί αυτό που καταφτάνει όσο προχωρά η συλλογή δεν είναι η κάθαρση, αλλά το καταρρέον σώμα. Μια πρόγευση υπάρχει στη σελίδα 21, στο «Βάναυσο ιξώδες»: «Ποτέ μη δακρύζετε όταν φοράτε μάσκα.// Υγραίνεται. Και τότε εισρέουν στις κοιλότητες// εκκρίματα επιθυμιών […]// Το βάναυσο ιξώδες δεν αποκολλάται σε καμία εντατική».

Κι ύστερα, προς το τέλος της συλλογής, η κατάρρευση παύει να είναι υπαινιγμός και γίνεται σκηνή: σώμα σε μέτρηση, σώμα σε έλεγχο, σώμα στο φως του ιατρικού μηχανισμού. Στο κρεβάτι του εξεταστηρίου για τη διάγνωση [σ.43]. Στον μαγνητικό τομογράφο για την εξέταση [σ.44]. Στα τρεμάμενα χέρια και πόδια — «Τα πόδια μου συνομιλούν με τ’ άγρια ζώα.// Τα χέρια μου φιλοξενούν δεντρογαλιές» — με «παρενέργειες αγνώστου προελεύσεως» [σ.48]. Στην καρδιά που πάλλεται, στον φλεβόκομβο που ασθενεί, στη φλέβα που σπάει τις πρώτες πρωινές ώρες [σ.45], «με όποιες συνέπειες στην ομαλή λειτουργία της» [σ.42]. Στον σκούφο γερμένο στο κεφάλι — «να τα αλλάζω κάθε μέρα // να ξεγελιέστε πως είμαι παρούσα» [σ.48].

Το σώμα γίνεται ρολόι: μετρά, επιβάλλει ρυθμό, κάνει το παρόν να μοιάζει με καθεστώς. Κι αν υπάρχει κάπου ελευθερία, δεν μπορεί να προέλθει από αυτό το ρολόι· πρέπει να βρεθεί αλλού. Κι αυτό το «αλλού» η Αδαλόγλου το αναζητά στη μνήμη. Όχι ως γλυκιά αναπόληση, αλλά ως σημείο στήριξης.

Ο χαμένος χωροχρόνος

Η ποιητική φωνή δοκιμάζει μια δαγκωματιά από τη δική της (όχι και τόσο γλυκιά) μαντλέν και εκτινάσσεται πίσω στον χρόνο· μόνο που εδώ το «πίσω» δεν μένει πάντα αφηρημένο. Σε ένα χαρακτηριστικό ποίημα, ο τόπος ονοματίζεται «Tempo Perso» —όνομα που δουλεύει σαν δίπτυχο: είναι, ταυτόχρονα, τοπωνύμιο της ανάμνησης (ένα εστιατόριο στο Εδιμβούργο) και λεκτική αντήχηση του «χαμένου χρόνου». Έτσι η ανάμνηση δεν επιστρέφει ως καθαρή διάρκεια αλλά ως συντεταγμένη. Χρόνος δεμένος με τόπο. Κι αυτό ακριβώς συγκροτεί το διακύβευμα της συλλογής. Όχι ο χαμένος χρόνος, αλλά ο χαμένος χωροχρόνος.

 Στον χωροχρόνο του tempo perso ο χώρος δεν είναι γεωγραφία αλλά φωτισμός. Όμοια, ο χρόνος δεν είναι ημερολόγιο αλλά γλώσσα. Αυτά είναι δύο από τα βασικά συστατικά της ποίησης της Αδαλόγλου στη συλλογή, το φως και η λέξη. Και μαζί με έναν ακόμη άξονα, τη ρευστότητα, οργανώνουν την ποιητική σύνθεση του tempo perso.

