Σύμβολα και σκιές στο  “Μαύρο Νερό” του Μιχάλη Μακρόπουλου (της Πόλυς Χατζημανωλάκη)

0
624

 

 

της Πόλυς Χατζημανωλάκη  (*)

Με το Μιχάλη Μακρόπουλο έχουμε φυσικά συναντηθεί, αλλά δεν γνωριζόμαστε. Μοιραζόμαστε όμως, όπως κατάλαβα συν τω χρόνω, την αγάπη για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, για τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Χαίρομαι λοιπόν που με αφορμή το έργο του, μου δίνεται η ευκαιρία μιας βαθύτερης πνευματικής ανταλλαγής μιας πιο ουσιαστικής γνωριμίας.  Διάβασα  το «Μαύρο νερό»  από τους πρώτους,  Ιούλιο μήνα. Δεν πήγε αμέσως ο νους μου στο τι κρύβει ο τίτλος – τη συσχέτιση με το πετρέλαιο και τις εξορύξεις στην προσφιλή περιοχή της Ηπείρου. Λίγους μήνες πριν, Απρίλιος και κατά σύμπτωσιν 26 Απριλίου ήταν  η μέρα που είχα διαβάσει τα «Ρηχά νερά» του Άκη Παπαντώνη και αυτό από την Κίχλη. Σκεφτείτε ήταν ακριβώς η μέρα-  η επέτειος που είχε συμβεί η καταστροφή στο Τσερνομπύλ και χωρίς να το ξέρω  εκείνη την ημέρα το βιβλίο  μου έλεγε “διάβασέ με”. Το ένστικτό μου δεν με διέψευσε. Ο τίτλος του ενός βιβλίου παρέπεμπε ανεξήγητα στο άλλο. Ο θάνατος ως φόνος στα ρηχά νερά στο βιβλίο του Παπαντώνη – ως δηλητήριο γύρω στη φύση και στο νερό στο βιβλίο του Μακρόπουλου. Και τα δυο στη σκιά μιας φυσικής καταστροφής με μια ατμόσφαιρα  ανεξιλέωτη και με δυο τόσο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης τόσο παρόμοιων αφορμών. Ανεξάντλητα τα βάθη της συγγραφικής έμπνευσης και με φόντο τις φυσικές καταστροφές ο ένας χτίζει βινιέτες με υπέροχες γενεαλογίες χαρακτήρων ο άλλος μια δυστοπική αλληγορική νουβέλα γεμάτη συμβολισμούς.  Πώς γίνεται όμως – μιλώ τώρα για το βιβλίο του Μακρόπουλου – μέσα από τη δυστοπία, μέσα από τη σκιά και το κακό, μέσα από το δηλητήριο να ανθίζει το θαύμα και το πιο  φωτεινό λουλούδι το λουλούδι της ελπίδας και της αγάπης; Και όμως γίνεται.

Αυτές τις μέρες που διάβαζα τη «Σούλα» της Τόνι Μόρισον – με αφορμή τη Λέσχη ανάγνωσης του Εύμαρου που συμμετέχω, είδα πως κι εκεί, ο τόπος που εκτυλίσσεται η υπόθεση του βιβλίου είναι ένας τόπος συνύπαρξης αντιθέτων. Εκεί  άνθιζε από παλιά ο στρύχνος και το φραγκοστάφυλο. Το δηλητήριο και το νόστιμο το δροσερό φρούτο. Το φως  δίπλα στο σκοτάδι,  η φθορά, η εγκατάλειψη το κακό και η τέχνη της επιβίωσης, η αγάπη. Το δηλητήριο δίπλα δίπλα με το φάρμακο – έτσι συμβαίνει και εδώ, στο βιβλίο του Μιχάλη Μακρόπουλου.

Θα πω πρώτα  για τις  αναγνωστικές αισθήσεις, τη γητειά της ανάγνωσης, το ένστικτο που δεν με διαψεύδει. Σε πρώτο επίπεδο διαβάζοντας το βιβλίο σε τυλίγει η ατμόσφαιρα και σε δεύτερο επίπεδο έρχονται και σου μιλούν τα σύμβολα.

