Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Προσεγγίζοντας τις “Κάτω Χώρες” του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου (γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος)

Προσεγγίζοντας τις “Κάτω Χώρες” του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου (γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος)

0
169

 

 

γράφει ο Ζαχαρίας Σώκος

 

Λέγεται ότι «όποιος κόβει νέο νόμισμα χάνει τον ύπνο του». Ο Λουκόπουλος, μάλλον, μετά το σχετικά πρωτότυπο , σαν νέο νόμισμα, και απολύτως επιτυχημένο βιβλίο του «Οικογενειακή ρίζα 70», δεν έχασε τον ύπνο του αλλά πολλές φορές θα κοιμόταν, με το ένα μάτι μισάνοιχτο, σκεφτόμενος πώς θα προχωρήσει περαιτέρω, μετά μια τόσο ευχάριστη, δυσεύρετη, γιατί προέρχονταν από τη βάση – ήτοι τους αναγνώστες – αλλά και με υψηλές υποχρεώσεις αποδοχή.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Πρόσφατα ο αγαπητός Κωνσταντίνος Λουκόπουλος , μετά τις «Δεκαεννιά βινιέτες για τη γλώσσα και τη σιωπή», μια στοχαστική εξερεύνηση της σχέσης  γλώσσας και σιωπής, παρουσίασε στο αναγνωστικό κοινό, αλλά και στους πολλούς φίλους και γνωστούς, που πιστεύουν σ’ αυτόν και αναμένουν το έργο του, το βιβλίο του με τίτλο: «Κάτω Χώρες», από τις εκδόσεις «Έναστρον».

Ένα υβριδικό βιβλίο ποίησης, και λέω υβριδικό δεδομένου ότι σ’ αυτό υπάρχουν ποιήματα, πεζόμορφα αφηγηματικά κείμενα ποιητικής υφής, στοιχεία ταξιδιωτικών περιηγήσεων, και πάρα πολλά διακειμενικά στοιχεία, με αναφορές στη φιλοσοφική, επιστημονική , καλλιτεχνική παράδοση του δυτικού κόσμου. Στο βιβλίο επιπλέον υπάρχουν πίνακες ζωγραφικής και φωτογραφίες που ενισχύουν τον χαρακτηρισμό του υβριδικού.

Γίνεται λόγος για ένα πλούσιο σε ύλη βιβλίο 130 σελίδων, διευρυμένης γλωσσικής πυκνότητας και υψηλών προσδοκιών όπου ο Κωνσταντίνος κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια και πολύ εαυτό, για να ανταποκριθεί στα στοιχήματα που στόχευσε. Και λέω στοιχήματα, όχι μόνο γιατί σε κάθε του εκδοτική προσπάθεια, κατά συνθήκη και ίσως και ενδόμυχα, θα πρέπει να είναι συνεπής συγκρινόμενος  με τον προηγούμενο πετυχημένο συγγραφικό εαυτό του, αλλά και γιατί οι «ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ», που στην ουσία γράφτηκαν την περίοδο 2017-2021, αρχικά αποσκοπούσαν να αποτελέσουν μια έκδοση του Οργανισμού Ελευσίνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2023.  Στόχος ήταν τα ποιήματα – κείμενα να μεταφραστούν και στα Γαλλικά, να κυκλοφορήσουν και στη Βορειοδυτική Ευρώπη, και να αποτελέσουν μία από τις πολιτιστικές δράσεις του Οργανισμού που είχε την ευθύνη δράσεων της γενέθλιας πόλης του Κωνσταντίνου της Ελευσίνας.

Μεθοδολογία αφήγησης

Οι «Κάτω Χώρες» χωρίζονται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, ομώνυμο του τίτλου, είναι ένα έσω ταξίδι σε ενδογενείς καταστάσεις, σε πρόσωπα και οικίες μνήμες. Το δεύτερο μέρος αφορά το βασικό ταξίδι στις λεγόμενες κάτω χώρες και πολυεπίπεδες προσεγγίσεις σε τόπους, μνημεία και πολλά άλλα σημεία του ευρωπαϊκού χώρου, και το τρίτο μέρος με τίτλο «Επιμύθια για τις Κάτω Χώρες» που λειτουργούν ως ξεχωριστοί στοχαστικοί, ποιητικοί επίλογοι. ‘Όλα τα ποιήματα της πρώτης ενότητας – αλλά και στις άλλες ενότητες – εκκινούν από ένα γεγονός, μία παρατήρηση, μια κατάσταση που προϋπήρξε , μια μνήμη βιωματική ή ιστορική, ένα τραύμα προσωπικό ή της συλλογικής μνήμης.

