Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Θρύλοι, κουλτούρα και σκοτεινά μυστικά του Αμερικάνικου Νότου (γράφει ο Γεώργιος Νικ....

Θρύλοι, κουλτούρα και σκοτεινά μυστικά του Αμερικάνικου Νότου (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)

0
332
Ο ΜΙσσισιπής καίγεται, ταινία του Άλαν Πάρκερ

 

γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης

Το μυθιστόρημα θρίλερ «Οι αμαρτωλοί στάζουν αίμα» του Σον Κόσμπι (All The Sinners Bleed) που κυκλοφόρησε στην Αμερική το 2023, αναφέρεται στο κυνήγι ενός κατά συρροή δολοφόνου σε μια μικρή πόλη που ενσαρκώνει την διαχρονική  φυλετική ένταση της Αμερικανικής κοινωνίας. Από τις πρώτες ήδη σελίδες του μυθιστορήματος, μαθαίνουμε ότι  ο Τάιτους Κράουν  έχει εκλεγεί ως ο πρώτος μαύρος σερίφης της ήσυχης κομητείας του Χάροντα, στη Βιρτζίνια, χάρη στην υποστήριξη εκκλησιών. Είναι ανύπαντρος, άτεκνος και ζει με τον αδύναμο και ηλικιωμένο του πατέρα, τον Άλμπερτ. Ο Τάιτους έχει έναν αδελφό, ονόματι Μαρκί, έναν αυτοδίδακτο ξυλουργό ο οποίος μένει στην άλλη άκρη της κομητείας και εμφανίζεται στο σπίτι τους  σχετικά σπάνια, ειδικά μετά  από τον θάνατο της αγαπημένης τους μητέρας. Το ερωτικό ενδιαφέρον του Τάιτους είναι η Νταρλίν, μια αρκετά ευγενική γυναίκα την οποία πραγματικά νοιάζεται, αλλά σαφώς δεν δείχνει να είναι και ιδιαίτερα ερωτευμένος  μαζί της. Ο Τάιτους ήταν κάποτε στο FBI και οι λόγοι για την αποχώρησή του εμφανίζονται  διάσπαρτα σε όλη την ιστορία, ένα παρελθόν ωστόσο που συνεχίζει να στοιχειώνει τον ευγενικό  πρωταγωνιστή του βιβλίου, μόνο και μόνο για να αποκαλυφθεί κάπως προβλέψιμα, είναι αλήθεια, προς το τέλος του. Η κύρια πλοκή ξεκινά με μια ένοπλη επίθεση στο Λύκειο Τζέφερσον Ντέιβις,  που έχει ως αποτέλεσμα οι βοηθοί αστυνομικοί του Τάιτους να πυροβολήσουν τον δράστη, έναν νεαρό μαύρο άνδρα ονόματι Λατρέλ, ο οποίος γρήγορα ανακαλύπτουμε ότι συμμετείχε σε τελετουργικά βασανιστήρια, σεξουαλικές επιθέσεις και δολοφονίες μαύρων και σκουρόχρωμων παιδιών και εφήβων της περιοχής. Εκεί λοιπόν, στα σπλάχνα της κομητείας, ένας αφροαμερικανός είχε πυροβοληθεί από δύο λευκούς βοηθούς του σερίφη. Όσον αφορά την ταυτότητα του θύματος του Λατρέλ,  ήταν ένας αγαπημένος δάσκαλος, ο Τζεφ Σπίρμαν, του οποίου η συμμετοχή σε αυτές τις αόριστα απόκρυφες φρικαλεότητες είναι ισοδύναμη με το πόσο αγαπητός ήταν ως σεβαστή προσωπικότητα της συγκεκριμένης κοινότητας.