Ένα σχεδόν ερημωμένο χωριό στο Πωγώνι εξ αιτίας μιας οικολογικής καταστροφής που έκανε τους κατοίκους να αρρωστήσουν και να πεθάνουν ή να το εγκαταλείψουν,  η ερήμωση και φθορά στο εσωτερικό των σπιτιών γιατί έξω στη φύση δεν είναι ορατή η δηλητηρίαση  και η τέχνη της επιβίωσης με τα ελάχιστα,  με ό, τι έχει απομείνει στα σπίτια που καταρρέουν  και με προμήθειες από την πόλη –  των λιγοστών κατοίκων που επιμένουν να το κατοικούν. Ένας πατέρας που κουβαλά στη ράχη του τον εικοσάχρονο παράλυτο γιο του, παράλυτο αλλά και με εκ γενετής δυσπλασίες στο σώμα, το πιθανότερο θύμα της δηλητηρίασης που έπληξε τη μητέρα του η οποία έχει αρρωστήσει και έχει πεθάνει. Αυτή είναι η συνθήκη της ιστορίας  και ακόμα οι σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, οι τελετουργίες της ζωής, της επιβίωσης, της επαφής με τον έξω κόσμο και με την ψυχή τους. Οι τελετουργίες και οι προσευχές που τους ανθρωποποιούν συμβαίνουν σε ξωκκλήσια με γιορτές και εορταστικούς ρυθμούς του χρόνου που τηρούνται όσο είναι δυνατόν και κάποτε τις επινοούν με ένα τρόπο πιο εσωτερικό, πιο γνήσιο. Αυτό περίπου είναι πλαίσιο που παρακολουθούμε την ιστορία να εξελίσσεται.

Και θα μου πει κανείς τι είναι αυτό που κάνει κάποιον να έλκεται από αυτήν την  ερήμωση, από τα  ερείπια, από την αργή υποχώρηση προς το  θάνατο  του κόσμου που μας περιβάλλει;

Τι πεισιθάνατη διαστροφή του συγγραφέα και του αναγνώστη του είναι τούτη; Αυτό δεν μπορώ να το προσπεράσω γιατί εμένα το βιβλίο με αυτές τις εικόνες από την αρχή άρχισε να με έλκει. Τι είναι άραγε αυτό που έλκει τον αναγνώστη, τον περαστικό, το φωτογράφο στη θέα μιας Πομπηίας, στη θέα μιας νεκρόπολης; Τι είναι αυτό που μας κάνει να μπαίνουμε σε τέτοιους κόσμους εκστατικοί – σαν να μας άγγιξε ένα μαγικό ραβδί;

Θα πω πως πιστεύω πως είναι  η νοσταλγία, η ματαιότητα ενός ξανακερδισμένου χρόνου, η αίσθηση μιας κοινής μας μοίρα ακόμα περισσότερο η μυρωδιά στο χώμα της  αιωνιότητας, η παράξενη αθανασία.

Η σχεδόν σκηνοθετημένη ατμόσφαιρα όλων των αντικειμένων  αυτών που ανήκουν σε άλλους, που είναι έξω από κάθε χρήση, κτερίσματα τάφου, αντικείμενα σε Μουσείο. Ο ήρωας τα ζωντανεύει και τα ξανακάνει λειτουργικά. Η  αναπόφευκτη σχέση  που έχουν αυτά με το  θάνατο και την έλξη που μας  ασκεί τον Κλαούντιο Μάγκρις, που λέει για τα Μουσεία στην «Υπόθεση Αρχείου» πως «κάθε έκθεση, πίνακας, γλυπτά αντικείμενα, μηχανήματα, είναι μια νεκρή φύση και οι άνθρωποι που συνωστίζονται στις αίθουσες, γεμίζοντάς τις και αδειάζοντάς τες σαν σκιές, εξασκούνται στη μελλοντική οριστική διαμονή τους στο Μουσείο της ανθρωπότητας, του κόσμου, όπου ο καθένας είναι μια νεκρή φύση. Πρόσωπα σαν φρούτα που κόπηκαν από ένα δέντρο και τοποθετήθηκαν πάνω σε ένα πιάτο.»