Ο ποιητής με τους ιδιάζοντες αισθητήρες του μετασχηματίζει, μετουσιώνει, μεταρσιώνει, χτίζει την ποιητική του αφήγηση κάνοντας χρήση πραγματολογικών, διακειμενικών στοιχείων, επιστημονικών και φιλοσοφικών όρων και στοχασμών, μνήμες, βιώματα, ακούσματα και βεβαίως σχήματα λόγου με ιδιαίτερη ακρίβεια και οξύτητα, ορίζοντας και το προσωπικό του ύφος. Είναι σαφές ότι η εξαιρετική μα και ανατριχιαστική εικόνα της πεθαμένης μάνας, που βγαίνει τη νύχτα μέσα από τα χέρια του γιού και τον χτενίζει (σελ.15), πέρα από τον προσφιλή στον Λουκόπουλο μαγικό ρεαλισμό, στηρίζεται σε βιωματικές καταστάσεις, εικόνες και ακούσματα του ποιητή:

 

«…Ο Θόδωρος καθώς έβηχε με τα Oscar

έλεγε για τη μάνα του

πως την είχε δαγκώσει ένα μουλάρι

όταν ήταν έγκυος στη Μυρτώ

μόλις που είχαν δώσει το μικρό για παραπαίδι

σχεδόν μεσήλικες

εργάτες γης

δίχως στον ήλιο μοίρα

η μάνα του

ακόμη

βγαίνει μέσα από τα χέρια του

τις νύχτες

και τον χτενίζει… »

 

Το απόσπασμα αυτό είναι από το ποίημα « ΟΞΕΙΔΩΣΗ –

ΤΡΕΙΣ ΟΡΙΣΜΟΙ». Στην αρχή του ίδιου ποιήματος διαβάζουμε :

«…ένα κορίτσι που ίδρωσε για πρώτη φορά

το κορμί της έπειτα από χρόνια

προτού τη νεκροπλύνουν… »

Στο ίδιο ποίημα υπάρχουν στίχοι που μιλούν για: «…μύδια που ζουν μια Πλειστόκαινο», να βοηθήσω λίγο , για όσους δεν θυμούνται ότι «Πλειστόκαινος» είναι η γεωλογική εποχή των παγετώνων, για αποικίες στη «Νέα Πέραμο» (περιοχή κοντά στα Μέγαρα) και το εξαιρετικά περιγραφικό τμήμα του ποιήματος:

 

«…Ένας διάδρομος φορτοεκφόρτωσης

λαμαρίνα στραντζαριστή

εργατάκια

παλιόπαπουτσα στραβοπατημένα

λίπος πηχτό που κολλούσε στη θάλασσα

αδένες ελαφιού

σπρώχναμε εκεί τα βαρέλια προς τις λάντζες

όπως σπρώχναμε τη ζωή

όπως σπρώχναμε

μέχρι να μας βγει το λάδι…»

 

Αναφέρομαι σε αυτά τα αποσπάσματα, από το ίδιο ποίημα, γιατί θεωρώ ότι είναι αντιπροσωπευτικά, σε σημαντικό βαθμό, του τρόπου και της μεθοδολογίας της ποιητικής αφήγησης και λειτουργίας του ποιητή. Στοιχεία- ίχνη μαγικού ρεαλισμού, που εντοπίζονται και σε άλλα βιβλία του, όπως το χτένισμα της πεθαμένης μάνας, τις νύχτες, στον γιό της. Το κορίτσι που ίδρωσε για πρώτη φορά το κορμί της , έπειτα από χρόνια, πριν τη νεκροπλύνουν, και την εξαιρετική λαϊκότροπη περιγραφή βιοπάλης σε ένα διάδρομο φορτοεκφόρτωσης.

