Πέμπτη, 16 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Πώς παρουσιάζεις τον ελευθερόστομο και αναρχικό Αριστοφάνη σε παιδιά ; (γράφει η...

Πώς παρουσιάζεις τον ελευθερόστομο και αναρχικό Αριστοφάνη σε παιδιά ; (γράφει η Καίτη Διαμαντάκου)

0
166
Όρνιθες σε παράσταση του Άρη Μπινιαρη στην Επίδαυρο, 2024.

 

γράφει η Καίτη Διαμαντάκου (*)

 

  Στον ουρανό οι δυνατότητες/ είναι μόνο συναρπαστικές.                                                                                               «Αιώρηση», 29 Αυγούστου 1990. Το τελευταίο ποίημα του Νίκου Καρούζου.

 

Μετά την αρχική ευχάριστη έκπληξη της κατάθεσής τους στην τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, τον Πλούτο (το πλέον δημοφιλές στη χειρόγραφη και θεατρική παράδοση και το πλέον υβριδικό ως προς τα «παλαιά» και «νέα» χαρακτηριστικά του αριστοφανικό δείγμα γραφής)·[1] μετά την επίσης πολύ ευπρόσδεκτη επαναφορά τους με την πρώτη χρονολογικά σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, τους Αχαρνείς (ένα τυπικότατο αυτό δείγμα της κατεξοχήν «πολιτικής» αρχαίας κωμωδίας, με όλες τις παρεπόμενες δυσκολίες παραγωγής και πρόσληψης που αυτός ο χαρακτηρισμός συνεπάγεται: καυστική σάτιρα, ονομαστική κριτική, έντονη επικαιρικότητα, έντονη βωμολοχία)·[2] το «καλό» τώρα τριτώνει με τη δημιουργική στροφή των Βασίλη Πανόπουλου και Ζοζεφίνας Τζονάκα στους Όρνιθες, μια κωμωδία της μέσης περιόδου του αρχαίου ποιητή, με τις δικές της πολλές ιδιαιτερότητες και προκλήσεις (μεταξύ των οποίων ο ζωομορφισμός και οι οντολογικές μείξεις, η πληθωρική παραμυθιακή επιφάνεια, το  διαθλασμένο σατιρικο-κριτικό και λανθάνον αλληγορικό βάθος, η αμφίσημη ιδεολογική στόχευση).[3] Τρία αυτοτελή και, ταυτόχρονα, αλληλοσυμπληρούμενα βιβλία (ενταγμένα σε ένα συναφές συγγραφικό και εκδοτικό πλαίσιο, με επιμέρους αποκλίσεις και διαφορετικές εστιάσεις, κυρίως ως προς το διασκευαστικό κομμάτι), τα οποία «χτίζουν» σταδιακά μια εξαιρετικά επωφελή αριστοφανική «βιβλιοθήκη» και τα οποία ευχόμαστε να πιάσουν το 11άρι του συνόλου των σωζόμενων αριστοφανικών κωμωδιών ή και το 12άρι όλη της αττικής κωμωδίας, εάν κάποτε οι συγγραφείς θελήσουν να ασχοληθούν και με τον Μένανδρο και τον συμπαθή Δύσκολό του.

*

Παρένθεση: Πριν περάσουμε στη «θεατρική διασκευή των Ορνίθων για ανήλικους θεατές» και την πολλαπλή λειτουργικότητα (και) αυτού του εγχειρήματος, λίγες μνήμες από το «ιστορικό» του Αριστοφάνη, όταν αυτός κινείται στο σταυροδρόμι του θεάτρου για ανήλικους και του θεάτρου για ενήλικες θεατές, όπου μας επαναφέρουν ο Βασίλης Πανόπουλος και η Ζοζεφίνα Τζονάκα.

«Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του [του Αριστοφάνη] είναι σήμερα νεκρό. Νεκρά είναι επίσης και τα περισσότερα πνευματώδη αστεία του, γιατί, καθώς είναι υπερβολικά χονδροειδή και βάναυσα, σήμερα, αντί να μας διασκεδάσουν, μονάχα μας προσβάλλουν».