Νομίζεις ο πατέρας, ο ήρωας που χρησιμοποιεί αντικείμενα από εγκαταλελειμμένα σπίτια – σε λίγο θα προσχωρήσει στον κόσμο των απόντων. Αυτή λοιπόν η αίσθηση είναι σε πρώτο επίπεδο στο επίπεδο της πρώτης συγκίνησης αυτό που νιώθω αυτό που με συνεπαίρνει – αυτό που με συνεπήρε διαβάζοντας το βιβλίο του Μιχάλη Μακρόπουλου – μια αίσθηση που όπως έγραψα σε ένα σύντομο σημείωμα που έστειλα στο Φρέαρ, έμοιαζε με αυτό που νιώθεις βλέποντας τις φωτογραφίες του Συφιλτζόγλου. Του ποιητή που  μπαίνει με τη φωτογραφική του μηχανή σε εγκαταλελειμμένα σπίτια σε έρημα χωριά της Δράμας. Κοινωνεί εικόνες σαν αυτές που βλέπει κανείς μετά από χρόνια στο Τσερνομπύλ μετά την καταστροφή, μια ζωντανή Πομπηία, η φθορά, τα φαντάσματα πίσω από τις φωτογραφίες, τα ρούχα στην κρεμάστρα, το πιάτο και το πιρούνι, η άδεια σχολική τάξη, μια άλλη ζωή πέρα από την ερήμωση και το πέπλο του χρόνου.

Το ίδιο ακριβώς είχα γράψει, συμβαίνει όταν o Μιχάλης Μακρόπουλος στήνει την ιστορία του Πατέρα και του Χριστόφορου, του εκ γενετής ανάπηρου γιου του. Με αφορμή μια οικολογική καταστροφή που συνέβη σε ένα χωριό του Πωγωνίου, όπου τα πάντα γύρω, νερό, βλάστηση, ζώα είναι δηλητηριασμένα, υπερισχύει η πεισματική απόφαση μιας δράκας κατοίκων του να μην το εγκαταλείψουν για τα Γιάννενα παρά τις ασφυκτικές κυριολεκτικά πιέσεις της πολιτείας. Εδώ βεβαίως (Άγιος) Χριστόφορος είναι ο Πατέρας που κρατά στην πλάτη του το βαρύ εικοσάχρονο ανάπηρο βρέφος για να διαβεί τον ποταμό περιπλανώμενοι, προσπαθώντας να επιβιώσουν μέσα στο δηλητήριο, απολαμβάνοντας το μέλι μιας άλλης διάστασης ζωής, από αμβροσία και μέλι στην ημιθανή αγριότητα του περιβάλλοντος. Οι “φωτογραφίες” της φθοράς παίρνουν από την γραφίδα του Μακρόπουλου ζωή και αναδίδουν τη λεπτότατη ουσία τους, αύρα λεπτή από μνήμη, αίσθημα, αγάπη. Μια μετουσίωση που κάνει τα πάντα να μετέχουν στις δύο όψεις της ύπαρξης, της ζωής και του θανάτου  Λεπταίσθητη λογοτεχνική οικείωση με την πιο όμορφη ανθρωπιά, το άπιαστο νόημα της ύπαρξης, τη φαντασία, το φάρμακο της ανάγνωσης όπως το αποζητά ο νεαρός Χριστόφορος και το δηλητήριο της φύσης, την αλληλεγγύη των ανθρώπων μα κυρίως την αδελφοσύνη νεκρών και ζώντων.
Θέλω να επανέλθω στο «Χριστόφορο» και στη μεταφορά απέναντι του Χριστού βρέφους. Δεν το έβλεπα για πρώτη φορά στη λογοτεχνία. Το σύμβολο αυτό το είχα συναντήσει  παλιά στο μυθιστόρημα του Μισέλ Τουρνιέ ο Δράκος (μετάφραση στα ελληνικά του “ο βασιλιάς της Ωλν”). «Ο βασιλιάς της Ωλν»  είναι ένα ποίημα του Γκαίτε που ο Τουρνιέ παραθέτει ολόκληρο στην προμετωπίδα του βιβλίου του  και  τον τίτλο του δανείζεται για το δικό του.  Εκεί λοιπόν ο Μισέλ Τουρνιέ, αναφέρεται στο συναξάρι – την Χρυσή ιστορία – Legenda Aurea – του Άγιου Ιάκωβου του Βοραγινού από τον13ο αιώνα. Ο Χριστόφορος, ένας άσχημος, κακομούτσουνος γίγαντας προσπαθεί να βρει ποιον θα υπηρετήσει. Πάει να υπηρετήσει ένα ληστή και αρχίζει η αλυσίδα. Ο  ληστής φοβάται το στρατηγό, πάει να υπηρετήσει το στρατηγό, αυτός φοβάται το διάβολο, πάει να υπηρετήσει το διάβολο και αυτός φοβάται το Χριστό. Δεν ξέρει όμως πού θα βρει το Χριστό  ώσπου όπως κάθεται στην άκρη σε ένα ποτάμι άπραγος, έρχεται ένα νήπιο και του ζητά να το περάσει απέναντι. Έτσι και κάνει, και στη διαδρομή το νήπιο γίνεται όλο και βαρύτερο, όλο και βαρύτερο, ασήκωτο και στο τέλος αφού τον έχει περάσει απέναντι  μαθαίνει ότι αυτό το νήπιο ήταν ο Χριστός. Και μένουμε τώρα με τον προβληματισμό για τις ερμηνείες – το πέρασμα, την αποστολή την πιο πολύτιμη αποστολή που είναι να καταφέρεις στη διάρκεια του περάσματος που είναι η ζωή σου, να σταθείς στη σωστή μεριά και να αναλάβεις την δύσκολη αποστολή, την πιο δύσκολη – να σώσεις αυτό που δεν μπορεί μόνο του να περπατήσει, που είναι άυλο, ασώματο σχεδόν, να το ενσωματώσεις και να το περάσεις απέναντι. Να ενοποιηθείς με αυτό που είναι ανώτερο, με αυτό που υπάρχει πάνω από εμάς σε αυτόν τον κόσμο.