Θα αναφερθώ και σε ένα μικρό απόσπασμα του τέλους του ίδιου ποιήματος. Πριν όμως κάποιες, ενδεχομένως, υποβοηθητικές διευκρινήσεις. Θυμηθείτε ότι στα πεύκα το ρετσίνι σφίγγει όταν η θερμοκρασία πέφτει κι ό καιρός αρχίζει να αγριεύει. Όταν ο ποιητής γράφει «μεγαλώνουμε ανάποδα σαν σταγόνες που ανεβαίνουν» παρουσιάζει μια εικόνα όπου παραβιάζεται ο νόμος της βαρύτητας, κι όταν λέει «με την τριβή ξεφορτώνονται το νέφτι τους» εννοεί ότι χάνουν την ικμάδα τους, τη ζωντάνια τους, σαν το ξεθυμασμένο ρετσίνι,  δηλαδή συνθήκες γήρατος. Ιδού:

 

«… στα πεύκα σφίγγει το ρετσίνι

μέχρι να βρεθούμε μεγαλώνουμε ανάποδα

σαν σταγόνες

που ανεβαίνουν

και με την τριβή

ξεφορτώνονται το νέφτι τους»

 

Βέβαια το γήρας, η φθορά εν γένει, επανέρχεται ξανά και ξανά στα κιτάπια του ποιητή, πως θα μπορούσε να είναι διαφορετικά άλλωστε. Στη σελίδα 24 και στο ποίημα με τίτλο «Τοκαλπάζον γήρας», παρατηρούμε έναν άλλο, ιδιαίτερο τρόπο, να αντιμετωπίζει τις ανθρώπινες καταστάσεις. Αναφέρθηκα στις σταγόνες ρετσινιού, που αναιρούν τους νόμους της φυσικής κι ανεβαίνουν, και με την τριβή – τη ζωή δηλαδή – ξεθυμαίνει η οξύτητα της ρητίνης, που σημαίνει «ου γαρ έρχεται μόνον…» Στο «ΚΑΛΠΑΖΟΝ ΓΗΡΑΣ» ,βαρύτερο κι απ το θάνατο και μάλιστα από πρόθεση , είναι το γήρας:

 

  Το καλπάζον γήρας  

Τόπος δε μένει που να μην αλλάξει τα συκώτια του

στις λεμονιές και στις κλαίουσες στο ρέμα

σ’ έναν τόμο του Χέντερλιν εκδόσεις Στιγμή

σε κάθε τεθλασμένη της λέξης σκαλοπάτι

το σπρώχνω να τουμπάρει

μα όλο επανέρχεται

βαρύτερο κι απ’ τον θάνατο, από πρόθεση

το καλπάζον γήρας»

 

Μπορεί να είναι βαρύτερο κι απ’ τον θάνατο το γήρας, αλλά ο ποιητής μας, σε ένα από τα τελευταία ποιήματα της συλλογής στη σελ. 107 και με τίτλο « Το χρώμα που απομένει» γράφει, ιδού μικρό απόσπασμα:

« …λευκή / κατάλευκη / του χρόνου η νυχιά/

μαύρο / κατάμαυρο / του θανάτου το χάδι…»

          Θα έχετε ήδη αντιληφθεί ότι ο Λουκόπουλος αποφεύγει τις εύκολες προσεγγίσεις και την επιτήδευση. Επιλέγει έναν δικό του τρόπο, πιο σύνθετο για την ενεργοποίηση και τη συγκίνηση του αναγνώστη του, εκτός από τον υπαινιγμό και τη σιωπή και απαιτεί αυξημένη προσοχή. Αυτό επισημαίνει και ο συγγραφέας Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης στην προσέγγισή του : « ο αναγνώστης κατακλύζεται από μια ομοβροντία εικόνων και ιδεών , δίχως ανάπαυλα, και αυτό σημαίνει ότι το βιβλίο δεν προσφέρεται για αναγνωστική χαλάρωση.»  Σχεδόν σε κάθε ποίημα απαιτούνται επιστημονικές γνώσεις κυρίως των θετικών επιστημών και δη της Φυσικής, προνομιακού πεδίου για τον Κωνσταντίνο, επιπλέον γνώσεις και εξοικείωση με μεγάλο μέρος του δυτικό κανόνα, την ιστορία, τη γεωγραφία, γνώση των αισθητικών ρευμάτων και των τάσεων, και βέβαια στο πεδίο της λογοτεχνίας ,των εικαστικών , της λόγιας δυτικής μουσικής παράδοσης παρόλο που κάποια στιγμή παίζει και το “Υπάρχω” του ημέτερου Καζαντζίδη.