Έγραφε για (ή μάλλον νεκρολογούσε) τον Αριστοφάνη στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1920 η κριτικός Άλκης Θρύλος (1896-1971) έχοντας στον νου της τις πιο πρόσφατες τότε «σοβαρές», αλλά με πολύ περιορισμένη απήχηση, αριστοφανικές απόπειρες: τον Πλούτο του Βασιλικού Θεάτρου το 1904, την Ειρήνη, από την Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου το 1919, τον Πλούτο από τον Θίασο των Νέων το 1924, παραστάσεις που προσπαθούσαν να διερευνήσουν τις δυνατότητες ενός διαφορετικού Αριστοφάνη από εκείνον των «αυστηρά ακατάλληλων» πορνογραφικών και παρενδυτικών παραστάσεων των μίμων-μεταμορφωτών, που είχαν κυριαρχήσει στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και είχαν οδηγήσει τον αρχαίο κωμικό στο θεατρικό, πολιτιστικό και κοινωνικό περιθώριο.  Την ίδια περίπου εποχή, το θέατρο για ανήλικους θεατές κάνει μεν τα πρώτα πιο συστηματικά βήματά του, ωστόσο η όλη σχετική σκηνική και δραματουργική παραγωγή (βλ. τις εκδόσεις Παιδικό Θέατρο της Γαλάτειας Καζαντζάκη το 1929 ή Παιδικοί διάλογοι του Πέτρου Χάρη το 1925, την ίδρυση της Παιδικής και Εφηβικής Σκηνής, το 1931 από την Ευφροσύνη Λόντου-Δημητρακοπούλου ή την ίδρυση του Θεάτρου του Παιδιού το 1932 από την Αντιγόνη Μεταξά-Κροντηρά) έθετε, κατ’ αντιστοιχία με το κυρίαρχο δασκαλοκεντρικό σύστημα της επίσημης δημόσιας εκπαίδευσης, ηθοπλαστικές και  εθνικο-διδακτικές προτεραιότητες, αντιμετωπίζοντας κατά κανόνα το παιδί-θεατή ως έναν παθητικό δέκτη  (και μεταπράτη) μηνυμάτων και αξιών της ενήλικης ιδεολογίας και δεοντολογίας.