Για να λύσει τα αναφυόμενα και περίεργα ερωτήματα και εγκλήματα, ο Τάιτους πρέπει να αντιμετωπίσει μια ακροδεξιά ομάδα που θέλει να διοργανώσει παρέλαση για να γιορτάσει την ιστορία της Συνομοσπονδίας της πόλης. Σύντομα μαθαίνουμε ότι ένας τρίτος συμμετέχων σε όλες εκείνες τις δολοφονίες, τον οποίο ο Τάιτους αποκαλεί ‘Τελευταίο Λύκο’, εξακολουθεί να διαφεύγει της σύλληψης και μέσα από μια σειρά από καλογραμμένες αλληλεπιδράσεις, στοιχεία και αποκαλύψεις, αποκαλύπτονται τα όχι και τόσο κρυφά μυστικά της μικρής τους πόλης, συμπεριλαμβανομένης βεβαίως της ταυτότητας του τρίτου δολοφόνου. Βασική πληροφορία και διαπίστωση εδώ, είναι ότι ο μαύρος σερίφης είχε επιλέξει να ζήσει και να δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά  σε μια περιοχή μεταξύ ανθρώπων που πίστευαν σε αυτόν, ανθρώπων που τον μισούσαν εξ’ αιτίας του χρώματος του δέρματός του και ανθρώπων που θεωρούσαν ότι αποδείχτηκε   προδότης της φυλής του.  Θεμελιώδες στοιχείο του μυθιστορήματος στο σύνολό του, είναι η τρέχουσα, διασπαστική για το έθνος φυλετική ένταση που κυριαρχεί  την Αμερική. Ο θυμός των έγχρωμων πολιτών και ο φόβος των λευκών που εξιδανικεύουν και ωραιοποιούν ένα  συγκεκριμένο είδος ζωής που τους είχε δώσει η νίκη στον Εμφύλιο Πόλεμο, κάποτε. Η πολιτική συνιστώσα της συγκεκριμένης φυλετικής έντασης, φυσικά,  δεν εξερευνάται στην ιστορία εκτός  ​​από την ψηφοφορία ενός σερίφη της κομητείας. Ο αναγνώστης βιώνει την εξέταση αυτής της έντασης ειδικά μέσα από τις αλληλεπιδράσεις του Τάιτους με τους πολίτες του Χάροντα, ένα στοιχειώδες και μικρό  μοντέλο μιας σύγκρουσης σε κοινωνικό επίπεδο που θέτει τα βασικά ερωτήματα του μυθιστορήματος, όπως  επί παραδείγματι τί συμβαίνει αν οι άνθρωποι με τους οποίους διαφωνεί κάποιος ιδεολογικά, πολιτικά και με τους οποίους δεν μοιράζεται κάποιες αξίες, είναι εκείνοι που έχουν ζήσει μέσα στους ίδιους δρόμους όλη τη ζωή. Και ακόμα παραπέρα, τί  γίνεται όταν κάποιος απ’ όλους αυτούς αποδειχτεί, κυριολεκτικά,  πολύπλευρα αντικοινωνικός.

Στις αρχές του μυθιστορήματος, ο Τάιτους πρέπει να διαλύσει την αντιπαράθεση μεταξύ δύο ομάδων, η μία από τις οποίες καθοδηγείται από έναν χαρακτήρα που ονομάζεται Ρίκι Σουρς, ο οποίος έχει χτίσει ολόκληρη την ταυτότητά του πάνω στο ψέμα της προπολεμικής τιμής και της ιπποσύνης που είχε αποτυπωθεί στην ψυχή  κάθε παιδιού στον αμερικάνικο Νότο, για πολλές γενιές. Το δίλημμα του Τάιτους είναι μεγάλο, αφού οφείλει να διαχειριστεί όχι μόνο την ηθική του θέση ως σερίφης, αλλά και να το πράξει απέναντι σε ρατσιστές φανατικούς που έχουν το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι είναι άνθρωποι που γνωρίζει όλη του τη ζωή. Έτσι αντιλαμβανόμαστε το βαρύ φορτίο  που απαιτείται να επωμισθεί ο μαύρος σερίφης. Πρέπει να αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα ότι οι άνθρωποι με τους οποίους μεγάλωσε τον μισούν, άνθρωποι που αποτελούν ένα σημαντικό μέρος της κοινότητας που τώρα υπηρετεί. Το να υπάρχει και να προστατεύει την κομητεία του Χάροντα σηματοδοτεί την συνεχή υπενθύμιση της ταυτότητάς του, αλλά πάντοτε μέσα  στο δικό τους πλαίσιο. Με το να βρίσκεται κοντά τους, υποβαθμίζεται από τις γνωστές απόψεις τους για το πρόσωπό του,  τη στιγμή  που  η εργασία του απαιτεί να τους προστατεύει. Κάποια στιγμή μέσα στην όλη ένταση σκέφτηκε ότι, «… τα θεμέλια του τόπου που αποκαλούσε σπίτι του, ήταν στιγματισμένα από τη δουλεία. Μια κατάρα αίματος που κανένα χρηματικό ποσό και καμιά φιλανθρωπία δεν μπορούσαν να ξεπλύνουν. Μια κατάρα που άνθρωποι… αρνούνταν να την πιστέψουν και αρνούνταν να εξιλεωθούν με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο».