Ίσως για αυτό , στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται οκτώ σελίδες με πάνω από ογδόντα διευκρινιστικά σχόλια και σημειώσεις που διευκολύνουν σημαντικά την αναγνωστική προσέγγιση και κατανόηση του Βιβλίου.

Τ                         α ρουθουνίσματα των ταράνδων

Η επιλογή του τίτλου σαφέστατα αφορά τη συστάδα των χωρών Ολλανδία , Βέλγιο, Λουξεμβούργο και τμήματα της Βόρειας Γαλλίας και της Δυτικής Γερμανίας. Όμως οι « Κάτω Χώρες» του Λουκόπουλου εκκινούν από το συγκεκριμένο γεωγραφικό στίγμα για να διαχυθούν , ακόμα και γεωγραφικά , και σε άλλες όμορες, και όχι μόνο, περιοχές κυρίως του ευρύτερου χώρου που λέγεται Δυτική Ευρώπη. Είναι δεδομένο και ομολογημένο ότι ο ποιητής περιηγήθηκε σε πολλές περιοχές των Κάτω Χωρών. Υπόλοιπα και μνήμες αυτών των επισκέψεων με νωπές τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις και ξεσκονισμένες τις ιστορικές, πολιτιστικές , γεωγραφικές , χωροταξικές και εθιμικές γνώσεις των περιοχών ενεργοποίησαν τους δημιουργικούς του αισθητήρες και προέκυψαν εξαιρετικά ποιητικά αποτελέσματα. Οξυδερκείς συσχετίσεις ιστορικών γεγονότων , κατακτήσεων, επιτευγμάτων, τραυμάτων της Ευρώπης και μυριάδες άλλες βιωματικές, νοηματικές, αισθητικές διεργασίες πυροδότησαν ένα φλογισμένο και διαρκώς σε εγρήγορση εγώ στις ποιητικές του εφορμήσεις. Έτσι βλέπουμε έναν δημιουργό που είναι εμφανές ότι αναζητά νέους εκφραστικούς τρόπους και αρέσκεται – όχι μόνο σε αυτό το βιβλίο – να πειραματίζεται  και να έχει την τόλμη, ίσως και το γόνιμο θράσος, να συνδέει «το βαρύ στήθος της Νικολίτσας» και το πώς «διάβαζε τη ζωή κρατώντας σταυρωτά τον Λοτρεαμόν», με τα ηλιοτρόπια και το κομμένο αυτί του Βαν Γκόγκ. Κι αυτά ενώ έχει περάσει πρώτα πάνω από το φωσφορίζον Κίεβο με ένα Ιλιούσιν της Αεροφλότ, και ταξιδεύει Δεκέμβρη μήνα ,ανήμερα του Σίντερκλαας – του παραδοσιακού Αγίου Νικολάου των Κάτω Χωρών – με ένα ατμόπλοιο προς την Ες-συρ-Αλζέτ. Και ενώ βλέπει «πως χωνεύει η ομίχλη τα ρουθουνίσματα των Ταράνδων», να φοβάται μήπως συγκρουστεί με το Μποκ, που μοιάζει με μυθικό Άβαλον.  Έπειτα να βρίσκεται στο μονοπάτι του Λιανού στην Πάρνηθα προς την Τσούκα, που είναι ορατή από τη Στεφάνη Θηβών, κι εκεί να συναντιέται με τους «Αδέσποτους Εαυτούς», που εικάζω ότι μπορεί να είναι εκδοχές του εαυτού που ζουν στο περιθώριο της συνείδησης.