Τα στάσιμα ύδατα, όπου λίμναζε τότε ο Αριστοφάνης και από όπου προσπαθούσε να αναδυθεί, το κατά δύναμιν, το παιδικό θέατρο θα ανατάραζε δημιουργικά (σε δύο επίπεδα) ο Κάρολος Κουν, στη διάρκεια της θητείας του ως καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας στο Κολλέγιο Αθηνών. Εκεί, στο διάστημα μιας δεκαετίας (1929-1939), μεταξύ άλλων έργων της αρχαίας ελληνικής και παγκόσμιας δραματουργίας, ανέβασε με έναν μεγάλο αριθμό διαφορετικής ηλικίας μαθητών του Κολλεγίου Αθηνών 3 διαφορετικές κωμωδίες του Αριστοφάνη, τη μία σε δύο διαφορετικές παραγωγές: Όρνιθες (1932 και 1939), Βάτραχοι (1932-33) και Πλούτος (1936). Με τις μαθητικές αυτές παραστάσεις, ο Κουν, από τη μια μεριά, προωθεί την «υπόθεση Αριστοφάνη» σε ένα ευρύ (ανήλικο όσο και ενήλικο) αστικό (και δυνάμει μελλοντικά καλλιτεχνικό) κοινό θεατών –καταρχάς μαθητές, αλλά και δάσκαλοι, καθηγητές, γονείς, οικογενειακοί φίλοι, που παρακολουθούν τις παραστάσεις– και μαζί χαλκεύει τα σκηνοθετικά και ερμηνευτικά εργαλεία του, με τα οποία θα επανέλθει, σε επαγγελματική πλέον βάση, στον Αριστοφάνη με το Θέατρο Τέχνης, από το 1957 (Πλούτος) και μέχρι τον θάνατό του τον Φεβρουάριο του 1987 (με τις Θεσμοφοριάζουσες να είναι η τελευταία αριστοφανική παράστασή του το προηγούμενο καλοκαίρι). Από την άλλη πλευρά, ο Κουν εισάγει, υποστηρίζει και βελτιστοποιεί μια πολύ διαφορετική και καινοτόμο ένταξη της θεατρικής τέχνης στην εκπαιδευτική διαδικασία, σε συμφωνία τότε με τις διεθνείς, ευρωπαϊκές και αμερικανικές, παιδαγωγικές και εκπαιδευτικές αναθεωρήσεις (John Dewey, Winifred Ward), αλλά και με τις εγχώριες μεταρρυθμιστικές της δημόσιας εκπαίδευσης πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου (1928-1932) και του υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Αριστοφάνης θα καθι-ιερωθεί σταδιακά και οριστικά στις επόμενες δεκαετίες (με ιδρυτικό ορόσημο την ένταξή του στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, στο Ηρώδειο το 1956 και στο θέατρο Επιδαύρου το 1957 με τις Εκκλησιάζουσες και τη Λυσιστράτη, αντίστοιχα, από το Εθνικό Θέατρο και σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, μαθητή του Καρόλου Κουν στο Κολλέγιο και συμμέτοχου, από διάφορες θέσεις, στις εκεί παραστάσεις του). Όταν στο μετα-χουντικό 1975 το μονοπώλιο του Εθνικού Θεάτρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου σπάει οριστικά και το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν συμμετέχει για πρώτη φορά στο Φεστιβάλ με τους πολύκροτους –απαγορευμένους το 1959 στην Ελλάδα και βραβευμένους το 1962 στη Γαλλία Όρνιθες – έχει ήδη ιδρυθεί το 1972-1973  η Παιδική Σκηνή (Μικρή Πόρτα αργότερα) των Γιάννη Φέρτη – Ξένιας Καλογεροπούλου, όπως επίσης έχει ήδη ιδρυθεί η Παιδική Σκηνή στο Θέατρο Έρευνας το 1973, όπου ο Δημήτρης Ποταμίτης θα ανεβάσει το 1979-80 τις διασκευασμένες από τον ίδιο –δημοφιλέστατες στο εξής και πολυπαιγμένες– Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη: Έργο για παιδιά βασισμένο στα έργα του Αριστοφάνη: Ειρήνη, Αχαρνιώτες, Πλούτος, τα πουλιά, η Λυσιστράτη, εκδόσεις Ντουντούμη, Αθήνα, 1985).[4] Από τότε και μέχρι σήμερα, μισό και παραπάνω δηλαδή αιώνα, o Αριστοφάνης μεταφράζεται, διασκευάζεται, παίζεται αθρόα (έως κατά κόρον), τόσο στο ενήλικο, επαγγελματικό και ερασιτεχνικό, θέατρο όσο και στο θέατρο από ή/και για ανήλικους θεατές, όπου χαίρει επίσης μεγάλης δημοτικότητας.

Όπως προέβλεπε το 2000 η ιστορικός του ελληνικού θεάτρου και της πρόσληψης της αρχαίας κωμωδίας Gonda van Steen: «Η αναζήτηση της επικοινωνίας του Αριστοφάνη με το σύγχρονο πνεύμα θα συνεχίσει να εμπνέει τη μετάφραση, τη διασκευή, την παράσταση, τη θεωρία και την κριτική της παράστασης. Η εσαεί ανανεούμενη αλληλόδραση ανάμεσα στο αρχαίο κείμενο και τον σύγχρονο ερμηνευτή θα συνεχίσει να τροφοδοτεί τη σύγχρονη ελληνική ιστορία με το έργο του ποιητή».[5] Όπερ και εγένετο και συνεχίζει να γίνεται, την ίδια στιγμή που η δημόσια εκπαίδευση έχει μετακινηθεί παρασάγγας από την εποχή εκείνη που ο ιστορικός του Θεάτρου (και διευθυντής αργότερα του Θεατρικού Μουσείου) Γιάννης Σιδέρης, έχοντας παρακολουθήσει τη μαθητική παράσταση των Ορνίθων το 1932 στο Κολλέγιο Αθηνών, διαπίστωνε: «Το έργο δεν κούρασε καθόλου και φεύγαμε με μια πίκρα. Καϋμένα ελληνόπουλα! Εσείς με τις άπειρες ώρες που σας μαθαίνουν την αμάθητη Γραμματική —8 (οκτώ!) ώρες την εβδομάδα— δεν έχετε καιρό, μα ούτε και σας μένει και δροσιά για τέτοια πράματα. […] Κι εδώ πρόκειται κάτι τι σημαντικό; Τα παιδιά που εκπαιδεύονται έτσι παίρνουν θάρρος στη ζωή και την αντιμετωπίζουν γερά· τώρα τον άνθρωπο τον πλάθουν πιο πολύ οι περιστάσεις, μα κάποια προετοιμασία από τα πριν ωφελεί απείρως. Κρίμα μόνο που το Κολλέγιο είναι για τα πολύ πλούσια παιδιά και πάλι κρίμα που δεν μπορεί όλα τα δημόσια σχολεία να γίνουν Κολλέγια! […]».[6]