Το γεγονός ότι πρέπει να ζει και να εργάζεται κάτω από αυτές τις συνθήκες, συμβάλλει σε ένα από τα κύρια θέματα της ιστορίας, που είναι η αμφισβήτηση της πίστης. Η ανάκληση της πίστης από τον Τάιτους, ωστόσο, οφείλεται κυρίως στο παρελθόν του με το FBI και στον θάνατο της μητέρας του. Καθώς η μητέρα του πέθαινε λόγω σκληροδερμίας, προσευχήθηκε ο Θεός να την θεραπεύσει. Όπως είναι φυσικά ευνόητο, κάτι τέτοιο δεν πραγματοποιήθηκε και εξ’ αιτίας αυτού, ο Τάιτους έστρεψε την προσοχή και την πίστη του στη λογική, τουτέστιν στην πραγματικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας αντί της θρησκείας. Με εξαίρεση ένα συγκεκριμένο άτομο που μοιράζεται την αμφισβήτηση της πίστης του, αλλά σε πολύ πιο έντονο και αυστηρό πλαίσιο, ουσιαστικά όλοι εκείνοι που συναντούν τον Τάιτους εξακολουθούν να πιστεύουν, γεγονός που τον παρακινεί να ασκήσει αποτυχημένη, ακόμη και πικρή κριτική στις χριστιανικές πεποιθήσεις. Όταν ρωτήθηκε, για παράδειγμα, από έναν τοπικό πάστορα αν πιστεύει στον διάβολο, εκείνος του απάντησε ότι αν είχε δει αυτά που έχει δει αυτός, θα συνειδητοποιούσε ότι ο διάβολος είναι απλώς το όνομα που δίνουμε στα τρομερά πράγματα που κάνουμε ο ένας στον άλλον!  Ως μαύρος,  ως σερίφης, και ως πρώην πράκτορας του FBI, κάποιος δηλαδή που πρέπει να αντιμετωπίσει ανθρώπους που γνώριζε σε όλη του τη ζωή και τον μισούσαν, ώστε εκείνοι να νιώθουν δυνατοί, δεν είναι περίεργο που ο Τάιτους δεν εμπιστεύεται πλέον τον Θεό. Αυτή η πτυχή του χαρακτήρα του αμφισβητείται περισσότερο από τον πατέρα του, Άλμπερτ, ο οποίος είναι και ο ίδιος θεοσεβούμενος άνθρωπος, και του οποίου η κύρια μορφή κοινότητας είναι η εκκλησία του. Όταν ο Άλμπερτ λέει: «Δεν μπορούμε να ξέρουμε το σχέδιο του Θεού, αλλά ο Πατέρας έχει ακόμα τον έλεγχο», ο Τάιτους απαντά: «Κάποτε πίστευα στο σχέδιο του Θεού. Πίστευα ότι θα θεράπευε τη μαμά. Παρόλο που δεν μου είχε μιλήσει ποτέ. Δεν είχε απαντήσει ποτέ σε καμία από τις προσευχές μου, αλλά εξακολουθούσα να πιστεύω ότι θα τη γιάτρευε. Ότι δεν θα άφηνε τους μυς της να γίνουν κόκαλα. Ότι θα την άγγιζε με το ουράνιο χέρι του και θα της έπαιρνε τον πόνο. Ότι δεν θα την άφηνε να ουρλιάζει όλη νύχτα. Αλλά  δεν το έκανε», είπε ο Τάιτους. «Πέθανε στα σαράντα της και ο κόσμος συνεχίζει την πορεία του. Γι’ αυτό, όταν μου λες ότι ήταν σχέδιο του Θεού να καταλήξουν εκείνα  τα αγόρια και τα κορίτσια κάτω απ’ την κλαίουσα ιτιά, αναρωτιέμαι, ποιος απ’ τους δυό μας   είναι πιο ανόητος; Εσύ που το είπες ή εγώ που το άκουσα»;

Αναφέραμε νωρίτερα την περίοδο που ο Τάιτους βρισκόταν στο FBI, ένα μυστικό γεμάτο ενοχές που, όπως αποδείχτηκε,  τον βάραινε συνεχώς. Ενώ έπινε με τον αδερφό του στο τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, ο Τάιτους αποκαλύπτει ότι όταν αντιμετώπισε την ευκαιρία να συλλάβει έναν ηγέτη αίρεσης, αντίθετα τον σκότωσε: «Τον κοίταξα επίμονα και συνειδητοποίησα, τι με είχε κάνει ποτέ να ακολουθώ τους κανόνες;… Έτσι τον πυροβόλησα. Δύο στο κεφάλι, δύο στο στήθος». Κατά τη διάρκεια αυτής της σκηνής, ο Τάιτους εξηγεί περαιτέρω, ότι ο κόσμος είναι σκληρός και ιδιότροπος και δεν τον νοιάζει καθόλου, και η εκκλησία που αγαπούσε η μαμά και ο Θεός που προσευχόταν να την θεραπεύσει είναι απλώς εικονικά φάρμακα που δεν διορθώνουν το δηλητήριο στο οποίο κολυμπάμε κάθε μέρα.  Γι’ αυτό το λόγο εντάχθηκε στο FBI και έγινε σερίφης, για να φέρει κάποια τάξη στο χάος, αλλά με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο βυθίστηκε περισσότερο σε αυτό το χαοτικό δηλητήριο όπου βρήκε μόνο περισσότερη φρίκη αντί για απαντήσεις, αλλά ανακάλυψε και το δηλητήριο μέσα του.