Το φως ως δείκτης χώρου

Το φως λειτουργεί σαν χώρος· ορίζει δωμάτια, ανοίγει περάσματα, ρίχνει σκιά πάνω στα πράγματα, τα κάνει «τόπο». Είναι η μαντλέν της Αδαλόγλου: ένας προβολέας που φωτίζει την ανάμνηση και την επαναφέρει—το γερμένο φως και η σκιά του. Έτσι μπαίνει η μνήμη, όχι από τη γεύση αλλά από την κλίση ενός φωτεινού ίχνους που αλλάζει το δωμάτιο. Έρχεται απ’ το παράθυρο («Άνοιξα το παράθυρο να φύγει η νύχτα// όρμησε η ομίχλη στο δωμάτιο// τα κάλυψε όλα» [σ.23]), γλιστρά ανάμεσα από τις περσίδες («Ήταν που από μισάνοιχτες περσίδες// ξεπηδούσαν δρομάκια της Χίου» [σ.9]) και περνά μέσα απ’ τις κουρτίνες («Ένα πρωί τράβηξα την κουρτίνα// να δω στο φως τη σκιά μου» [σ.11]).

Στη συλλογή επικρατούν τέσσερα χρώματα που επιστρέφουν διαρκώς, σαν αντιδρώντα και προϊόντα μιας χημικής εξίσωσης. Τα αντιδρώντα είναι το μοβ («μια μοβ ίρις» [σ.11], «μάτια μοβ μέδουσες» [σ.14]) και το κίτρινο («μια κίτρινη τεθλασμένη γραμμή» [σ.20], «πηχτό χυλό υποκίτρινο» [σ.28]). Χρώματα έντονα ενός παρόντος, που όμως, σαν συμπληρωματικά, όταν ισορροπούν αλληλοσβήνονται και αφήνουν το λευκό, το πρώτο χρώμα-προϊόν.

Είναι άραγε το λευκό το βασικό χρώμα της ποίησης της Αδαλόγλου; Είναι αλήθεια πως επανέρχεται σε διάφορα σημεία. Για παράδειγμα «έπεφταν σοβάδες και την έβαφαν λευκή» [σ.12] ή «η άφθονη άσπρη σκόνη// δεν ήταν πάντα άχνη, αλλά// χνάρια της φθοράς» [σ.34]. Το λευκό απλώνεται, όχι ως καθαρότητα αλλά ως απώλεια σήματος: «δεν ξέρει πόση άσπρη σκόνη έχει καθίσει πάνω της» [σ.36]. Το λευκό εδώ δεν καθαρίζει· καταγράφει και λερώνει. Κι όμως, ούτε αυτό μένει ακέραιο. Ακόμη κι όταν είναι νοσοκομειακό, στον χρόνο γκριζάρει — «Το λαμπερό κίτρινο έγερνε προς το γκρι.// Μυρίζει στέρηση» [σ.11]. Το γκρι είναι το τελευταίο στάδιο αυτής της παλέτας· η φθορά όταν πια δεν λάμπει, μόνο αφαιρεί.

Η λέξη ως δείκτης χρόνου

Εδώ θέλω να κάνω μια διάκριση. Οι λέξεις στο έργο της Αδαλόγλου δουλεύουν σε δύο επίπεδα. Υπάρχουν οι λέξεις-ύλη: όταν η ίδια η «λέξη», ο «στίχος», ο «φθόγγος», το «ποίημα» μπαίνουν μέσα στο ποίημα σαν αντικείμενα που φθείρονται, βαραίνουν ή αποχωρούν — «πώς αποχωρούν οι δυσαρεστημένες λέξεις…» [σ.35]. Και υπάρχουν οι λέξεις-ραφές: επαναλαμβανόμενοι λεξιλογικοί κόμβοι (το «ψάρι», η «σκόνη», το «χιόνι» κτλ.) που περνούν από σελίδα σε σελίδα και κρατούν τη σύνθεση δεμένη. Εδώ με ενδιαφέρει η λέξη-ύλη, η στιγμή που η γλώσσα γίνεται πράγμα.

Οι λέξεις αυτές δεν είναι απλώς φορείς νοήματος· λειτουργούν σαν δείκτες χρόνου. Δεν σημαίνουν αλλά παθαίνουν. Εμφανίζονται ως κατάλοιπα και υλικά — σταγόνες, υγροί στίχοι, λάσπη, ίνες, σπαράγματα, απομεινάρια φωνής. Άλλοτε διαλύονται σε στοιχειώδη φθόγγο, σαν μια φωνή που ξεκουμπώνεται: «έβγαιναν από τα χείλη της μόνο σύμφωνα// μετά μόνο φωνήεντα// ήχο σωστό δεν σταύρωνε.// Τα παιδιά έφεραν ένα σκεύος// να μαζέψουν τα απομεινάρια φωνής» [σ.12]. Άλλοτε ρευστοποιούνται και στάζουν: «σταγόνες βαριές επώδυνες// σταλάζουν υγρούς στίχους» [σ.13]. Κι άλλοτε παίρνουν βάρος και βουλιάζουν μέσα στο σκηνικό, σαν πράγματα που γερνούν: «Χθες το βράδυ οι λέξεις πάλευαν να εκτιναχθούν// αλλά έπεφταν βαριές στην υγρή λάσπη» [σ.18].