*

Επιστροφή στο παρόν βιβλίο και στο παρόντα χρόνο: Ποια είναι η σκοπιμότητα και η σπουδαιότητα της θεατρικής διασκευής των Ορνίθων από τον Βασίλη Πανόπουλο και τη Ζοζεφίνα Τζονάκα, μέσα ένα πλατύ έως αχανές, πολυφωνικό έως πολύβουο –συχνά δημιουργικό και διαφωτιστικό, και άλλοτε επιπόλαιο και διαστρεβλωτικό– θεατρικό, κοινωνικό και σχολικό περιβάλλον, όπου ο Αριστοφάνης συγκεντρώνει πολύ συχνά τις προτιμήσεις των επαγγελματιών και ερασιτεχνών συντελεστών και θεατών; Οι δύο συγγραφείς  (μάχιμοι εκπαιδευτικοί και καλλιτέχνες και οι δύο, με ισχυρές ακαδημαϊκές περγαμηνές και κυρίως δεξιότητες) μάς παρέχουν ένα πολυεργαλείο, που υποστηρίζει και, αφ’ εαυτού, διασφαλίζει τη «σοβαρότητα» και την πολυπλοκότητα μιας τέτοιας επιλογής, υποδεικνύοντας και συγκροτώντας ένα «μοντέλο» εφαρμογής της χρήσης του Αριστοφάνη σε όλα τα διαδοχικά στάδια που (πρέπει να) ακολουθεί μια οποιαδήποτε θεατρική παραγωγή, από όποιες ηλικιακές ομάδες και αν εμψυχώνεται και προς όποιες ηλικιακές ομάδες και αν απευθύνεται.