Σε όλο το μυθιστόρημα, μας δίνονται στιγμιότυπα από τη σχέση του Τάιτους με μια γυναίκα ονόματι Νταρλίν. Είναι ως χαρακτήρας απλή, ένα ευγενικό άτομο που θέλει το καλύτερο γι’ αυτόν, να βρίσκεται  δίπλα του. Ωστόσο, δεν μπορεί να την επιθυμήσει πραγματικά. Είναι εκεί και νοιάζεται γι’ αυτήν, αλλά στην πραγματικότητα δεν την αγαπά. Ανακουφίζεται ακόμη περισσότερο με την επιστροφή μιας από τις πρώην ερωμένες του, μιας γυναίκας ονόματι Κέλι, η οποία αποφάσισε να ηχογραφήσει το podcast της για το αληθινό έγκλημα σχετικά με την έρευνα για τη δολοφονία που διεξάγει ο Τάιτους. Καταλαβαίνουμε ότι το σεξ με την Κέλι ήταν καλύτερο από ό,τι με την Νταρλίν: «Η Νταρλίν ήθελε να κάνει έρωτα ακόμα και όταν ήταν απλώς φίλοι με προνόμια. Δεν ήθελε σεξ…Ήθελε να κάνουν έρωτα». Για την επιστροφή της Κέλι στη ζωή του, λέει στον εαυτό του: «…όταν την είδα, το στόμα μου στέγνωσε και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά στα πλευρά μου. Κάναμε σεξ που ήταν στα όρια της βίας. Σε σημείο που μετά ένιωθα βρώμικος. Αλλά μου άρεσε. Και μισώ τον εαυτό μου που μου αρέσει. Και υπάρχει κάτι άγριο σε αυτήν που είναι σαγηνευτικό και εξοργιστικό ταυτόχρονα. Και δεν μου αρέσει να είμαι άγριος, βίαιος, εκτός ελέγχου». Η ενοχή του Τάιτους επειδή επιθυμεί όλα αυτά, είναι εν μέρει παρόμοια με την ενοχή που νιώθει επειδή σκότωσε εκείνον τον αρχηγό αίρεσης όταν εργαζόταν στο FBI, με το αδιαμφισβήτητο μέρος αυτής της ομοιότητας να είναι η ηδονή. Η ευγένεια του Τάιτους διανθίζεται με αυτή την υπερβολικά ανθρώπινη επιθυμία να απολαμβάνει σαρκικά την κυριολεκτική κατεδάφιση του τρομερού…

Ο  ‘Τελευταίος Λύκος’ αποκαλύπτεται ότι είναι ο Ρόις Λαζάρε, ο τοπικός οδηγός λεωφορείου, για τον οποίο σταδιακά ανακαλύπτουμε ότι ήταν το εξωσυζυγικό, διαφυλετικό παιδί μιας λευκής γυναίκας από την πιο εξέχουσα οικογένεια του Χάροντα.  Μετά τη γέννησή του, ο Ρόις δόθηκε σε μια τοπική, εξτρεμιστική εκκλησία όπου παραμελήθηκε και κακοποιήθηκε από τον πάστορα και τη σύζυγο αυτού. Ωστόσο, υπήρχαν πολλοί χαρακτήρες που μάθαμε τις ιστορίες τους, όπως  άλλοι αστυνομικοί, φίλοι φίλων, πάστορες, και τι πιο εύλογο  θα ήταν αν ο δολοφόνος κατέληγε να είναι ένας από εκείνους!  Έτσι, ο αναγνώστης νοιώθει κάπως περίεργα όταν ανακαλύπτει  ότι ο δολοφόνος ήταν κάποιος που δεν είχε συναντήσει ποτέ πριν, κάποιος που αγαπούσαν, κάποιος που εμπιστεύονταν,  κάποιος για τον οποίο είχαν κάποια  ενσυναίσθηση! Αυτό που σώζει αυτή τη στιγμή της σχεδόν ασήμαντης αποκάλυψης, ωστόσο, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του θέματος της απώλειας πίστης. Στην κορύφωση του μυθιστορήματος, ο Ρόις λέει στον Τάιτους: «[Οι θετοί μου γονείς] με έκαναν να συνειδητοποιήσω ότι υπηρετούμε έναν ψυχοπαθή Θεό. Μας απελευθέρωσε και μας αφήνει να κάνουμε τρομερά πράγματα ο ένας στον άλλον, κι’ αυτός και οι άγγελοί του απλώς παρακολουθούν και γελούν όπως οι Ρωμαίοι στο γαμημένο το Κολοσσαίο. Και ποιος βρίσκεται σε χειρότερη θέση απ’ όλους; Οι νέγροι. Είναι τα σκατά στα παπούτσια της ανθρώπινης φυλής. Ζουν σε ένα κόσμο όπου τα πάντα έχουν φτιαχτεί να τους καταστρέφουν και να τους εκμεταλλεύονται. Χάρη έκανα σε αυτά τα παιδιά. Τι ζωή θα περνούσαν στην Αμερική»; Ο κατά συρροήν δολοφόνος μας αναφέρεται ακόμη και στον θεό ως «Ουράνιο Μπαμπά». Σε αυτό, ο Ρόις Λαζάρε  έχει ένα κοινό με τον Τάιτους, ο οποίος απαντά:  «Ξέρω τι σου έκαναν… και ξέρω ότι ήσουν φοβισμένος. Και θυμωμένος. Και ένιωθες απελπισμένος. Ξέρω πώς είναι. Ξέρω πώς είναι να προσεύχεσαι στον Θεό για κάτι που θέλεις τόσο πολύ και νιώθεις ότι δεν  νοιάζεται. Όταν ήμουν πιτσιρικάς, προσευχόμουν στον Θεό να σώσει τη μητέρα μου, μερικές φορές προσευχόμουν όλη νύχτα, με τον ίδιο τρόπο που προσευχόσουν κι’ εσύ για να σε σώσει».

