της Νίκης Τρουλλινού
«Κρητικιά, είπες;»
«Ναι. Γιατί ξαναρωτάς;»
«Έχετε ωραίες πέτρες εκεί κάτω. Δικηγόρος είσαι; Οπότε, πού να τις ξέρεις…»
«Καλά. Ανωγειανή είμαι, συντρόφισσα. Αυτό είναι το πρώτο. Και τις πέτρες μια χαρά τις ξέρουμε εμείς οι βουνίσιες»
Και γέλασαν. Δυνατά, ίσως. Και ο φρουρός έξω από την πόρτα άνοιξε το παραθυράκι του κελιού να τις κοιτάξει. Τμήμα Ασφαλείας Πειραιώς. Κέντρο Μεταγωγών. Τρελές θα ‘ναι. Να γελάνε αν και κρατούμενες, ταλαιπωρημένες φαίνονται, μαύροι κύκλοι ξαγρύπνιας, κάποιες ρυτίδες, δεν βγάζεις άκρη μ’ αυτές. Ο φύλακας κρεμότανε, ίδιο εκκρεμές, ανάμεσα στη λύπηση και την απορία. Ο προϊστάμενος είχε ουρλιάξει, τα μάτια του τετρακόσια, επικίνδυνες οι κυράδες, θα φύγουν γρήγορα, να ‘ρθει το σαπιοκάραβο του καπετάν Νικήτα, μαζί τους κι αυτός, από μέρα σε μέρα, να στρώσει ο καιρός, Γενάρης πράμα, για τα Γιούρα τα περάσματα έχουν κουφονεριές και αντιμάμαλα, αϊ σιχτίρ, θα πάει μαζί τους, μόνος θα γυρίσει, θα πάρει και κατιτίς παραπάνω για το μήνα, χα χα χα στο διαολόνησο καλά θα περάσουνε οι σκρόφες… Μόνο να σκάσει, αντίρρηση καμιά, και τα μάτια του, είπαμε, τετρακόσια κι άλλα τόσα.
Χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ. Γενάρης, πρώτη. Κρύο πολύ. Η Κρητικιά κουρασμένη, άυπνη, είχε προηγηθεί το βαπόρι από Ηράκλειο για Πειραιά. Ποιο ήταν; Μπορεί το Μίνως, μπορεί το Αγγέλικα, «Στάσου, δεν θυμάμαι, ήμουνα μικρή και τη νύχτα ο χωροφύλακας ήρθε να κάτσει δίπλα μου στο σαλόνι του πλοίου. Μου έκανε, λέει, χάρη, που μ’ έβαλε μέσα, στο κατάστρωμα είναι η θέση μου, και πήγε να μου τριφτεί στο πλάι. Ήμουνα λιγότερο από τριάντα. Μ’ είχε όμως δασκαλέψει η θεία η Δόξα και του λέω του χωριάτη: Πρόσεχε, έχω το στοιχειό από τα βουνά και με προστατεύει». «Βρωμοκρητικιά» φώναξε κι απομακρύνθηκε. Το αστείο αυτό ήταν ∙ με λένε Κρήτη. Τέτοια κουζουλά ονόματα όσα θέλεις στα μέρη μας, και Κρήτη, και Δόξα, και Ελευθερία, και Βενιζέλος, ναι, μικρά ονόματα, όχι πως μας έλειπαν και οι Φρειδερίκες! Εσένα; Βάσω; Από το Αιτωλικό; Στο νερό κι εσείς, απλωμένα τα σπίτια σας, και ψαράδες και κοφίνια… Μοιάζουμε ∙ νομίζεις;
« Λέγε, μη φοβάσαι. Είσαι νέα ακόμη. Εγώ με το κουτάλι τα’ χω φάει. Πόλεμοι και δικτατορίες, μαζί θα προχωρήσουμε. Λέγε»
«Με πιάσανε, με πήρανε από το σπίτι, ανήμερα του Αϊ Νικόλα. Δεν ξέρω γιατί. Δεν είχαμε προχωρήσει ακόμη σε κάτι σοβαρό. Κουβέντες, συναντήσεις, σχέδια επί χάρτου, ούτε και επ’ αυτού, με ξέρανε από τα φοιτητικά μου, το ένα – ένα – τέσσερα και το Κυπριακό και το δέκα πέντε τοις εκατό για την Παιδεία και τον άντρα μου, αυτόν τον είχαν πιάσει πάνω από τον τάφο του Μπελογιάννη να αφήνει λουλούδια, παλιότερα