Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Η παρακαταθήκη του Παμπλέκη μέσα από το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου (γράφει...

Η παρακαταθήκη του Παμπλέκη μέσα από το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου (γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος)

0
220

 

γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος

Το ιστορικό μυθιστόρημα, στην ιδεατή του μορφή, είναι ικανό να φωτίσει αθέατες πτυχές του παρελθόντος και να μετουσιώσει τα ιστορικά δρώμενα σε λογοτεχνική εμπειρία. Σε αυτό το απαιτητικό πεδίο κινείται η Ελένη Πριοβόλου με το πρόσφατο πόνημά της, «Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή» (εκδ. Καστανιώτη, 2024), αναλαμβάνοντας έναν διττό ρόλο: του Ιστορικού που ανασύρει από τη λήθη τη ξεχασμένη μορφή του Χριστόδουλου Παμπλέκη (1733-1793) και του κοινωνιολόγου που ανατέμνει τις παθογένειες μιας ολόκληρης εποχής, η οποία, αν και μακρινή, καθρεφτίζει ανησυχητικά το παρόν. Πραγματοποιώντας μια καταβύθιση στη ζοφερή αλλά και επιδραστική περίοδο του 18ου αιώνα, καλύπτοντας ένα σημαντικό κενό στην λογοτεχνική αποτύπωση του πρώιμου Νεοελληνικού Διαφωτισμού.
Κεντρικός άξονας της αφήγησης καθίσταται η τραγική και συνάμα ηρωική μορφή του Χριστόδουλου Ευσταθίου του Ακαρνάνος, γνωστότερου ως Παμπλέκη, ο οποίος αναδύεται μέσα από τις σελίδες ως το αρχέτυπο του διωκόμενου διανοητή. Η συγγραφέας συνθέτει ένα ψυχογράφημα που ισορροπεί ανάμεσα στην ιστορική τεκμηρίωση και την αναγκαία μυθοπλαστική ελευθερία, αποσκοπώντας στην τέρψη αλλά και στον αναστοχασμό. Ο Παμπλέκης δεν προσεγγίζεται απλώς ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά ως ο προπάτορας του διωκόμενου ελληνικού πνεύματος. Συνεπώς, η συγγραφέας δεν αφηγείται απλώς την ιστορία του, αλλά δανείζεται τη φωνή του, σχολιάζοντας το ήθος, τη θρησκευτικότητα και τις πολιτικές συνθήκες του 18ου αιώνα.
Το μυθιστόρημα εκκινεί με τη φράση: «Φίλτατε αναγνώστη, δεν θα αποκοτούσα να αφήσω απομνημονεύματα εάν δεν υπήρχε χρεία να καταρρίψω τις ψευδείς κατηγορίες των διωκτών μου…». Με τον τρόπο αυτό θεμελιώνεται η αφηγηματική στρατηγική της συγγραφέως, η οποία συνθέτει ένα ευέλικτο αφηγηματικό προσωπείο διττής υπόστασης. Έτσι, ο αφηγητής Παμπλέκης ελίσσεται ανάμεσα στο αυστηρό επιστολικό ύφος της απολογίας, όταν απευθύνεται άμεσα στους διώκτες του, θίγοντας ζητήματα θεωρητικά με λόγια γλώσσα· και στην εξομολογητική απλότητα της βιωματικής ανάκλησης, όταν μιλά με ευθύτητα για τις προσωπικές του εμπειρίες. Μέσω αυτής της διφυούς απομνημονευματικής φόρμας, το ιστορικό γίγνεσθαι φωτίζεται και «από μέσα», επιτρέποντας στον αναγνώστη να υπερβεί τον ρόλο του απλού παρατηρητή και να καταστεί κοινωνός των παθών του ήρωα.
