Τα ίχνη του πατρικού τραύματος (της Κατερίνας Σχινά)

0
1094

 

της Κατερίνας Σχινά

Πρώτος μας προϊδέασε ο Φρόυντ, και οι επίγονοί του μας το επανέλαβαν σε όλους τους τόνους: οι αναμνήσεις μας έχουν επεισοδιακό χαρακτήρα. Τείνουμε να στραγγαλίζουμε τους τραυματικούς απόηχους, να συνθλίβουμε τις οδυνηρές στιγμές, να θεραπεύουμε τον πόνο λησμονώντας τον. Ό,τι θυμόμαστε ίσως και να μην είναι παρά ανούσια και τετριμμένα περιστατικά, που ανασύρονται για να  καλύψουν τα πιο ανησυχητικά ίχνη του παρελθόντος μας. Μπορεί λοιπόν να είμαστε πράγματι όσα έχουμε ξεχάσει. Μικρά «νησιά μνήμης», μνήμης στρεβλής, παραποιημένης, μισερής, ενώ γύρω μας κοχλάζει η θάλασσα του παρελθόντος.  Κι αυτή η θάλασσα στο βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη είναι οίνοψ πόντος, σκούρο, αδιαπέραστο, κρασάτο νερό, άλλοτε στο χρώμα του σκοτωμένου αίματος, άλλοτε μελανό, σαν ένα χτύπημα βαρύ που δεν μωλωπίζει μονάχα τη σάρκα.

Ο συγγραφέας περικυκλώνει τραυματικά συμβάντα της Κατοχής (τον φόνο του παππού του στο Αγρίνιο, στη μέση του δρόμου από ένα μέλος της ΟΠΛΑ, με πρόσχημα την περιστασιακή του ανάμειξη με τον ΕΔΕΣ, την εκτέλεση του εαμίτη αδελφού της γιαγιάς του από τους Γερμανούς στο Χαϊδάρι) και τα ξεψαχνίζει με την επιμονή ενός αστυνομικού ρεπόρτερ κατορθώνοντας να τα αποδώσει πέρα από ιδεολογικές φορτίσεις και ένθερμες ταυτίσεις. Αποτυπώνει με έξοχη αυτοσυγκράτηση την ατμόσφαιρα της «μαύρης ελληνικής επαρχίας» στα χρόνια «του σφαγείου και των πισώπλατων πυροβολισμών». Αλλά  δεν τα καθιστά ουσιαστικά επίκεντρο του βιβλίου του. Αυτό που τον απασχολεί είναι οι αντηχήσεις τους μέσα στο χρόνο και κυρίως ο τρόπος με τον οποίο αυτά τα συμβάντα σφράγισαν τον πατέρα του, όταν δεκατετράχρονο παιδί, είδε ένα χειμωνιάτικο απόβραδο να φέρνουν στο σπίτι τον δικό του πατέρα, αιμόφυρτο, πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, νεκρό. Το πώς, με άλλα λόγια, εγγράφεται στο εγώ η τραυματική εμπειρία, όταν, απροετοίμαστο, βρίσκεται εκεί για να την υποστεί, όχι όμως και για να την αντιμετωπίσει.

Το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη, είναι, λοιπόν, ένας διάλογος με τον πατέρα και ταυτόχρονα ένας διάλογος με τον εαυτό, μια επώδυνη αναζήτηση των ιχνών του πατρικού τραύματος στον ψυχισμό του συγγραφέα. Καθώς αυτός ο πατέρας, απρόθυμος να αποκαλυφθεί, μοναχικός και απομονωμένος, μόνιμος ένοικος ενός χώρου εσωτερικού στον οποίο απαγορεύει την πρόσβαση, ηττημένος από την ασθένεια, αδυνατεί να κοιμηθεί από φόβο ότι «ένα χέρι θα έρθει μέσα στο σκοτάδι και θα τον αρπάξει» –  το χέρι του νεκρού του πατέρα, στον οποίο δεν έχει αποδώσει δικαιοσύνη – ο γιος αναλαμβάνει να απλώσει το δικό του χέρι προς το μέρος του ανασύροντάς τον από τη σιωπή μιας βουβής, ψυχικά εξουθενωμένης ζωής. Το βιβλίο είναι αυτή η χειρονομία προς τον πατέρα, μια χειρονομία προς το «πατρικό» εν γένει, όπου η ενσυναίσθηση κερδίζει έδαφος εις βάρος της εναντίωσης που σοβεί πάντοτε στη σχέση πατέρα-γιου. Διασώζοντας τη μνήμη του πατέρα του στο πεδίο της γραφής, ο συγγραφέας βγαίνει στην άλλη όχθη της οδύνης σώος, και αν όχι λυτρωμένος, πάντως πατέρας ο ίδιος, όχι πια γιος.

Ο Ηλίας Μαγκλίνης χαρακτηρίζει μυθιστόρημα το βιβλίο του – και είναι∙ ταυτόχρονα, ωστόσο, θυμίζει τα «πεζογραφήματα αδιευκρίνιστης φόρμας» του Ζέμπαλντ, και όχι βέβαια  επειδή η αφήγηση διανθίζεται από οικογενειακές φωτογραφίες. Το «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» είναι ένας λογοτεχνικός τόπος όπου συνδυάζεται αριστοτεχνικά η ιστορία, το ρεπορτάζ, η αυτοβιογραφία, ο στοχασμός∙ μια αφήγηση πυκνή όσο και λιτή, διακοπτόμενη κάθε τόσο από σελίδες «εις εαυτόν» τις οποίες διαπερνά ένας, κοσμολογικά, θα έλεγα, ψυχρός λυρισμός.  Αυτή η συνύφανση των ειδών δίνει στο βιβλίο έναν υβριδικό χαρακτήρα σπάνιας γοητείας. Αλλά η συγκίνηση έρχεται από αλλού. Από την ήσυχη, συναισθηματικά πλούσια αλλά ουδέποτε κραυγαλέα φωνή του αφηγητή. Το βιβλίο του είναι ένας λόγος για τη μνήμη, για τον συνεχή ενεστώτα της ιστορίας, για τους προγόνους, για τους νεκρούς και την εν απουσία παρουσία τους, για τις αποσιωπήσεις και τα «μπουκωμένα αισθήματα», για το τραύμα και τους τρόπους με τους οποίους διηθεί το πεδίο του ψυχισμού. Είναι μια ψηλάφιση αυτού που δεν υποφέρεται, μιας οδύνης που σκάβει βαθιά την ανθρώπινη ύπαρξη και ιχνογραφεί τα περιοριστικά της όρια. Όμως περιγράφοντάς τα, μορφοποιώντας τα, ο Ηλίας Μαγκλίνης τα διαρρηγνύει. Χωρίς να αποσπάται από την άνυδρη γη του βιώματος, τώρα πια μπορεί να κοιτάζει τα άστρα.

info: Ηλίας Μαγκλίνης, Είμαι όσα έχω ξεχάσει. Εκδόσεις Μεταίχμιο.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here