Οι λέξεις κουβαλούν πάνω τους την ασθένεια του κόσμου («οι λέξεις φορτωμένες ψευδεπίγραφες// ιώσεις κι αλλεργίες» [σ.21]) και μεταλλάσσονται κυριολεκτικά σε ύλη: «στάζουν οι φθόγγοι οδοντικοί τ δ θ// λερώνουν τη μικρή μου οθόνη» [σ.29]. Και όταν η κατάρρευση έρχεται, δεν είναι θεαματική αλλά βουβή, όπως η αποχώρηση της ίδιας της γλώσσας. Στο πέρασμά τους μένουν μόνο θραύσματα και ένα ίζημα: «οι λέξεις… έμειναν σκούρο παχύ κατακάθι» [σ.25]. Γι’ αυτό και ο χρόνος στο tempo perso επιστρέφει ως ίχνος, σαν ζάχαρη άχνη που μένει στο μαύρο ρούχο, σαν λεκές σε παλιά φωτογραφία, όχι ως ιστορία αλλά ως γλωσσική αλλοίωση: λέξεις που στάζουν, βουλιάζουν, μεταλλάσσονται, αποχωρούν. Ήχος και φως, απόντα και τα δύο σε μια ανάμνηση κι όμως παρόντα.

Η ρευστότητα ως ρήγμα σωτηρίας

«Δεν είμαι αμφίβια» δηλώνει η ποιητική φωνή στον τίτλο του ποιήματος της σελίδας 37. Κι όμως, το ίδιο ποίημα κλείνει:

 

«Εκεί που πάει να πιάσει κρούστα η πληγή,

σπάζει και τρέχει πάλι αίμα».

 

Γύρω από την κρούστα τρέχει αίμα· εμφανίζεται το υγρό στοιχείο που η ποιήτρια λέει πως δεν είναι φύση της. Κι όμως, το σώμα εδώ αποδεικνύεται ταυτόχρονα στερεό και ρευστό σαν να διαψεύδει τον ίδιο του τον τίτλο. Σε αυτή την ένταση της οριακής συνθήκης όπου το στερεό λύεται και η ρευστότητα αποκτά μορφή, αναδύεται ένας από τους πιο κομβικούς — για τη δική μου ανάγνωση — στίχους της συλλογής [σ.15]:

 

«Κι αυτή μια κέρινη φιγούρα

ψάχνει τη λέξη που θα δώσει φως

λιώνοντας σταδιακά

στην κάθε αποτυχημένη της προσπάθεια».

 

Σε μία εικόνα συμπυκνώνονται οι τρεις άξονες: λέξη, φως, ρευστότητα. Η φιγούρα ψάχνει «τη λέξη που θα δώσει φως». Η γλώσσα τίθεται ως προϋπόθεση φωτισμού, ως ο μηχανισμός που θα κάνει τον χώρο αναγνωρίσιμο και την ανάμνηση ορατή. Όμως η ανάμνηση δεν «πιάνει». Και κάθε προσπάθεια έχει κόστος υλικό: η κέρινη μορφή —το σώμα— λιώνει.

Έτσι, το υγρό γίνεται κεντρικό σύμβολο της συλλογής: αποσταθεροποίηση, αλλά και ρήγμα απ’ όπου μπορεί να περάσει κανείς αλλού («Ωριμότητα και τρυφεράδα στο μπλέντερ// δίνουν έναν πηχτό χυλό υποκίτρινο» [σ.28]). Διασχίζει το βιβλίο σαν ρευστό που δεν ησυχάζει. Άλλοτε κυλά ως φθορά, άλλοτε λιμνάζει ως εκκρεμότητα, άλλοτε πνίγει ή δεν αφήνει τη φλόγα να ανάψει (τα «υγρά ξύλα»). «Η σιωπή είναι σαλιγκάρι […]// Τις νύχτες τα υγρά του φωσφορίζουν το στίγμα του» [σ.32], μα και «θα εκκρίνεις μια αγκαλιά υγρής γαλήνης» [σ.42]. Μοιάζει να λύνει τις ραφές της ύλης, της μνήμης, της γλώσσας, της ταυτότητας. Κι έτσι τίποτα δεν στερεώνει οριστικά· όλα βρίσκονται σε μετάβαση, διάλυση ή ασφυξία.