Κι ακόμα να καταφέρνει να αναρωτιέται αν η απόλαυση είναι ένας «δανεικός θάνατος», που στην ερμηνεία του μπορεί να εννοεί την απόλαυση σαν πρόβα θανάτου, κι αυτό να σχετίζεται με τον «επίμονο λυγμό», που τον συνδέει με το κίνημα της Ζετσεσιόν της Βιέννης του Γκούσταβ Κλιμτ, κίνημα – απόσχιση από την Ακαδημία Τεχνών. Κι όλο αυτό να συνδέεται με τις δίδυμες αλπικές λίμνες Πλάντ και Χαιτερβάνγκερ Ζέε και  με συνοδεία ένα λίντ του Σούμπερτ δημιουργώντας σύνθετες και μαγικές εικόνες. Ενδεικτικό παράδειγμα..:

 

«…το γλυφό νερό κατεβάζει όσια πτώματα, υπέργηρους

εργάτες των ορυχείων λιγνίτη, αγρότες στις φάρμες της

Ουτρέχτης δαγκωμένους από νερόφιδα, ντροπαλούς

πολιτοφύλακες που από τον Ρέμπραντ απεικονίστηκαν στη

Νυχτερινή Περίπολο, καμένες χήρες μαζί με τους εκλιπόντες

συζύγους τους, αναφλεχθείσες, λες, στον Γάγγη Ποταμό,

δαιμονικές θεότητες των βάλτων του Νέκερσπουλ ή νεαρούς

σειληνούς των Ελευσινίων λόφων, κι απ το οχυρό του Ντινάν,

καθώς ό ήλιος υποστέλλεται , έναν επίσκοπο που τον απιθώνει

το κρεμαστό τελεφερίκ πλάι στα σαξόφωνα, σαβανωμένο μες

στα πορφυρά του ράσα…»

                                                     Η Ελευσίνα

Ο ποιητής πότε με ένα ελεγειακό λυρικό τρόπο και άλλοτε με έναν αιχμηρό, κυνισμό και τραχύτητα, σε ένα από τα αναγνωστικά επίπεδα του βιβλίου, συνδέει την κάθοδο στις Κάτω Χώρες, δεδομένου ότι αυτές βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, άραγε κατεβαίνει όποιος τις επισκέπτεται, με την κάθοδο της Περσεφόνης, κόρης της θεάς Δήμητρας, στον κάτω κόσμο του Άδη. Η Ελευσίνα , γενέθλιος τόπος του Λουκόπουλου, στην ελληνική παράδοση λειτουργούσε ως τελετουργική είσοδος στον κόσμο των νεκρών και έξοδος από αυτόν, εξ ου και τα περιβόητα Ελευσίνια Μυστήρια , χθόνιες και μυστηριακές καταστάσεις με πολλαπλούς συμβολισμούς.

Η Ελευσίνα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς δεδομένου, όπως προανέφερα, το κύριο υλικό του βιβλίου θα ήταν μια κατάθεση του ποιητή στην πόλη, ως πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης. Έτσι επανέρχεται πολλαπλώς και πολλαχώς στην αφηγηματική ροή πολλών ποιημάτων. Είναι νοσταλγία και τραύμα, είναι τόπος ιερός που η υπέρβαση του συνιστά βλασφημία και ανάλογο τίμημα, είναι μνήμη και εσωτερίκευση. Να θυμίσω ότι Maiden είναι η  νεαρή γυναίκα πριν το γάμο, το σώμα πριν την εμπειρία . Ιδού το ποίημα:

 

Death and Maiden  

Το Θριάσιο ήταν πάντα μια κορνίζα από χρυσάφι

/ έτοιμη να θερμοπυρωθεί δέρμα ανταλλάσοντας/

με ατμομηχανή /

μέχρι που κάποτε έγινε ολόκληρο νοσοκομείο με μονάδα

εγκαυμάτων /

έκτοτε φωτογραφίες γεννά /

 που εκβάλλουν σαν Αχέροντες /

 στα στάχυα της Βοιωτίας /

υπέρηχους ανθρώπων με διάχυτες σκιές /

πυκνότερες των υπερήχων /

κι εκείνο το κορίτσι /

που καταπλακώθηκε από τα μπάζα στον σεισμό του

ενενήντα εννιά. /

Στο σύνορο της αυγής /

που άλλοτε ονομαζόταν οιωνοφέρουσα /

το βλέμμα της /

περνά από τη γέφυρα του Σαρανταπόρου /

χαιρετώντας τους υπόλοιπους νεκρούς /

 που ετοιμάζονται για την πρωινή τους πτήση. »