Έτσι, ενώ ο δολοφόνος κατέληξε να είναι ένας άγνωστος μέχρι εκείνη την ώρα, ίσως ο  Κόσμπι μας υπενθυμίζει ότι μπορεί στην πραγματικότητα να έχουμε κάτι κοινό με αυτόν τον ξένο, το τέρας εκεί έξω στον κόσμο που κάνει πράγματα που δεν θα φανταζόμασταν ποτέ. Άλλωστε, δεν είναι και αυτό το άγνωστο πρόσωπο  ένας απλός άνθρωπος που έχει ερωτήσεις για την πίστη και τον θεό; Οι ζωές αυτών των δύο χαρακτήρων ήταν διαφορετικές με δραματικούς τρόπους, αλλά υπάρχει κάποια ποιότητα στην απογοήτευσή τους από τον Θεό και την πίστη που είναι η ίδια, δύο γραμμές ερωτήσεων που πρέπει τελικά να συναντηθούν στο σύμπαν αυτού του βιβλίου. Στο μυθιστόρημα  ετούτο του  Κόσμπι, πέρα ​​από την ιστορία βρίσκεται η απόλαυση της ίδιας της γραφής του. Όχι μόνο είχαμε μια άμεση αναφορά στη ‘Σιωπή των Αμνών’ (The Silence of the Lambs), αλλά είχαμε ακόμη και ένα πραγματικά ξεφλουδισμένο πρόσωπο, το οποίο μπορούμε μόνο να φανταστούμε ότι ήταν μια μορφή φόρου τιμής στον Τόμας Χάρις.

Μια μικρή παρατήρηση εν προκειμένω. Στα σύγχρονα μυθιστορήματα μυστηρίου, θρίλερ και στα αστυνομικά κείμενα, οι συγγραφείς αρχίζουν να ενδιαφέρονται και να αντιμετωπίζουν τον πολλαπλασιασμό της ραδιοφωνικής μετάδοσης (podcast) αληθινού εγκλήματος στον πολιτισμό μας. Μπορεί ένα μυθιστόρημα με πυρήνα το έγκλημα να μην περιλαμβάνει ένα podcast αληθινού εγκλήματος, αναρωτιούνται πολλοί; Το μυθιστόρημα «All the Sinners Bleed» έχει τα πλάγια, σύντομα κεφάλαια διάσπαρτα σε όλη την έκτασή του, και μια πιθανή  ερμηνεία είναι ότι αυτά προορίζονται να αποτελέσουν το προαναφερθέν podcast της Κέλι, ένας ενδιαφέρων τρόπος πάνω στο συγκεκριμένο πνεύμα της εποχής. Πολλαπλές σε διάφορα μέρη του βιβλίου, είναι και οι παρομοιώσεις του Κόσμπι, των οποίων αποδεικνύεται πως είναι ένας αξιοζήλευτος δεξιοτέχνης, όπως εκεί που λέει:  «Αυτές οι συνομιλίες τού είναι τόσο άχρηστες όσο ένα κάρο με τετράγωνες ρόδες»! Παράλληλα, δεν λείπουν και τα ανάλογα αποφθέγματα. «Η αμφιβολία είναι σαν τη γάγγραινα. Άπαξ και αρχίσει, είναι σχεδόν αδύνατο να τη σταματήσεις», ή «Ταπεινότητα δεν είναι να υποτιμάς τον εαυτό σου, αλλά να σκέφτεσαι λιγότερο τον εαυτό σου», και «Όταν είσαι κακός με τους ανθρώπους, το κακό επιστρέφει σ’ εσένα», μεταξύ πολλών άλλων.