Ο άγιος Χριστόφορος αναπαρίσταται κάποιες φορές με κεφάλι σκύλου. Υποτίθεται επειδή είναι άσχημος. Δεν νομίζω πως οι σκύλοι είναι άσχημοι. Μάλλον τον ταυτίζουν και με τον Άνουβι, τον ψυχοπομπό, τον Αιγύπτιο θεό που αντιστοιχούσε στον Ερμή. Και η χοντροκοπιά και η ασχήμια είναι για να δηλώνει το δυισμό – ύλη και ψυχή. Το βαρύ γήινο μέρος που φέρει την ψυχή, το θεϊκό.

Μια κουβέντα όμως για να κλείσει η παρένθεση με το βιβλίο του Τουρνιέ. Στο Δράκο  ο ήρωας αναπολεί την παιδική του ηλικία στο λύκειο «Άγιος Χριστόφορος» όπου φοιτούσε. Το βιβλίο βρίθει αναλογιών και συμβολισμών που παραπέμπουν σε αυτό το πέρασμα με το βρέφος στους ώμους. Μικρά αγόρια στους ώμους των μεγαλύτερων. Μια διαρκής αναζήτηση αναλογιών και συμβόλων με τον μύθο του Άγιου Χριστόφορου μέχρι την τελική τους ανατροπή. Η συσχέτιση με το ποίημα του Γκαίτε ο βασιλιάς της Ωλν και πως ένας πατέρας περιπλανιέται με το παιδί του στα χέρια αγκαλιά, που του το αρπάζει τελικά ο Δράκος ο οποίος παίρνει τη μορφή του γίγαντα που σηκώνει το παιδί στους ώμους. Το κακό δηλαδή , για να κλείσουμε την παρένθεση, ναρκώνει την επαγρύπνηση  ρίχνοντας στο δρόμο μας τα σύμβολα. Το κακό, η δόλια αρπαγή του παιδιού  γίνεται κάτω την πιο καλόγνωμη  την  πιο ιερή αρχετυπική μορφή του Αγίου Χριστοφόρου. Αυτά στην αρχή για να δηλώσω  ότι αν και κλονίστηκα λιγάκι από την προειδοποίηση του Τουρνιέ δεν παραδίδω αμαχητί τα όπλα του νοήματος, δεν απαρνούμαι τη συμβολική σκέψη.

Ιδού μερικά από τα συμπεράσματα της  ανάγνωσης του βιβλίου – τι σημαίνει δηλαδή ο «Άγιος Χριστόφορος»  εν προκειμένω. Με ποια συμφραζόμενα εμφανίστηκε στη νουβέλα, τι νόημα έχει για τον συγγραφέα του βιβλίου – από ποια βάθη του τον έχει ανασύρει, τι εμμονές εκφράζει για αυτόν- τι νόημα έχει εκτός από τον  συγγραφέα και  για τον αναγνώστη, για τον καθένα από εμάς.  Ποια είναι δηλαδή η καθολικότητα του συμβόλου – Με ποια άλλα σύμβολα και άλλες εικόνες συνδέεται στο μυαλό του Μιχάλη Μακρόπουλου, με ποιες άλλες εικόνες από τις κοινές μας παραδόσεις, τους μύθους μας τις εμμονές μας μπορούμε να τον αντιστοιχίσουμε;