Η έκδοση παρέχει καταρχάς ένα πολύτιμο (διεπιστημονικά συντεθειμένο) υλικό για την προσέγγιση των αριστοφανικών Ορνίθων, των όρων και του πλαισίου δημιουργίας τους: ένα περιεκτικό υλικό, προσεκτικά τεκμηριωμένο, σαφώς δομημένο και πολύ ευχάριστα (και επικοινωνιακά) διατυπωμένο, απευθυνόμενο τόσο σε μυημένους όσο και σε αμύητους, τόσο σε ενήλικους όσο και σε ανήλικους αναγνώστες, απαραίτητο για την απαραίτητη (μαθησιακά αλλά και καλλιτεχνικά) δραματολογική προεργασία, που πρέπει να ακολουθεί ένα οποιοδήποτε εγχείρημα μεταφοράς και προσαρμογής ενός θεατρικού έργου (πολύ μάλλον αρχαίου και «κλασικού») από το «εκεί και τότε» της παραγωγής του στο «εδώ και τώρα» της πρόσληψής του:  «Ορνιθο-σκαλίσματα», βλ. Ιστορικό πλαίσιο παραγωγής του έργου· «Έγινε το και το…», βλ. Υπόθεση του έργου· «Δεν έχω τόπο, δεν έχω ελπίδα», βλ. δραματολογική ανάλυση του προλογικού τμήματος· «I saying I do», βλ. δραματολογική ανάλυση της Παρόδου του Χορού και του «αγώνα» λόγων του Πεισθέταιρου μαζί του· «Και του πουλιού το γάλα», βλ. Παράβαση του Χορού και της θεματικής σύστασής της· «Όνομα βαρύ σαν ιστορία», βλ. την ονοματική «επίσκεψη» του αμφίσημου νεολογισμού «Νεφελοκοκκυγία»· «Και ποια θυσία, ποια θυσία», βλ. δραματολογική ανάλυση της θυσίας του Πεισθέταιρου για την τελετή θεμελίωσης της νέας πόλης· «…και το κακό συναπάντημα – Παρέλαση πρώτη», βλ. την πρώτη ομάδα παρείσακτων και ενοχλητικών «τύπων» που καταφτάνουν εσπευσμένα και ιδιοτελώς στη νέα πόλη (Ποιητής, Χρησμολόγος, γεωμέτρης Μέτων, Επιθεωρητής και Ψηφισματοπώλης)· «Πεισθέταιρε, τα ’μαθες τα νέα;», βλ. την άφιξη του Αγγελιαφόρου και την περιγραφή της οικοδόμησης του τείχους της Νεφελοκοκκυγίας· «Τα χρώματα της Ίριδος», βλ. σκηνή με την εκπρόσωπο των θυμωμένων θεών Ίριδα και τη βίαιη αποπομπή της από τον Πεισθέταιρο· «Ornithomania. Oh yes!», βλ. σκηνή με τον εκ γης ορμώμενο Κήρυκα και την αναφορά του στην «ορνιθομανία» που έχει κατακλύσει την ανθρωπότητα· «και το κακό συναπάντημα – Παρέλαση δεύτερη», βλ. τη δεύτερη ομάδα ανεπιθύμητων επισκεπτών της νέας πόλης (Πατροκτόνος, διθυραμβοποιός Κινησίας, Συκοφάντης)· «Terminal. Αφίξεις -Αναχωρήσεις θεών», βλ. σκηνή με τους τέσσερις, Έλληνες και ξένους θεούς (Προμηθέας, Ποσειδών, Ηρακλής, ο βάρβαρος και ακατανόητος Τριβαλλός)· «Ε, ρε γλέντια», βλ. δραματολογική ανάλυση της κωμαστικής «Εξόδου»· «Ο Πεισθέταιρος; Με τον σταυρό στο χέρι», βλ. ανάλυση της αμφιλεγόμενης μορφής (και κυρίως εξέλιξης) του κωμικού ήρωα Πεισθέταιρου· «Κατά τα άλλα», βλ. (τελευταία ενότητα) τον προβληματισμό σχετικά με την ειδολογική/θεματική κατάταξη της πολύτροπης αυτής –μεγαλύτερης σε έκταση αλλά και πιο άρτια οργανωμένης από όλες τις σωζόμενες ομολόγους της– κωμωδίας (παραμύθι; έργο φυγής; πολιτική αλληγορία; θεολογική/φιλοσοφική αλληγορία; λογοτεχνική ουτοπία, απλώς ου-τοπία ή και δυστοπία;). 132 υποσημειώσεις μόνο σε αυτό το πρώτο μέρος του βιβλίου, που αντιστοιχούν κατά προσέγγιση σε 85 μελετήματα (βλ. τελική Βιβλιογραφία), στα οποία προστίθενται αρχαία κείμενα-πηγές, σχολιασμένες μεταφράσεις, κείμενα μεταφράσεων-διασκευών, θεατρικά προγράμματα από διαφορετικές παραστάσεις των Ορνίθων.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου μάς μεταφέρει στο δεύτερο επίπεδο-στάδιο της προσέγγισης του αριστοφανικού έργου, στο οποίο θα πρέπει να κινηθεί ο επίδοξος «παραγωγός» (σκηνοθέτης-εκπαιδευτικός) με την ομάδα του. Ανεξάρτητα από τις μεταφραστικές και διασκευαστικές επιλογές των Πανόπουλου και Τζονάκα (που θα αποτυπωθούν αναλυτικά στο επόμενο, τρίτο μέρος του βιβλίου), το δεύτερο αυτό μέρος συμπυκνώνει όλα τα βασικά (φιλολογικά, μεταφραστικά, δραματουργικά, παραστασιακά, αλλά και παιδαγωγικά και ηθικά) προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει και να επιλύσει ο κάθε διασκευαστής μιας αριστοφανικής κωμωδίας σήμερα. Πώς χειρίζεται κανείς τα «χρονικά όρια της παράστασης» (μέσα π.χ. από τον ρυθμό εκφοράς και την ταχύτητα εναλλαγής του λόγου, των σκηνών και των σκηνικών προσώπων), την «ελευθεροστομία και βωμολοχία» (μέσα από την αναζήτηση κατ’ αναλογίαν εκφράσεων, χωρίς, ταυτόχρονα, να αποδυναμωθούν η ένταση, η δυναμική ή και η επιθετικότητα του ύφους), τη «γλώσσα και τους νεολογισμούς», τους απαραίτητους «αναχρονισμούς» (ώστε να διαφωτιστούν σύγχρονα της εποχής του Αριστοφάνη γεγονότα αλλά και να αποφευχθούν εύκολες, περιοριστικές και πεπερασμένες ταυτίσεις προσώπων-ηρώων του Αριστοφάνη με πρόσωπα της επικαιρότητας), τις «μετασχηματιστικές τεχνικές» (αφαιρέσεις, συμπυκνώσεις, παραλείψεις, προσθήκες αντικαταστάσεις), προκειμένου το θεατρικό γεγονός να συμμορφωθεί στους ηλικιακούς και τεχνικούς όρους της επιχειρούμενης παράστασης;