Θυμίζει τα ρολόγια που λιώνουν του Νταλί (Εμμονή της μνήμης, 1931). Ας ακολουθήσουμε αυτήν τη σύνδεση για να φωτίσουμε το άγνωστο με κάτι οικείο, όπως δουλεύουν οι αναλογίες στη Φυσική. Εκεί, στον πίνακα, τα ρολόγια λιώνουν· ο χρόνος χάνει τη σκληρότητά του και παίρνει το σχήμα των πραγμάτων πάνω στα οποία ακουμπά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στο tempo perso, και γίνεται άμεσα ορατό στο ποίημα «Εμμονή» [σ.38], όπου ο χρόνος ανακάθεται και λιώνει πάνω σε μια «βούρτσα με αιχμηρά δόντια» ή στο ηλιοβασίλεμα.

Πάνω σε αυτό το «μοντέλο αναλογίας» κουμπώνουν και οι άξονες που προηγήθηκαν. Το φως ως τόπος (τα χρώματα, η τεχνοτροπία) και η λέξη ως ύλη και ως χρόνος (το ανάγλυφο εμπειρίας, τα στηρίγματα όπου κάθονται τα ρολόγια). Τα ρευστά ρολόγια του Νταλί έχουν συχνά διαβαστεί ως κριτική στον «ρολογιακό» πολιτισμό: στο πρόγραμμα, στην πειθαρχία, στην εξουσία της μέτρησης. Στο tempo perso η εξουσία αυτή δεν έρχεται απ’ έξω. Την ασκεί το παρόν σώμα. Γίνεται ο μετρητής που επιβάλλει το τικ-τακ και στο τέλος σπάει.

Κι η μόνη ελευθερία που απομένει έξω από το καταρρέον σώμα είναι το λιώσιμο του χρόνου. Να μετατραπεί ο φόβος σε ρυθμό και να πετάξεις νοερά σε γεύσεις, σε εικόνες, σε φωνές. Να αφεθείς και να γλιστρήσεις. Η μόνη ελευθερία είναι ο λεκές μέσα στην παλιά φωτογραφία που στέγνωσε, κι εσύ μένεις να την κοιτάς ενώ τρως ξηρούς καρπούς. Εκεί ανοίγει το ρήγμα σωτηρίας, όχι στο σώμα που μετρά, αλλά στον χρόνο που λιώνει και σε μεταφέρει σε γεύσεις, σε εικόνες, σε φωνές. Η συλλογή κλείνει:

 

«Σπάζω κουκούτσια από καΐσια

ήρεμη γεύση.

Προτιμώ εκείνα τα πικρά πράσινα αμύγδαλα της μνήμης

αλατισμένα και προκλητικά».

 

Το tempo perso της Κούλας Αδαλόγλου είναι από εκείνα τα βιβλία που στην πρώτη ανάγνωση σού αντιστέκονται· στη δεύτερη, όμως, αποκαλύπτουν τον μηχανισμό τους: το σώμα ως μετρητής του παρόντος και, απέναντί του, η μνήμη ως ρευστό που σε μεταφέρει. Σηκώθηκα από την πολυθρόνα· ψίχουλα από μια δική μου μαντλέν έπεσαν στο χαλί και χάθηκαν. Μα είναι, τελικά, «χαμένος» αυτός ο χωροχρόνος; Η ποιήτρια το αφήνει στον αναγνώστη [σ.25]:

«Και μη ρωτάς αν στο μεταξύ χάσαμε κάτι.

Καθένας μετρά τη δική του χασούρα».

 

 

Κούλα Αδαλόγλου, tempo perso, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2025

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Υπατία (της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου)
Επόμενο άρθροΟ Μάρκος και ο γάτος (της Χίλντας Παπαδημητρίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