Τετάρτη, 26 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ “Τα Άνθη του Κακού”: Το σημείο μηδέν της Δυτικής ποίησης (γράφει...

“Τα Άνθη του Κακού”: Το σημείο μηδέν της Δυτικής ποίησης (γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης)

0
23

γράφει ο Αλέξανδρος Πλατανιώτης (*)

Λίγα είναι τα έργα που αποτελούν τομές στην ποίηση κι όχι συνέχειες. Είναι, όμως, πολύ δύσκολο να ορίσεις την τομή, το σημείο μηδέν, στην Ιστορία της Δυτικής ποίησης. Κι αυτό γιατί θα έπρεπε να εντοπίσεις εκείνο το έργο που ήρθε σε απόλυτη ρήξη με το ίδιο το ιδεώδες πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε ο Δυτικός πολιτισμός, κι όχι απλώς ένα κείμενο που χάραξε την τομή του στο στενό πλαίσιο της ποίησης, στο εσωτερικό, δηλαδή, της λογοτεχνίας. Αυτό το έργο κατ’ εμέ είναι Τα Άνθη του Κακού και θα επιχειρήσω παρακάτω να αιτιολογήσω τη δήλωσή μου.

Μέσα στο βιβλίο του Μπωντλαίρ εκφράζεται «Το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό», όπως έχει γράψει ο ίδιος. Συντελείται, συνεπώς, μια χειραφέτηση της Ομορφιάς απ’ την Ηθική. Αυτό, σε πρώτο βαθμό, συνιστά την υπέρβαση της πλωτινικής θεώρησης ότι το Αγαθό είναι ανώτερο του Κάλλους, αξιωματική θέση της προϋπάρχουσας ποίησης, που της ενέπνεε σταθερά τον διδακτικό της χαρακτήρα. Ακόμη περισσότερο, η Ομορφιά στον Μπωντλαίρ δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά υπέρβαση. Το πνευματικό σώμα που πλάθει ο Γάλλος ποιητής για τον άνθρωπο είναι πηλός αμόλυντος απ’ την αρετή.

Στα Άνθη είναι η ομορφιά του Κακού που γκρεμίζει το οικοδόμημα εξουσίας το οποίο ρυθμίζει την κοινωνία: στον ουρανό του Μπωντλαίρ δεν τοποθετείται ένας θεός (παρά τις πολλές θρησκευτικές αναφορές), αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος αθωωμένος. Αν όλος ο Δυτικός πολιτισμός κτίστηκε πάνω στα θεμέλια της ενοχής, αν συντηρήθηκε απ’ αυτήν κι αναπτύχθηκε εξαιτίας της, ο Μπωντλαίρ αντιστρέφει τον προσανατολισμό: είναι η ενοχή το αληθινό Κακό. Στα Άνθη του Κακού η ενοχή είναι χυδαία, η ενοχή είναι στέρηση (με τη νεοπλατωνική έννοια), συνεπώς, κακία, κι όχι το μέχρι τότε σκεύος της σωτηρίας, που υποσχόταν την ομορφιά και την ειρήνη, τόσο σε πολιτικό, όσο και σε θρησκευτικό επίπεδο.

Η λύτρωση που προσφέρει ο Μπωντλαίρ στον άνθρωπο είναι η ίδια η κατάργηση της λύτρωσης: κακῷ κακὸν πατήσας. Μια επίθεση, όμως, στην ενοχή σημαίνει σύγκρουση με το τυπικό της δικαιοσύνης: οι μυθικές Ερινύες κ’ οι μεταμορφώσεις που έλαβαν μες στο ποινικό σύστημα, η ίδια η νέμεση, που δραματοποιείται πολιτικά με την επιβολή του ηγεμόνα στο επαναστατημένο άτομο, στα Άνθη είναι μια μηχανή υποκρισίας κι όχι δικαίου.