Το τρίτο μέρος του βιβλίου μάς εισάγει πλέον στην καθαρά «δημιουργική» διάσταση του εγχειρήματος, παρουσιάζοντας αρχικά στον (ακόμη και αμύητο μουσικά) αναγνώστη/καλλιτέχνη τη σημασία της μουσικής γενικά στο αρχαίο δράμα και μάλιστα στην αττική κωμωδία, τη λειτουργικότητα της μουσικής σε διαφορετικά σημεία των Ορνίθων, όπου αυτή «κομίζει, ως συμπληρωματικός και δευτερεύων κώδικας, τις δραματικές στίξεις που απαιτούν το κείμενο και η σκηνοθεσία» (σ. 87), τέλος, τις συγκεκριμένες μουσικές και ρυθμικές επιλογές που έγιναν σε όλα τα λυρικά μέρη των Ορνίθων (16 συνολικά μέρη, τιτλοδοτημένα ευφάνταστα), στα οποία συμπεριλαμβάνονται  οι (4) «μετα-μουσικές» επεμβάσεις και προσθήκες που κρίθηκαν απαραίτητες: «Πρόλογος – Εκεί που ζούνε τα πουλιά», το χορικό «Το χτίσιμο του τείχους», η μονωδία «Ornithomania» για τον Πατροκτόνο και η «Έξοδος».

Θα ακολουθήσει το αμιγώς  δημιουργικό μέρος, με το ΚΕΙΜΕΝΟ της Διασκευής να προτάσσεται και να ακολουθεί η προτεινόμενη πρωτότυπη ΜΟΥΣΙΚΗ, με τις πολλές παρτιτούρες της για πιάνο και φωνή, που συνέθεσε και στιχούργησε ο ένας εκ των δύο συγγραφέων της διασκευής, ο Βασίλης Πανόπουλος. Είναι χαρακτηριστικό (και πολύ επωφελές μαθησιακά και καλλιτεχνικά) ότι και το Κείμενο της Διασκευής εμπλουτίζεται από πολλές βιβλιογραφικές και ερμηνευτικές υποσημειώσεις, («προκειμένου να διαφωτιστούν, κατά το δυνατόν, οι αναγνώστες/ηθοποιοί σχετικά με ζητήματα πολιτισμικού, ιστορικού, λεξιλογικού, πραγματολογικού και θεατρολογικού ενδιαφέροντος», σ. 86), οι οποίες, σε συνδυασμό με το περιεκτικό περιεχόμενο του πρώτου μέρους, συμβάλλουν κατά πολύ στη συνολική κατανόηση τόσο των πρωτότυπων, υπο-κείμενων, Ορνίθων όσο και του διασκευασμένου υπερ-κειμένου τους.