Το μυθιστόρημα υπερβαίνει τα στενά όρια της ιστορικής βιογραφίας, καθώς η Πριοβόλου παρακολουθεί τη γένεση ενός διανοούμενου, δίχως να αγιοποιεί τον ήρωά της, αλλά αποκαλύπτοντας την τρωτότητά του, η οποία και τον καθιστά διαχρονικό σύμβολο του μοναχικού στοχαστή που μάχεται ενάντια στο ρεύμα της εποχής του. Το σωματικό τραύμα και η σκληρή απώλεια του πατέρα του, δεν λειτουργούν ως τροχοπέδες για τον ήρωα, αλλά ως καταλύτες για την εκρηκτική πνευματική του ανέλιξη. Η δυσμορφία του ήρωα, απότοκο της ευλογιάς, τον καθιστά παρία στα μάτια της δεισιδαίμονος κοινότητας, εξωθώντας τον σε αναγκαστική εσωστρέφεια. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, ωστόσο, και η απόρριψη του «φαίνεσθαι» οδηγεί στη γιγάντωση του «είναι», μετατρέποντας την ασχήμια σε κίνητρο για την καλλιέργεια του εσωτερικού του κόσμου μέσω της γνώσης.
Η διαδρομή του ήρωα δεν συνιστά απλώς ένα οδοιπορικό από την τραχύτητα της ορεινής ενδοχώρας και τα σκλαβοπάζαρα προς τα πνευματικά κέντρα της Βενετίας και της Βιέννης· αλλά σηματοδοτεί τη σταδιακή μετάβαση από το καθεστώς της φυσικής επιβίωσης στη σφαίρα της πεπαιδευμένης συνείδησης και στην αγωνιώδη διεκδίκηση της πνευματικής χειραφέτησης. Πέραν όμως της βιογραφικής εστίασης, το κείμενο φιλοτεχνεί μια εντυπωσιακή τοιχογραφία της κοινωνικής ανθρωπογεωγραφίας του 18ου αιώνα. Η συγγραφέας, αποφεύγοντας τη στείρα παράθεση ιστορικών σκηνών, διεισδύει στις συλλογικές νοοτροπίες, τις οικονομικές δομές και τον ασφυκτικό συντηρητισμό που δυνάστευε τον βίο των υπόδουλων. Μέσα από περιστατικά υψηλού συμβολισμού -όπως η απομυθοποίηση των μεταφυσικών φόβων μέσω της εμπειρικής παρατήρησης της φύσης- το κείμενο χαρτογραφεί το πέρασμα από την επικράτεια της Δεισιδαιμονίας στην εποχή του Ορθού Λόγου.
Διαμορφώνεται, έτσι, ένα δίπολο ανάμεσα στη Θεοκρατία και την ευρωπαϊκή διαφωτιστική σκέψη, το οποίο υπερβαίνει το ιστορικό πλαίσιο και ανάγεται σε πεδίο υπαρξιακής αναμέτρησης. Ο κεντρικός χαρακτήρας καλείται να εξεγερθεί ενάντια σε ένα διττό σκοτάδι: την εξωτερική τυραννία του κατακτητή και την εσωτερική δυνάστευση της θεοκρατικής αγκύλωσης. Η ελευθερία, συνεπώς, δεν προσλαμβάνεται ως δεδομένη κατάσταση, αλλά ως διαρκές διακύβευμα· ως μια συλλογική συνθήκη που απαιτεί ρήξη τόσο με τις ξένες εξουσιαστικές δυνάμεις όσο και με τις εγχώριες συντηρητικές δομές. Η στάση αυτή οδηγεί αναπόδραστα στην ιδεολογική σύγκρουση του φωτισμένου νου με τον καθεστωτικό σκοταδισμό και την εκκλησιαστική μισαλλοδοξία, η οποία κορυφώνεται με την πράξη της προδοσίας και τον αφορισμό του πρωταγωνιστή.