Η Ομορφιά για τον Μπωντλαίρ είναι το αθώο κάλλος, αυτό που δεν έχει προλάβει ακόμη να σμιλευτεί απ’ το Υπερεγώ[1]. Γιατί για τον Γάλλο ποιητή η κακία γεννιέται απ’ τη βαναυσότητα της συνείδησης: ο αντίποδας της πλατωνικής θεωρίας. Παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιώ καταχρηστικά εδώ τον όρο «Υπερεγώ», με στόχο, όμως, τη σαφήνεια και τη διευκόλυνση του αναγνώστη, το πραγματικό Κακό για τον Μπωντλαίρ γεννιέται μαζί με το Υπερεγώ. Δεν είναι εδώ η σάρκα κακία, αλλά το πνεύμα. Αυτή είναι η απόλυτη ρήξη του Μπωντλαίρ με τον Δυτικό πολιτισμό. Όλα τα τέρατα εφορμούν απ’ του λογικού το σκότος.

Ο ποιητής κατεβαίνει με τους στίχους του αργά τα σκοτεινά σκαλοπάτια του πύργου έως το ανθρώπινο υπόγειο. Όμως, εκεί δεν αντικρίζει το τρομερό κτήνος, όπως οι προηγούμενοι, αλλά το δέσμιο παιδί. Αυτό που είναι φύλακας και φορέας της υποκειμενικής αλήθειας. Για τον Μπωντλαίρ η αντικειμενικότητα, το απόλυτο, η Αλήθεια, που υπερασπίζεται με κάθε κόστος η ενήλικη συνείδηση, είναι αιμοβόρα. Γέννησε κάθε πόλεμο στην Ιστορία, κατατρύχει τον άνθρωπο διψώντας θάνατο. Γιατί η αντικειμενικότητα είναι στάση, δηλαδή θάνατος, όταν η υποκειμενικότητα είναι κίνηση, συνεπώς, ζωή.

Δεν είναι, ωστόσο, μόνο η ανωτέρω συνισταμένη, δηλαδή, η αναδιαμόρφωση της Δυτικής Ιδέας, που καθιστά το συγκεκριμένο έργο μια τομή στην ιστορία της ποίησης. Διάφορες συνιστώσες λειτουργούν ρυθμίζοντάς την: ο Μπωντλαίρ ήταν ο πρώτος ποιητής που ζωγράφισε με τον πιο εκφραστικό τρόπο το αστικό τοπίο μέσ’ απ’ την υπόσταση του φλανέρ. Μόνο που οι πίνακές του διαφέρουν κατά πολύ απ’ τη συγγενή τους, τη βυζαντινή Ἔκφρασιν. Καταρχάς, δεν πρόκειται για μια καλλιεπή αντικειμενική περιγραφή, αλλά για ένα υποκειμενικό βίωμα. Επίσης, ο Μπωντλαίρ τοποθετεί στο παρελθόν, στη μέθη και στο όνειρο οτιδήποτε συγκινεί τον βυζαντινό ρήτορα, ή τον σύγχρονό του Β. Ουγκώ, δηλαδή την αφρόκρεμα της μνημειώδους αρχιτεκτονικής. Το βλέμμα του συγκεντρώνεται στις πιο σκοτεινές γωνιές της πόλης, εκεί που το Κακό ακμάζει, όπως το πινέλο του Ε. Σίλε. Η τομή εδώ έγκειται στο γεγονός ότι στις περίφημες «Παρισινές εικόνες» το αστικό τοπίο σχεδόν πάντα υποδηλώνεται στο βάθος, σαν ένα φευγαλέο και σκοτεινό παρασκήνιο. Οι «Παρισινές εικόνες», αντιθέτως, τοποθετούν στο προσκήνιο την αρχιτεκτονική του παρηκμασμένου ανθρώπινου σώματος: πόρνες, γριές, μεθυσμένοι, σκοτεινοί διαβάτες, νεκροί εραστές είναι τα κτήρια του Μπωντλαίρ. Αυτό που μοιάζει να τον ενδιαφέρει είναι το πώς σμιλεύει η βία του πνεύματος τη σάρκα. Όχι πέτρα, όχι ξύλο, πολύτιμοι λίθοι όχι, αλλά το σκεβρωμένο, ωχρό και λιπόσαρκο σώμα, μια σκηνή του Ecce homo, σάρκα ευτελισμένη και πάσχουσα απ’ την κάθε μορφής Εξουσία, κυρίως, όμως, απ’ αυτήν των παθών και της ενοχής. Η δομή του ανθρώπινου κορμιού γίνεται μια ανεξάντλητη πηγή στοχασμού.