Εάν το κωμικό σώμα του Αριστοφάνη είναι ένα πυκνό παλίμψηστο από πλήθος διαδεχόμενες και διασταυρούμενες (λογοτεχνικές, θεατρικές, πολιτικές, κοινωνικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, διαπροσωπικές) παραπομπές σε πλήθος προσώπων, πραγμάτων, εκφάνσεων της αρχαίας δημόσιας ζωής του 5ου π.Χ. αιώνα,[7] το κείμενο των Πανόπουλου-Τζονάκα είναι επίσης ένα αξιοθαύμαστο και πυκνό διακείμενο: οι δύο συγγραφείς (με την εκπαιδευτική, ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική μεγάλη εμπειρία τους) όχι μόνο εντοπίζουν και αναδεικνύουν διακειμενικές συσχετίσεις των Ορνίθων με άλλα έργα του συγγραφέα ή της αρχαιότητας, αλλά και –το σημαντικότερο– αφομοιώνουν απολύτως αρμονικά και εύστοχα στη διασκευή τους ένα πλήθος διακειμενικών παραπομπών, σε ένα πλήθος διαφορετικών εκφάνσεων του νεότερου λαϊκού και λόγιου (καλλιτεχνικού, καθημερινού, λογοτεχνικού λόγου): παροιμιακές φράσεις, στίχοι από δημοτικά τραγούδια («Της Άρτας το γιοφύρι», «Της Ζερβοπούλας», «Ο Ρόβας», «Ένας αϊτός»), ποιήματα (Διονύσιος Σολωμός, Κωστής Παλαμάς, Ζαχαρίας Παπαντωνίου), λαϊκά ή έντεχνα τραγούδια (Μάνος Χατζιδάκις, Μίκης Θεοδωράκης, Σταύρος Ξαρχάκος, Βασίλης Τσιτσάνης, Ζακ Ιακωβίδης, Θάνος Παπανικολάου, Μανώλης Χιώτης, Λεό Ραπίτης), φράσεις του Ευαγγελίου και της υμνογραφίας («υπέρ των κατοικούντων εν τη πόλει και τη ενορία ταύτη, υπέρ των Ολυμπίων θεών»), λογοτεχνικές και σινεφίλ παραπομπές («Ανεμοδαρμένα ύψη», «Πάνω, κάτω και πλαγίως», «Ένας προφήτης μα τι προφήτης»). Διαφορετικά από την περίπτωση του αρχαίου κειμένου (ή και πιστά μεταφρασμένου αρχαίου κειμένου) του Αριστοφάνη, όπου μεγάλο (έως πάρα πολύ μεγάλο) μέρος της πληροφορίας (και της σατιρικής κωμικότητας) χάνεται λόγω (οριστικής) μη-δυνατότητας συσχέτισης του αστείου με τον στόχο του, στην περίπτωση της διασκευής των Πανόπολου-Τζονάκα οι μετακειμενικές επεμβάσεις και οι κατ’ αναλογίαν συσχετίσεις είναι άμεσες, ευκρινείς και δραστικές, και στις περιπτώσεις που ο αναγνώστης μπορεί να δυσκολευτεί να εντοπίσει την ταυτότητα των παραθεμάτων, οι συγγραφείς τον βοηθούν με τις επεξηγηματικές υποσημειώσεις (οι οποίες, συν τοις άλλοις, ακονίζουν τη μνήμη αλλά και διευρύνουν την εγκυκλοπαίδεια τόσο των ανήλικων όσο και των ενήλικων δεκτών).