 

Παρά το περίσσευμα της απώλειας, του θανάτου, του γήρατος, της φθοράς, και τη σκληρότητα των εικόνων η ποίηση του Κωνσταντίνου δεν σχετίζεται με το μηδέν, εξοικειώνει δε ή και συμφιλιώνει , σχεδόν μεταφυσικά, με το παράδοξο και την τραγικότητα όπως στην μυθολογική εκδοχή της Περσεφόνης που ο γυρισμός της από τις Κάτω Χώρες του Άδη, νοηματοδοτούσε την Άνοιξη. Έστω κι’ αν γράφει, σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογή :

 

Χάριν του μύθου

…κι η Περσεφόνη επέστρεφε απ’ τον Άδη της

απλώς χάριν του μύθου.»

 

Ότι και να γραφτεί σε μια προσέγγιση ενός βιβλίου σαν τις «Κάτω Χώρες» είναι σχεδόν αναπόφευκτο να φανεί ατελές και η κριτική αποτίμηση άδικη και ως προς τον κρίνοντα και ως προς το ίδιο το βιβλίο .Είναι τόσο εκτενής ο θεματικός πλούτος ή ύλη, η άμεση και  έμμεση διακειμενικότητα, τα πολλαπλά αναγνωστικά επίπεδα, τα σχήματα λόγου, η υβριδικότητα που, ότι και να πεις, κάτι θα μείνει να διαμαρτύρεται για πλημμελή και όχι επαρκή προσέγγιση. Ήδη έχω υπερβεί το όριο της ανεκτής πολυλογίας. Δεν μπορώ όμως να μην επισημάνω, μια υποδόρια αίσθησή, που υπήρχε σε διάφορα σημεία της ανάγνωσής μου, ότι ο Κωνσταντίνος και κάτι άλλο ήθελε να πει. Το κράτησε να αιωρείται διακριτικά μέχρι το προτελευταίο ποίημα της συλλογής και έχει τον τίτλο : «Τα άλογα φάρμας και η απελευθέρωση του ποιητικού αίτιου». Ήδη ο τίτλος σαν να υπονοεί κάτι αποκαλυπτικό. Σε αυτό ο ποιητής μας – σαν τον ηθοποιό που βγαίνει στη σκηνή , υποκλίνεται και χάνεται πίσω από τις κουρτίνες φωνάζοντας δεν με είδατε, δεν με είδατε, ενώ τον είχαν δει όλοι – κάνει λόγο για τη θεϊκή πνοή ενός άθεου κόσμου ή τέλος πάντων υπογραμμίζοντας την ανάγκη του θαυμασμού μας προς την πλάση, κυρίως αν αυτή αυτοπλάστηκε. Οι λέξεις πλάση και αυτοπλάστηκε δεν είναι τυχαίες, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από έναν μάχιμο επιστήμονα που έχει να επιδείξει και συγγραφικό έργο, στα θεωρητικά θέματα της Φυσικής ως εκπαιδευτικός, ακόμα κι αν αφήνει το θέμα ανοιχτό. Στην αρχή αυτού του υβριδικού κειμένου , πιο πολύ ως μικρό κείμενο δοκιμιακού χαρακτήρα μεταφυσικής αναζήτησης και ερμηνείας του ποιητικού αιτίου το εκλαμβάνω , ο Λουκόπουλος αναφέρεται σε μια ανεξήγητη συγκίνηση που πυροδοτείται όταν έρχεται σε επαφή με έργα τέχνης αφού τότε ενεργοποιείται, όπως ακριβώς το διατυπώνει, ένα «ποιητικό άλμα που συμβαίνει είτε με αφορμή μια τεχνητή ιδέα που αναπτύσσεται αρθρωμένη από ανθρώπους , είτε αντικρίζοντας απευθείας την ποιητική της φύσης σε όλη την απλοϊκότητα και την αλήθεια». Και σε άλλο σημείο του ίδιου κειμένου γράφει: «Κατανοώ απολύτως ότι κάποιος , με μιαν ανάλογη αλληλουχία συνειρμών , μπορεί μια χαρά να οδηγηθεί σε έναν Θεό, τον ‘’Θεό των μικρών πραγμάτων’’», και προσέξτε το πρώτο γράμμα και στις δύο λέξεις Θεός , που προηγήθηκαν είναι γραμμένο με κεφαλαίο θήτα. Αυτά, και γράμματα γνωρίζω, που λέγεται στα δικαστήρια…