Η Πριοβόλου πραγματώνει μια δημιουργική σύζευξη ρεαλισμού και φιλοσοφικού στοχασμού. Η γραφή της, μολονότι βαθιά γειωμένη στην οδύνη της ανθρώπινης εμπειρίας, δεν εξαντλείται στην περιγραφή των παθών. Αντιθέτως, μεταχειρίζεται την ιστορική συγκυρία ως καμβά για να θέσει θεμελιώδη ερωτήματα περί δικαίου, γνώσης και πίστης. Η σύγκρουση του ατόμου με τους θεσμούς του σκοταδισμού αποδίδεται με τέτοια ένταση, ώστε να λειτουργεί ως διαχρονική αλληγορία για την πάλη του ανθρώπινου πνεύματος ενάντια σε κάθε μορφή ανελευθερίας. Παράλληλα, η γλωσσική αρχιτεκτονική του μυθιστορήματος υπερβαίνει τη συνήθη ομοιομορφία των ιστορικών αφηγήσεων, μέσω μιας λειτουργικής διχοτόμησης: από τη μια πλευρά, ο αφηγηματικός λόγος του ήρωα αντλεί από τη ζώσα λαϊκή δεξαμενή, βρίθοντας ιδιωματισμών και προφορικότητας· από την άλλη, η πνευματική του παρακαταθήκη εκφέρεται με τη λόγια αυστηρότητα των φιλοσοφικών πραγματειών. Με τον τρόπο αυτόν, οικοδομείται ένα γλωσσικό σύμπαν που γεφυρώνει το χάσμα με το μακρινό παρελθόν, χωρίς να θυσιάζει τη σύγχρονη αναγνωστική πρόσληψη στον βωμό της λογιοσύνης. Η επιλογή αυτή, ωστόσο, αποκτά και σαφές πολιτικό πρόσημο, καθώς η χρήση της δημώδους γλώσσας από τον Παμπλέκη δεν συνιστά απλώς υφολογική προτίμηση, αλλά επαναστατική πράξη ενάντια στην αρχαΐζουσα της εκκλησιαστικής και κοσμικής εξουσίας.
Εν κατακλείδι, το έργο διακρίνεται για την ιστορική του ακεραιότητα και την αποφυγή του διδακτισμού, λειτουργώντας ως μια σύγχρονη λογοτεχνική μετεγγραφή της «Ελληνικής Νομαρχίας», καθώς καταγράφει την αγωνιώδη πορεία προς την εθνική αυτογνωσία απαλλαγμένη από εθνικιστικές παρωπίδες. Σε πολιτικό επίπεδο, συνιστά μια σπουδή πάνω στη φύση της διακυβέρνησης. Μέσα από τον διάλογο του Παμπλέκη με τις ιδέες του Ρουσσώ και του Μοντεσκιέ, προβάλλεται το αίτημα για ένα νέο, ηθικό κοινωνικό συμβόλαιο, όπου η εξουσία θα λογοδοτεί στο δημόσιο συμφέρον και η δικαιοσύνη θα απορρέει από το φυσικό δίκαιο. Έτσι, το βιβλίο υπερβαίνει τα στεγανά της ιστορικής μυθιστορίας και μετεξελίσσεται σε στοχευμένη πολιτική παραβολή, ένα εργαλείο κριτικής που αποδεικνύει πως το πρόταγμα του Διαφωτισμού παραμένει, εν πολλοίς, αδικαίωτο. Υπό αυτό το πρίσμα, η βιογραφία του ήρωα ανάγεται σε μελέτη της συλλογικής ενηλικίωσης ενός έθνους, ενώ η λυσσαλέα αντίδραση του ιερατείου εναντίον του απογυμνώνει τον τρόμο της καθεστηκυίας τάξης απέναντι σε κάθε πυρήνα ελευθεροφροσύνης.

Ελένη Πριοβόλου, Βαθύ το σκοτάδι πριν την αυγή, εκδ. Καστανιώτη, 2024

Προηγούμενο άρθροΚρυμμένες αλήθειες. Γιατί κλείνουν τα βιβλιοπωλεία; (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΝα μη με κρατάει (της Βάσιας Τζανακάρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