«Οι  Αμαρτωλοί στάζουν αίμα» (All the Sinners Bleed) του Σον Κόσμπι, αποτελεί την συνέχεια κατά κάποιο τρόπο των άλλων βραβευμένων του μυθιστορημάτων. Ετούτο το θρίλερ είναι γραμμένο σχολαστικά με τη μοναδική πένα του Κόσμπι και παρουσιάζει το κυνήγι ενός κατά συρροή δολοφόνου, εφάμιλλο με το καλύτερο έργο του Τόμας Χάρις. Αυτό που κάνει το βιβλίο κάτι περισσότερο από ένα απλό μυθιστόρημα για τέτοιους δολοφόνους, είναι τα επίπεδα πολυπλοκότητας που προσθέτει ο συγγραφέας του. Πρόκειται για μια ιστορία για τη φυλή και το φυλετικό μίσος, που επιδιώκει με τόλμη να αποκαλύψει το κακό που κρύβεται κάτω από τις μάσκες που μπορεί να φορούν οι συμπολίτες των ανθρώπων, που τους  κάνει να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι ποτέ σε θέση να γνωρίζουν πραγματικά κανέναν. Όσον αφορά το κακό, ο Κόσμπι χρησιμοποιεί στην αρχή ένα απόφθεγμα του λογοτεχνικού γίγαντα Τζόζεφ Κόνραντ: «Η πίστη σε μια υπερφυσική πηγή  κακού δεν είναι απαραίτητη. Οι άνθρωποι είναι ικανοί για κάθε είδους κακία από μόνοι τους» (The belief in a supernatural source of evil is not necessary; men alone are quite capable of every wickedness) και ο Τάιτους Κράουν, ο πρώτος μαύρος σερίφης στην ιστορία της κομητείας του Χάροντα, στη Βιρτζίνια, μπορεί να το διαβεβαιώσει. Αλλά ο ίδιος ο Τάιτους δεν είναι προετοιμασμένος για το βάθος της εξαχρείωσης και το κακό εναντίον άλλων ανθρώπων που θα αντικρίσει σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια πριν τελειώσει το ξεδίπλωμα όλης αυτής της ενδιαφέρουσας, με πολλούς αποδέκτες, ιστορίας. Ο Τάιτους γνωρίζει καλά ότι τα θεμέλια πάνω στα οποία είναι χτισμένη η κομητεία, είναι θεμέλια αγάπης και μίσους, αίματος και δακρύων, βίας και χάους. Όταν καλείται να αντιμετωπίσει ένα περιστατικό που είναι πολύ ασυνήθιστο γι’ αυτή τη μικρή πόλη, οι δικές του πεποιθήσεις θα δοκιμαστούν σφόδρα. Υπάρχει μια αναφορά για έναν ενεργό σκοπευτή στο τοπικό λύκειο, και ο Τάιτους και το τμήμα του βρίσκονται καθ’ οδόν προς τα εκεί. Βρίσκουν έναν νεαρό άνδρα ονόματι Λατρέλ ΜακΝτόναλντ να βγαίνει από το κτίριο κρατώντας ένα αυτόματο όπλο με αίμα πάνω του. Ο Τάιτους τον γνωρίζει καλά, καθώς είναι γιος κάποιου με τον οποίο μεγάλωσε. Δεν μπορεί να πείσει τον Λατρέλ, ο οποίος εκστομίζει απειλητική και πολύ βιβλική ρητορική προτού δύο από τους βοηθούς του Τάιτους τον πυροβολήσουν και τον σκοτώσουν. Το μόνο άλλο θύμα είναι ο Τζεφ Σπίρμαν, πρώην δάσκαλος του Λατρέλ και μακροχρόνια ακλόνητος συνεργάτης του σχολείου, ο οποίος ψηφίστηκε ως ‘δάσκαλος της χρονιάς’ μερικές φορές. Η έρευνα που διεξάγει ο Τάιτους θα δείξει ότι συνέβαινε κάτι άλλο που ήταν πολύ πιο σκοτεινό. Όταν μαθαίνει ότι ο Σπίρμαν μπορεί να μην ήταν εκείνος ο ευθύς χαρακτήρας που όλοι πίστευαν ότι ήταν, θα ερευνήσει περισσότερο. Αυτό που θα αποκαλυφθεί, αρχικά στο τηλέφωνό του και αργότερα στο σπίτι του, είναι μερικές από τις πιο διεστραμμένες πράξεις που έχει δει ποτέ ο Τάιτους ή οποιοσδήποτε άλλος είχε την ευκαιρία ή τη δύναμή του. Ο Σπίρμαν και μερικοί άλλοι, ένας εκ των οποίων ήταν ο ίδιος ο Λατρέλ, συμμετείχαν στην απαγωγή, τα βασανιστήρια και τη βάναυση δολοφονία πολλών μαύρων παιδιών. Ο Κόσμπι δεν αισθάνεται την ανάγκη να οδηγήσει τον αναγνώστη μέχρι εκεί και να βιώσει αυτό που βλέπει ο Τάιτους. Αυτό γίνεται με τον ίδιο τρόπο που ένας έξυπνος σκηνοθέτης ταινιών τρόμου συνειδητοποιεί ότι η απλή υπόνοια τρόμου είναι πολύ πιο αποτελεσματική από το να δείξει αίμα  στην οθόνη. Όταν το τμήμα και η ομάδα εγκληματολογίας οδηγούνται σε ένα δέντρο στο δάσος, αρχίζουν να ξεθάβουν τα λείψανα αρκετών νεαρών. Οι εγκληματολόγοι εργάζονται όσο πιο γρήγορα μπορούν για να τα αναγνωρίσουν, ώστε ο Τάιτους να μπορέσει να ειδοποιήσει τις οικογένειές τους. Αυτά τα θύματα προέρχονταν από διάφορα μέρη, όχι μόνο από την κομητεία του Χάροντα, και μπορεί να είχαν τοποθετηθεί εκεί πριν από αρκετά χρόνια. Εκείνο, όμως, που ενοχλεί περισσότερο τον Τάιτους είναι ότι ένας τρίτος δράστης που φαίνεται μόνο στην κάμερα να φοράει μάσκα λύκου, είναι ακόμα εκεί έξω ελεύθερος. Αυτό το τελευταίο κομμάτι στο τρίπτυχο των κατά συρροή δολοφονιών μπορεί να είναι το πιο κακόβουλο από όλα και χλευάζει επανειλημμένα και επισταμένα τόσο τον Τάιτους όσο και τους κατοίκους της κομητείας του Χάροντα με τα συνεχιζόμενα δολοφονικά του έργα. Δεν υπάρχουν μόνο θρησκευτικοί δεσμοί με αυτήν την υπόθεση, αλλά και ιστορικοί και προσωπικοί που θα συγκλονίσουν την πόλη.