Βέβαια σε αυτές τις σκέψεις συνέβαλε και η αναφορά, σε άλλο σημείο του βιβλίου, στον Βολιώτη ποιητή Τσίγκρα που είχε ασχοληθεί με θεολογικά θέματα και θέματα πίστης. Οφείλω όμως να πω ότι δεν έχω διαβάσει «το θεό των μικρών πραγμάτων» βιβλίο βραβευμένο με Booker, της Ινδής συγγραφέως Αρουντάτι Ρόι, που απ ότι κατάλαβα διαφοροποιεί κάπως την τροπή των πραγμάτων και την ερμηνεία που υπαινίχθηκα αναφορικά με τη θέση του Κωσταντίνου σε θεολογικά θέματα. Στο κείμενο για το οποίο γίνεται λόγος υπάρχει αναφορά και στο Γερμανικό εξπρεσιονιστικό κίνημα Γέφυρα –die brucke, ένα κίνημα που μεταξύ άλλων συμβολίζει τη γέφυρα ανάμεσα στο παλιό με το νέο, παραδοσιακές τεχνικές με ριζοσπαστική έκφραση. Μόνο στο κείμενο αυτό, αλλά και στα άλλα που είναι στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, ο ποιητής ανοίγει θέματα διευρυμένων φιλοσοφικών, αισθητικών και επιστημονικών αναζητήσεων.

 

Βιβλίο μεγάλης πνοής

Γνώρισα τον Κωνσταντίνο γιατί λάτρεψα και ζήλεψα την «Οικογενειακή Ρίζα 70». Ένα βιβλίο που πατώντας πάνω σε μια πάμπλουτη αιωνόβια ελληνική ρουμελιώτικη παράδοση κατάφερε να τη συνδέσει με το παράλογο, το υπερφυσικό, το θαυμαστό , συστατικά στοιχεία του μαγικού  ρεαλισμού. Ο Λουκόπουλος δεν διακινδύνευσε κινούμενος στην πολλαπλότητα των χώρων και στην αοριστία που εμπεριέχει η υπερφυσική, μαγική κατάσταση κυρίως στη συνείδηση και στη γνώση των αναγνωστών γιατί ύφαινε πάνω στον μοναδικό και πολύφερνο (υπεραφθονία υλικού για δημιουργούς) καμβά της οικίας και πάμπλουτης ελληνικής λαογραφικής παράδοσης. Πήρε τα τζιβαερικά μας και προσπάθησε να τα γανώσει κάπως, με μια φρεσκάδα δικής του ευρηματικότητας και μαγικού ρεαλισμού. Οποιοσδήποτε πειραματισμός μπορεί να εκληφθεί ως ανανέωση , λοξό κοίταγμα, σε ένα απροσμέτρητο και καλά στερεωμένο υλικό που αναζητούσε και αναζητά ένα πιο σύγχρονο, ένα αλλιώτικο, ένα άλλο κοίταγμα, έναν μάστορα που θα τη σεβαστεί και θα τη φροντίσει, κι αυτό έκανε.