Το τελευταίο μόνο ο Δάντης το πέτυχε. Η διαφορά ανάμεσά τους είναι όσα ήδη έχω αναφέρει: ο Δάντης είναι αυτός που στήριξε το οικοδόμημά του στην ενοχή· ο Μπωντλαίρ ήρθε να ισοπεδώσει αυτό το ιδεώδες. Επίσης, φαίνεται ότι ο πρώτος προσπάθησε μέσ’ απ’ το έργο του να λυτρωθεί απ’ την κόλαση που ο ίδιος είχε δημιουργήσει. Ο δεύτερος χώρεσε ολόκληρη αυτήν την κόλαση, ίσως γιατί «[…] ευγένεια αληθινή […] είναι ο Πόνος μόνο», το μέσο που θα του κερδίσει το «κρύφιο του στεφάνι», με το οποίο κανένας θησαυρός δεν μπορεί να συγκριθεί. Όταν ο Δάντης, λοιπόν, θέλει να σταθεί αντάξιος του Παραδείσου, ο Μπωντλαίρ επιθυμεί να υπάρξει αντάξιος της Κόλασης. Και μέσ’ απ’ την αναφορά στον Πόνο οδηγούμαι στην τελευταία συνιστώσα που πρέπει να σημειώσω: κανένας άλλος ποιητής πριν απ’ τον Μπωντλαίρ δεν παραδόθηκε τόσο απόλυτα στο υποκειμενικό βίωμα. Νομίζω μάλιστα ότι μέχρι σήμερα παραμένει ο κορυφαίος σε αυτό. Βυθίστηκε τόσο βαθιά, που πλάτυνε την Άβυσσο· δίχως να υπάρχει επιστροφή σε ό,τι προηγούνταν.

Τα Άνθη του Κακού είναι, λοιπόν, κατ’ εμέ η τομή στην ιστορία της Δυτικής ποίησης, το σημείο μηδέν, γιατί άλλαξαν για πάντα το κοσμοείδωλο του Δυτικού ατόμου. Ο Μπωντλαίρ, όμως, είναι και μια συνέχεια, απ’ την άποψη ότι, μπορεί να έχει χαρακτηριστεί πατέρας του συμβολισμού, όμως, ο πυρήνας του είναι ρομαντικός. Είναι το χώμα στο οποίο θ’ ανθίσουν όλα τα μεταγενέστερα ποιητικά ρεύματα. Είναι, ωστόσο, και το σκοτεινό δάσος, που ποτέ δε θα χαρτογραφηθεί πλήρως, παρά την πρόοδο που έχουμε σημειώσει χάρη σ’ αυτόν.

(*) Αλέξανδρος Πλατανιώτης, φοιτητής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ

[1]  Στα Άνθη του Κακού η Ομορφιά στο παρόν του ποιητή παρουσιάζεται σκληρή, τεχνητή κι αδιάφορη. Κατά τη γνώμη μου αυτή είναι η επώδυνη Ομορφιά που δημιουργεί η ωρίμαση της συνείδησης. Ο Μπωντλαίρ, όμως, τη διακρίνει από εκείνη των παιδικών του χρόνων, κι ο τρόπος που ζωντανεύει τη δεύτερη (π.χ. στο ποίημα «Ευλογία»), με πείθει για το ότι τη θεωρεί όχι απλώς ανώτερη, αλλά και γνησιότερη της πρώτης. Ο Μπωντλαίρ, όπως θα δούμε και παρακάτω, τείνει να τοποθετεί στο παρελθόν, στο όνειρο και στη μέθη ό,τι αγαπά, αλλά έχει για πάντα απωλέσει.

Προηγούμενο άρθροΚωνσταντίνος Παλαιολόγος (4 μικροδιηγήματα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