Εν αρχή λοιπόν ήταν η πάλη του Ιακώβ με τον Άγγελο. Στη Γένεση  (ΛΒ, 22- 32) ο  Ιακώβ παλεύει όλη τη νύχτα με τον Άγγελο. Μετά από αυτή τη δοκιμασία εξαρθρώνεται ο γοφός του, μένει χωλός. Αυτό το τραύμα, είναι ο φορέας της επαφής του με το επέκεινα, με το Θεό- μέσω του αγγέλου, αυτού που είδε το Θεό, με τη μαγεία. Το τραύμα και η συνακόλουθη χωλότητα είναι απόδειξη μιας μύησης σε κάτι που δεν μετέχουν όλοι. [Ομοίως – ο Ήφαιστος – ο Θεός μάγος ήταν κουτσός. Η χωλότητα του Ηφαίστου προέρχεται από μια πτώση από ψηλά. Τον ρίχνει η Ήρα.]

Και φυσικά ο Ωμ, στη ομώνυμη νουβέλα του Μακρόπουλου είναι ο προϊστορικός σακάτης. Η χωλότητά του, το ότι εξ αιτίας της μένει πίσω, τον εγκαταλείπει η ομάδα σε μια σπηλιά., γίνεται η αιτία να εκκολαφθεί η μαγική του επαφή με τη ζωγραφική, τις βραχογραφίες, τη δημιουργία. Το ευαίσθητο κομμάτι του εαυτού του, το πιο ευάλωτο, το τραύμα, τον καθηλώνει τον περιορίζει στη σπηλιά. Αυτή η συνθήκη τον απογειώνει, τον φέρνει σε επαφή με το τον κόσμο των σχημάτων των εικόνων. Ένας κόσμος που είναι ζωντανός στην άλλη πλευρά – στη μέσα σπηλιά, υπάρχει δηλαδή  εκεί που τον έχουν αφήσει ακόμα πιο μέσα. Εκεί  στο βάθος λοιπόν, δημιουργεί, ζωγραφίζει και βρίσκεται σε μια διαρκή επαφή και επικοινωνία με τις ψυχές και τον κόσμο τον έξω και τον μέσα.

Άλλη μια ψηφίδα, άλλη μια ιστορία πάλι από το έργο του Μιχάλη Μακρόπουλου προέρχεται από τη νουβέλα «Τότσηγια», την ιστορία του μικροσκοπικού κοριτσιού, μιας Τοσοδούλας θα λέγαμε,  η Κατερίνα, είναι μια γυναίκα πρόσφυγας από μια περιοχή βορείως της Ηπείρου. Έρχεται να ζήσει νοτιότερα γιατί έχει υπάρξει  θύμα της βαρβαρότητας της μεγάλης Ιστορίας έχει δει  σκοτωμένο τον πατέρα της και για να σωθεί παντρεύεται με έναν μεγαλύτερο και βάρβαρο ντόπιο, που την κακομεταχειρίζεται και την κακοποιεί. Η Κατερίνα, αποσύρεται  για να αντέξει στο εσωτερικό του σώματος της – στη μέσα σπηλιά – και εκεί γονιμοποιεί και παράγει ένα μικρό μικρό τοσοδούλικο κοριτσάκι πανέμορφο αλλά  αλλόκοτα μικροσκοπικό. Κρύβει τη γέννηση της Τότσηγιας από το σύζυγο και την κρατά για να την προστατέψει,  επειδή φοβάται ότι η μικρή κινδυνεύει, σε μια κουζίνα. Εξωτικά πράγματα συμβαίνουν εκεί που  την έχει καθηλωμένη. Η Τότσηγια δεν βγαίνει ποτέ αλλά επικοινωνεί μαγικά με όλα τα πλάσματα του Θεού. Τα μυρμήγκια κάνουν ουρές για να φάνε από το χέρι της. Οι σκορπιοί και τα σφαλαγγια – οι αράχνες – δεν την πειράζουν, ένας κοκκινολαίμης έρχεται και της κάνει συντροφιά ώσπου την κρίσιμη ώρα η γυναίκα που υφίσταται τα πάνδεινα και υπομένει για να έχει μια ομορφιά κρυμμένη στη φυλακή συνειδητοποιεί σε ένα ξέσπασμα οργής του συζύγου – δράκου ότι η μικρή κινδυνεύει και πρέπει να φύγουν, πρέπει να την την μεταφέρει. Την κουβαλά πάνω της και μετά σε ένα ντορβά και φεύγουν.