Όταν το κοίταγμα αφορά μεγάλου τμήματος του δυτικού κανόνα, της φιλοσοφίας, της τέχνης , των ιδεών, των κινημάτων , της αμφισβήτησης, της αποδόμησης, του ρομαντισμού, του μοντερνισμού, του μεταμοντερνισμού, της ψυχανάλυσης, των θετικών επιστημών, το απύθμενο καζάνι της νεωτερικότητας και πάρα πολλά άλλα ακόμα τότε τα πράγματα αρχίζουν και γίνονται πιο σύνθετα κυρίως για τον αναγνώστη. Το βιβλίο «Κάτω Χώρες» είναι ένα εξαιρετικά φιλόδοξο βιβλίο μεγάλης πνοής. Είναι διακριτό ότι ο Λουκόπουλος αρέσκεται να συλλαμβάνει και να σχεδιάζει μεγάλης κλίμακας συγγραφικές εργασίες και να μάχεται, να τις φέρει εις πέρας. Τα κατάφερε, μόνο που η συνολική προσέγγιση του βιβλίου θέλει επιμονή. Όταν όμως αυτό γίνει κατορθωτό η ανταμοιβή έχει ισχυρό πολλαπλασιαστή αναγνωστικής ικανοποίησης, ανάλογο με τα γούστα και τις απαιτήσεις του εκάστοτε αναγνώστη.

Οι «Κάτω Χώρες» είναι ένα βιβλίο, κυρίως η χαρά του ενημερωμένου και επίμονου αναγνώστη , που δημιουργήθηκε με πολύ μεράκι και πάρα πολύ κόπο, και όποιος επιχειρήσει να αναμετρηθεί μαζί του θα έχει σοβαρό διάφορο αναγνωστικής ικανοποίησης.  Είναι πάρα πολλά αυτά στα οποία πρέπει να αναφερθεί όποιος επιχειρεί μια συνεπή προσέγγιση στο βιβλίο, καραδοκεί όμως το βαρύ ατόπημα της πολυλογίας, δεν πρέπει όμως –πριν κλείσω – να μην αναφερθώ σε λεκτικά κοσμήματα, που είναι διάσπαρτα σε διάφορα ποιήματα: Αρχίζω με ένα ερωτικό :

«…το άλικο του έρωτα το θάμπος/ στο στήθος της / ιώδης

άλως …» αυτό το εξαιρετικό και ακατάπαυστα ερωτικό είναι …από τη μπλέ στιγμή που σιώπησε ή μάνα του ποιητή.  Κάποιες μεταφορές τώρα: σελ 84 «…τα ιερά των εκκλησιών που καταδεικνύουν την ανατολή σαν δοσίλογοι καταδότες…» , και στη σελ 88 που ο ναός του Αγίου Παύλου της Αμβέρσας ‘’καταπίνει’’ ολόκληρο το «εκκλησάκι ξενιστής…» και πάλι στο ίδιο ποίημα που αναφέρεται σε δυο μνήματα που είναι «…ωδή στη ματαιότητα των συγγενών των νεκρών…» Στη σελ. 103: «…οι άνθρωποι τελειώνουν κάποτε κι αυτοί  όπως σιγούν οι ψίθυροι των συγγενών τους  έξω από τα παγωμένα χειρουργεία…»

Δεδομένου ότι είμαστε στην περίοδο των λογοτεχνικών βραβείων να επισημάνω ότι στο ποίημα της σελ 60 γίνεται λόγος για συντρόφους ποιητές που φθάρηκαν κυνηγώντας την αναγνώριση, όχι για ιδέες αλλά για θέσεις σε καρέκλες, που άλλαξαν φωνή, ύφος για να γίνουν αρεστοί …η ποίηση δηλαδή ως στρατηγική καριέρας…«Όμως ,γράφει, προσλαμβάνουμε τη νάρκη που πατάμε σαν μια απέραντη χειμέρια νάρκη που θα την απολαύσουμε αφ υψηλού όλες εμείς οι διανοούμενες πολικές αρκούδες». Ίσως, ως μια τέτοια αρκούδα κι εγώ, να ευχηθώ στον εξαιρετικό Κωνσταντίνο Λουκόπουλο τα καλύτερα για  το υπέροχο βιβλίο του, που μου προσέφερε ξεχωριστές αναγνωστικές συγκινήσεις και αξίζει την προσοχή μας.

 

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Κάτω Χώρες, εκδ. Έναστρον

Προηγούμενο άρθροΔεν μπορείς να είσαι ουδέτερος σ΄ενα τρένο που κινείται (γράφει ο Διονύσης Μπαλτζής)
Επόμενο άρθροΘρύλοι, κουλτούρα και σκοτεινά μυστικά του Αμερικάνικου Νότου (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