Το μυθιστόρημα αποτελεί ταυτόχρονα με την αφήγηση για έναν κατά συρροή δολοφόνο που κυκλοφορεί ελεύθερος, μια ιστορία για τις επίμονες επιπτώσεις του ρατσισμού στον αμερικάνικο Νότο, μια αναπόληση του θρησκευτικού φανατισμού, μια εξερεύνηση του τραύματος και μια ιστορία αγάπης που σιγοβράζει κάτω από πολύ φόβο, αίμα και ένταση. Κινείται κομψά σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στον τρόμο και το είδος της σκληρής αστυνομικής λογοτεχνίας που έχει εκτοξεύσει τον συγγραφέα του στο χώρο  της  αστυνομικής λογοτεχνίας. Είναι ένα σκοτεινό αστυνομικό μυθιστόρημα με θρησκευτικά υπονοούμενα, που θίγει επίκαιρα ζητήματα χωρίς να χάνει ποτέ τον προσανατολισμό του ή να ακούγεται ως κήρυγμα. Ο Τάιτους Κράουν γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κομητεία αυτή της Βιρτζίνια. Μετακόμισε και πέρασε μερικά χρόνια εργαζόμενος για το FBI, αλλά τελικά επιστρέφει για να φροντίσει τον αδύναμο πατέρα του. Καταφέρνει να γίνει ο πρώτος μαύρος σερίφης της, αφού πρώτα νικήσει τον διεφθαρμένο προκάτοχό του, υπό τον οποίο άνθισε ο ρατσισμός και τα ναρκωτικά αφέθηκαν να εξαπλωθούν ανεξέλεγκτα στην περιοχή αυτή της κομητείας.  Ως σερίφης,  πρέπει φυσικά να αντιμετωπίσει τα συνηθισμένα μικροεγκλήματα, ναρκωτικά, κακοποιητικούς συζύγους και επιθετικούς μεθυσμένους, αλλά παράλληλα και κάποια πολύ σοβαρά. Καθώς η έρευνα προχωρά, φυσικά τα πράγματα περιπλέκονται. Ο δολοφόνος προφανώς είχε διασυνδέσεις με μια τοπική εκκλησία και τα πτώματα είχαν θρησκευτικά μηνύματα χαραγμένα στη σάρκα τους. Η πρώην ερωμένη του Τάιτους έρχεται στην πόλη για να του πάρει συνέντευξη για το podcast της για το αληθινό έγκλημα και κλονίζει τα θεμέλια της νέας σχέσης του σερίφη. Μια τοπική ακροδεξιά ομάδα θέλει να κάνει παρέλαση για να γιορτάσει την ιστορία της Συνομοσπονδίας της πόλης, και ένα μυστικό από το παρελθόν του Τάιτους τον στοιχειώνει διαρκώς. Όλοι φορούν μάσκα, αλλά καθώς τα πτώματα στοιβάζονται και ο δολοφόνος τον χλευάζει, ο Τάιτους θα πρέπει να ξεσκεπάσει πολλούς ανθρώπους για να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα νεαρά θύματα των δολοφόνων και να αποκατασταθεί, όσο γίνεται,  η εύθραυστη ηρεμία της κομητείας του Χάροντα.

Το μυθιστόρημα, όπως κυλά, είναι τραχύ, έξυπνο, σκληρό, περίπλοκο και ‘Νότιο’ μέχρι το κόκκαλο. Ο Κόσμπι καταλαβαίνει ότι τα θρίλερ πρέπει να είναι συναρπαστικά για να πετύχουν στο αναγνωστικό τους κοινό, αλλά αφιερώνει πολύ χρόνο φροντίζοντας να νιώθουμε ενσυναίσθηση για τους χαρακτήρες του και να κατανοούμε το βαθύτερο ιστορικό πλαίσιο όλων εκείνων που διαδραματίζονται μέσα  στην κομητεία του. Αυτή είναι μια ιστορία για μια μικρή πόλη σε αναταραχή και έναν σερίφη που προσπαθεί να χρησιμοποιήσει όλα όσα έμαθε ενώ εργαζόταν ως πράκτορας του FBI για να εντοπίσει έναν κατά συρροή δολοφόνο σε ένα μέρος που δεν διαθέτει τους πόρους και την τεχνολογία μιας μεγάλης πόλης. Ωστόσο, είναι επίσης μυθιστόρημα που ασχολείται με θρησκευόμενους φανατικούς που διαμαρτύρονται ενάντια στον γάμο ομοφυλοφίλων, την φιλελεύθερη ατζέντα και το πώς ‘όλες οι ζωές έχουν σημασία’ (all lives matter). Η κομητεία είναι ήρεμο μέρος επιφανειακά, αλλά ακριβώς από κάτω υπάρχει πολύ μίσος, ρατσισμός και αυτό που ο μαύρος σερίφης αποκαλεί σήψη της ψυχής. Ενώ η αποδόμηση των μικρών πόλεων της Αμερικής στο Νότο από τον Κόσμπι και η κριτική του στον ρατσισμό είναι εξαιρετικές, καταφέρνει παράλληλα να διερευνήσει τις επιπτώσεις του θρησκευτικού φανατισμού και πώς αυτός συμβάλλει στη διαιώνιση του status quo. Μερικοί άνθρωποι στην κομητεία, διατηρούν αβίαστα το μίσος τους χωρίς να χάνουν τον ύπνο τους επειδή ανήκουν σε μια εκκλησία που υποστηρίζει τις ιδέες τους.  Όπως ακριβώς η προεδρία Ομπάμα δεν εγκαινίασε την μετα-φυλετική εποχή που κάποιοι πίστευαν ότι θα γινόταν επιτέλους πραγματικότητα, το γεγονός ότι ο Τάιτους έγινε σερίφης δεν σήμαινε το τέλος του βαθιά ριζωμένου ρατσισμού στην κομητεία του Χάροντα και ο ρατσισμός είναι μια ασθένεια που επηρεάζει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένων των ποινικών ερευνών. Ο Κόσμπι έγινε συγγραφέας μπεστ σέλερ και ένα από τα πιο γνωστά ονόματα στο νέο ποικιλόμορφο κύμα συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας με σκληρά μυθιστορήματα όπως το «Δάκρυα ξυράφι» (Razorblade Tears) to 2022, και τα «Έρημα μονοπάτια»  (Blacktop Wasteland) το 2020, τα οποία εξερευνούν ζητήματα όπως ο ρατσισμός και η ομοφοβία, ενώ παράλληλα φέρνουν στο προσκήνιο την εμπειρία των Απαλαχίων, και ακόμα τη «Σκοτεινή προσευχή»  (My Darkest Prayer) το  2019.