Η εικόνα της γυναίκας σαν τον Χριστόφορο με το ντορβά που περιέχει το παιδί και περπατά στο κρύο είναι εμβληματική. Η γυναίκα πρέπει να αναλάβει και αναλαμβάνει τις ευθύνες της απέναντι στην ομορφιά,  απέναντι στην ψυχή της, απέναντι στο μαγικό κομμάτι της ψυχής της και πρέπει να το μεταφέρει επειδή αυτό δεν έχει σώμα στις αναλογίες της να κινείται ώστε  να τη σώσει.

Εκτός από τον Χριστόφορο, η εικόνα φέρνει στο νου τη σκηνή από την «Νοσταλγία»  του Ταρκόφσκι, όπου ο ήρωας –  συγγραφέας, κρατά στα χέρια του ένα αναμμένο κερί και διασχίζει τη λίμνη – όπως  συνήθιζε ο τρελός φίλος του. Επαναλαμβάνει δηλαδή την τελετουργική διαδικασία με τη φλόγα του κεριού στα χέρια του, προστατεύοντας την με το παλτό του, να τη σώσει, να την πάει από τη μια μεριά στην άλλη…

Με τον ίδιο τρόπο ο πατέρας στο «Μαύρο νερό» ακολουθεί την επιταγή του γιου Χριστοφόρου – την επιταγή για τη πραγματική τους σωτηρία που δεν εξαντλείται στο να σώσουν τη ζωή τους.  Αποφασίζουν δηλαδή να μη φύγουν από το μέρος τους που το έπληξε μια οικολογική καταστροφή. Οι δυο μαζί επιτελούν – “φορεία”  όπως γράφει ο Μισέλ Τουρνιέ στο μυθιστόρημά του. Αυτό είναι ηλίου φαεινότερο, ο συγγραφέας θέλει να το δούμε και αποφασίσει να δώσει στους ήρωες τα κατάλληλα ονόματα. Να ονομάσει το παιδί Χριστόφορο. Αυτό το βλέπεις λοιπόν με την πρώτη και το είχα  διακρίνει φυσικά κι εγώ  στην πρώτη ανάγνωση και αναφέρεται στο σημείωμα που έστειλα στο Φρέαρ μόλις διάβασα το βιβλίο. Ωστόσο η βαθύτητα και η έκταση των συμβόλων, μας καλεί να διαβάσουμε τι κρύβεται πίσω από τον Άγιο Χριστόφορο και το βρέφος. Ο πατέρας βεβαίως  υπηρετεί το βαρύ βρέφος – τον εικοσάχρονο που μεταφέρει. Κατά βάθος όμως είναι  το μαγικό, το θεϊκό κομμάτι του εαυτού του που υπηρετεί.  Είναι ο ίδιος  Χριστόφορος. Κάποια στιγμή μάλιστα  πέφτει και χτυπάει το πόδι του με αυτές τις μετακινήσεις σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες – ο κλοιός  έχει στενέψει και  οι συνθήκες για την επιβίωση γίνονται όλο και πιο σκληρές.  Κουτσαίνει δηλαδή και ο πατέρας.  Η χωλότητα το μαγικό άγγιγμα, το χάρισμα, η σωτηρία της ψυχής ανήκει δηλαδή και σε αυτόν στον πατέρα. Η θέλησή τους πατέρα και γιου  είναι κοινή.  Ο κύκλος κλείνει. Χωλότητα, μαγεία, φορεία, φλόγα του κεριού. Παρόν φυσικά  είναι και το κερί της νοσταλγίας του Ταρκόφσκι, άσβηστο από την μια άκρη της λίμνης στην άλλη – άσβηστο μέσα στο χρόνο. Είναι  το κερί που ανατροφοδοτείται και δεν σβήνει στο δωμάτιο των δυο τους, που  τα κομμάτια τα ξαναλιωνει τα ξαναλιώνει ο πατέρας και τους βάζει φυτίλι.

Εύχομαι στον Μιχάλη Μακρόπουλο όμορφες εμπνεύσει ς και όμορφες ψυχικές δοκιμασίες που να τις παράγουν.

(*) Η Πόλυ Χατζημανωλάκη  διάβασε αυτό το κείμενο στην παρουσίαση του βιβλίου στο “Επί λέξει” (14 Οκτωβρίου 2019)

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here