Μπορεί κανείς (εάν είναι ορκισμένος αριστοφανιστής) να διαβάσει μόνο το πρώτο, φιλολογικό-δραματολογικό μέρος· μπορεί (αν έχει τη μανία της μεταφραστικής ή διασκευαστικής ανα-δημιουργίας) να διαβάσει το κομμάτι περί διασκευής· αν είναι μουσικός ή μουσικολόγος να ασχοληθεί μόνο με το κομμάτι «Μετα-μουσικής» και τις παρτιτούρες· αν είναι καλλιτέχνης ή εκπαιδευτικός που αναζητά εσπευσμένα το επόμενο έργο, να διαβάσει μόνο το κομμάτι της καθαυτό «Διασκευής»· να χρησιμοποιήσει τη διασκευή ως έχει ή να την ανα-προσαρμόσει κατά το δοκούν και κατά το πρακτικά αναγκαίον· να χρησιμοποιήσει την προτεινόμενη μουσική ή να την αντικαταστήσει μόνο με τραγούδι, με άλλα όργανα ή άλλες παραλλαγές. Σίγουρα, το καλύτερο είναι να λάβει και να απολαύσει κανείς όλο το γενναιόδωρο αυτό «πακέτο», που θα κομίσει πολλά στον ίδιο ως αναγνώστη και ερασιτέχνη του Αριστοφάνη (και του θεάτρου γενικότερα) ή/και ως εξειδικευμένο μελετητή ή/και σκηνοθέτη ή/και δυνάμει καλλιτεχνικό συντελεστή μιας παράστασης των Ορνίθων. Ένα πολυεργαλείο για διαθέσιμους ψυχοπνευματικά «ανήλικους», όλων όμως των βιολογικών ηλικιών, δέκτες, που φωτίζει τον Αριστοφάνη και τους Όρνιθες, αλλάζοντας τον «φωτισμό» στο πνεύμα της κωμωδίας και όχι «αλλάζοντάς του τα φώτα», για να χρησιμοποιήσω το παράθεμα από το εισαγωγικό σημείωμα του Κώστα Γεωργουσόπουλου στο πρόγραμμα της Ειρήνης του ΚΘΒΕ (2005), που περιλαμβάνεται επίσης στο βιβλίο (σελ. 82).

Το motto που προτάσσεται στο εσώφυλλο του βιβλίου από τον «Ερυθρογράφο» Νίκο Καρούζο «… ενάντια στην παχυλή ρητορεία των πραγμάτων / ορνιθεύομαι όνειρα στ’ αβγά του Μέλλοντος» δίνει το ακριβές στίγμα και την προβολική δυναμική του βιβλίου, που μας αποδεικνύει ότι –για να χρησιμοποιήσω ένα άλλο παράθεμα από τον Καρούζο – ότι «στον ουρανό [της θεατρικής γραφής, τέχνης, εκπαίδευσης] οι δυνατότητες είναι μόνο συναρπαστικές.

 

[1] Βασίλης Πανόπουλος & Ζοζεφίνα Τζονάκα, Αριστοφάνη Πλούτος: Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές, Αρμός, Αθήνα 2018.

[2] Βασίλης Πανόπουλος & Ζοζεφίνα Τζονάκα, Αριστοφάνη Αχαρνείς: Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές, Αρμός, Αθήνα 2021.

[3] Βασίλης Πανόπουλος & Ζοζεφίνα Τζονάκα, Αριστοφάνη Όρνιθες: Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές, Αρμός, Αθήνα 2025.

[4] Καίτη Διαμαντάκου, Θεατρικές ιστορίες του Παππού Αριστοφάνη. Σκηνές πρόσληψης, Gutenberg, Αθήνα 2021, κεφ. 2 «Κάρολος Κουν, Αριστοφάνης και Καραγκιόζης. Από το Κολλέγιο Αθηνών στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου», σσ. 157-297.

[5] Gonda Van Steen, Venom in Verse: Aristophanes in modern Greece, Princeton University Press, Princeton 2000, σσ. 222-223.

[6] Γιάννης Σιδέρης, «Το Θέατρο. Στο Κολλέγιο Αθηνών – Όρνιθες του Αριστοφάνη», Μουσικά Χρονικά, τόμ. Δ΄, τχ. 5-6 (41-42),  Μάιος-Ιούνιος 1932, σσ. 165-166.

[7] Καίτη Διαμαντάκου, Στην αρχαία κωμική ενδοχώρα. Εισαγωγή στη σημειολογία του χώρου και του χρόνου στο θέατρο του Αριστοφάνη, Ινστιτούτο του Βιβλίου Α. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2007, σσ. 89-145.

 

(*) (*) Η Καίτη Διαμαντάκου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Ε.Κ.Π.Α.

 

Βασίλης Πανόπουλος & Ζοζεφίνα Τζονάκα, Αριστοφάνη Πλούτος: Θεατρική διασκευή για ανήλικους θεατές, Αρμός, Αθήνα

Προηγούμενο άρθροΠαν. Κερασίδης, “Σε μια ρωγμή των βεβαιοτήτων” (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροΤάσεις μιας πληθωρικής σεζόν – Παραστάσεις που συνεχίζουν (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