Το νότιο νουάρ είναι είδος το οποίο τείνει να αποπνέει ατμόσφαιρα, τοπικούς θρύλους και κουλτούρα, σκοτεινά μυστικά και μυστήριο και χαρακτήρες που είτε αγαπάς είτε μισείς. Ο συγγραφέας εδώ, κάνει εξαιρετική δουλειά υπενθυμίζοντάς μας το ζήτημα με τα αγάλματα των Συνομοσπονδιών και το πώς οι φυλετικές εντάσεις εξακολουθούν να είναι βαθιά ριζωμένες  σε διάφορα μέρη της χώρας. Ένας μαύρος φοράει τώρα το σήμα του σερίφη σε μια  μικρή πόλη της οποίας το ρατσιστικό παρελθόν απειλεί να καταστρέψει την  εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ των κατοίκων της. Κι’ όλα αυτά, σε μια εποχή πόνου γι’ αυτόν  που εξακολουθεί να παλεύει με τον άδικο θάνατο της μητέρας του, τη συμφιλίωση με τον πατέρα του και την αποξένωση από τον αδελφό του, εξωθούμενος  σε ακραία σωματικά και συναισθηματικά όρια. Η  εξουσία του σερίφη, αμφισβητείται από εκείνους που δεν θα ήθελαν τίποτα περισσότερο από το να τον δουν να χάνει την εξουσία πριν από τις επόμενες εκλογές. Η αντιπαράθεση των εσωτερικών του σκέψεων και της εξωτερικής του παρουσίασης καταδεικνύει την λεπτότητα με την οποία πρέπει να ζυγίζει κάθε λέξη και πράξη του. Κάθε λάθος βήμα έχει τη δυνατότητα να πυροδοτήσει μια θύελλα που σιγοβράζει εδώ και γενιές και έχει ήδη τροφοδοτηθεί από την έγκριση μιας παρέλασης για τον εορτασμό της Συνομοσπονδίας.  Βλέπουμε τον πόνο του, την αποφασιστικότητά του και την αμφιβολία του, και τον τρόπο  που αυτά τα πράγματα διαμορφώνουν το έργο του και τις σχέσεις του. Ο Κόσμπι μας δίνει πολλά ακραία παραδείγματα πραγμάτων και καταστάσεων που εξακολουθούν να συμβαίνουν καθημερινά στην Αμερική.  Θα υποστήριζε κάποιος και μάλλον  δίκαια, ότι ο δεύτερος καλύτερος χαρακτήρας, μετά τον μαύρο σερίφη, είναι η ίδια η κομητεία την οποία ζωντανεύει ο συγγραφέας με έναν τρόπο που θυμίζει τις πόλεις πολλών άλλων συγγραφέων.

Τελικά, «Ο Νότος δεν αλλάζει…μόνο τα ονόματα, οι ημερομηνίες και τα πρόσωπα αλλάζουν. Και μερικές φορές ούτε κι’ αυτά, όχι στ’ αλήθεια. Μερικές φορές η ίδια μέρα και τα ίδια πρόσωπα σε περιμένουν όταν κλείσεις τα μάτια σου… Σε περιμένουν στο σκοτάδι…»!

 

S. A. Cosby: Οι αμαρτωλοί στάζουν αίμα, μτφρ. Σέργιος Τρεχλής, Εκδόσεις Gutenberg. Σεπτέμβριος 2025.

Προηγούμενο άρθροΠροσεγγίζοντας τις “Κάτω Χώρες” του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου (γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνία και Σύγχρονος Κριτικός Λόγος (27-29 /3)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