αυτό. Στις είκοσι μια τ ‘ Απρίλη στο Ηράκλειο έγινε μέγας χαλασμός. Δώσανε σήμα οι Λαμπράκηδες και κάποιοι ωραίοι Κεντρώοι και κατέβηκε κόσμος στη Χανιόπορτα. Κυκλοφορούσαν και πιστόλια πολλά σε τσέπες και στιβάνια. Διαλυθήκανε όμως. Ήταν τελειωμένο. Δικτατορία. Εγώ, από μακριά. Είχα την κοιλιά στο στόμα, το πρώτο μου παιδί, από απόσταση, ούτε να τρέξω θα μπορούσα, αν… Γέννησα. Κοριτσάκι. Ήρθε ένα μήνυμα από νεαρό αντιεισαγγελέα τότε, ένας ευπατρίδης της Δικαιοσύνης, να προσέχω, λέει, μου την έχουν στημένη. Τέλος πάντων, βρέθηκα η καλή σου στο υπόγειο του κρατητήριου Ηρακλείου. Κάτω από τα Δικαστήρια, υπόγειο μέσα στην υγρασία, χωρίς φως του ήλιου από πουθενά, ο αέρας μύριζε μούχλα, ξεφτισμένοι σοβάδες, η σιδερένια πόρτα του διαδρόμου έβλεπε σε τοίχο, από πάνω ο δρόμος, οι ήχοι του, τα λίγα τότε αυτοκίνητα, φωνές περαστικών, κάποιες τις γνώριζα, έρχονταν και παραστεκούλιαζαν από πάνω για συντροφιά, μικρή κοινωνία ήμασταν ακόμη. Μέσα στα κελιά, τέσσερα όλα κι όλα, κάτι ξύλινοι πάγκοι για κρεβάτι και η κουβέρτα που έφερε η μάνα μου. Δεν με κτύπησαν, δεν ήθελαν τίποτα από μένα, μόνο στα πόδια τους να μην είμαι. Πονούσα. Πολύ. Θήλαζα το βρέφος μου και ζητήσαμε να το φέρνουν πότε πότε να το ταΐζω, πρησμένα τα στήθια μου, έτρεχε το γάλα. Κουτσά στραβά, προσπαθούσε το παιδάκι, αλλά το γάλα όλο και λιγόστευε. Και το κλάμα, πώς να κρατηθώ, δάκρυα το θήλαζα το μικρό μου. Κάποιες νύχτες είχα παρέα, τις πεταλούδες από τα Λαδάδικα και το Λιμάνι. Καλές κοπέλες, με νοιάζονταν κι ένα πρωί, αυτό άκου το σε παρακαλώ, μπαίνει ένας βαθμοφόρος της Χωροφυλακής. Όπα, λέμε με τα μάτια εμείς οι γυναίκες. Μαζεμένος αυτός. Χαμηλά να κοιτάζει, πάει πέρα δώθε. Στέκεται. Βάζει τις φωνές, « Πάρτε τις, Πάρτε τις. Δεν είστε καλά! Τον κόσμον με τον υπόκοσμον μαζί; Συγγνώμη, κυρία μου» γυρνάει σ’ εμένα και έξω οι κοπέλες. Αυτός ξανάρθε. Χωρίς στολή. Μ’ ένα αμούστακο παλληκαράκι, γιος του πρέπει να ήταν, βλέπεις, του λέει, βλέπεις πώς αγωνίζονται κάποιες γυναίκες, κι έφυγαν πολύ βιαστικά. Από φόβο για τον φύλακα στην είσοδο; Από ντροπή; Γι αυτό δεν φορούσε τη στολή; Ήθελε κότσια αυτό που έκανε. Ένα καρφί να μπαινόβγαινε εκεί μέσα και μαζί θα φεύγαμε. Άσε πια τα δικά μου, …Βάσω… εσύ τις πέτρες του νησιού μου, πώς τις ξέρεις;»
«Είναι η δουλειά μου. Η τέχνη μου, πώς να σου το πω. Χαράζω τα ξύλα. Το χαλκό. Τώρα τις πέτρες. Κι έχετε εκεί κάτω μια πέτρα, κρητικό ψαμμίτη τον λέμε, λίθος αρσενικός, τραχύς, στιβαρός, σκληρός και μαλακός μαζί, μαντρακά και καλέμι θέλει σαν του γλύπτη, και κόπο, βαθιές εγκοπές, σκληρά γδαρσίματα… Τι κάθομαι και σου λέω, έ; Αυτό θα μου λείψει όπου μας πάνε».
Ξημέρωσε των Φώτων. Μέρα που αγιάζουν τα νερά σε λίμνες, ποτάμια και θάλασσες. Μα τίποτε δεν κατάφερε ο Θεός των πιστών. Λυσσομανούσε ο καιρός, αντάριαζε η θάλασσα, βγάλε τις να φύγουν, δόθηκε η εντολή, σταχτής ο χωροφύλακας στη μούρη, χαρτί επίσημο ζήτησε, του το κόλλησε στη μούρη. Ο ακατανόμαστος ο καπετάνιος βιαζότανε, λύσε το παλαμάρι, φώναξε του γιου του, πού πάμε , πατέρα, θα πνιγούμε. Κάγχαζε αυτός, θαλασσόλυκος μα και κακό σπυρί των βράχων, έχουμε τον Αη Γιάννη στο πλευρό μας, να τις πάμε τις άθεες στο νησί, να βάλουνε μυαλό. Και δώστου να ειρωνεύεται με το τσιγάρο σφηνωμένο στα δόντια του. Κολύμπι δεν ήξερα, του βουνού του Ψηλορείτη πλάσμα εγώ, αγκαλιαστήκαμε με τη Βάσω και μου ‘λεγε για τις πέτρες της. « Ανθρώπους κάνω, συνεχώς ανθρώπους, κάποτε δέντρα και περιστέρια, μα πιο πολύ ανθρώπους στο άσπρο και το μαύρο και πρέπει να το μοιράζω το άσπρο και το μαύρο, να εισχωρεί το ένα μέσα στο άλλο, τίποτε δεν είναι μόνο μαύρο, τίποτε δεν είναι μόνο άσπρο ∙ πρέπει να βγάζω την πέτρα σε σκλήθρες δυνατά άλλοτε τρυφερά, η διαδρομή της κίνησης των χεριών μου θα βγει στο υλικό. Μη φοβάσαι, θα σωθούμε, θα ζήσουμε, θα γυρίσουμε πίσω, θα πας στο κοριτσάκι σου και θα σου φτιάξω μια ψιλόλιγνη όμορφη μάνα, μάτια μεγάλα σαν τα δικά σου, ναι, με παιδί. Δεν θα το ξεχάσω το παιδί. Και πέτρες. Θα δεις – στο νησί θα μαζεύουμε πέτρες και θα τις ζωγραφίζουμε. Βρε το κύμα, το άτιμο το κύμα, στο γύρισμα μας έκανε μουσκίδι, μη σε νοιάζει, να το στρατόπεδο, μας περιμένουν οι συντρόφισσες ∙ είδες, φτάσαμε».
Έχει γύρει ο ήλιος έξω από το μπαλκόνι. Είναι Μάης. Άνθισαν οι ορτανσίες και το νυχτολούλουδο ετοιμάζεται για τη βραδινή ευωδιαστή του εξόρμηση. Να βγει να φλερτάρει με την άοσμη κόκκινη μπουκαμβίλια. Η Κατερίνα από τον Πόντο ανάβει τη λάμπα στο προσκέφαλο του κρεβατιού. «Την βλέπεις τη Βάσω;» με ρωτάει η Κρήτη. «Στέκεται στη σκάλα. Και κρατεί παιδί». «Ωραίο χαρακτικό είναι Κρήτη μου. Αγναντεύουν το πέλαγος πάνω σ’ ένα δελφίνι. Από τα πιο ωραία της έργα.»
«Μα τι χαρακτικό λες και εξυπνάδες. Η Βάσω η Κατράκη η χαράκτρια είναι, Και συ, θύμισέ μου ποια είσαι μωρέ. Είδες, ξεχνάω πια…»
Ιούνιος 2023






















