Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Να μη με κρατάει (της Βάσιας Τζανακάρη)

Να μη με κρατάει (της Βάσιας Τζανακάρη)

0
196

της Βάσιας Τζανακάρη

Κάθε φορά που πήγαινα να δω την Άννα έφευγα με μια υπόσχεση για μια ιστορία κι ένα κέρασμα στο χέρι.
Την πρώτη φορά που βρέθηκα στο σπίτι της, έχοντας προσφερθεί να τη βοηθήσω να ανεβάσει τα ψώνια από το σουπερμάρκετ, με κοίταξε και μου είπε πως είχα τα μάτια της Λενούλας, μιας φίλης της που αγαπήθηκε τρελά με έναν άλλον φίλο της, τον Νίκο, κι ότι θα μου έλεγε την ιστορία άλλη φορά, να μη με κρατάει. Όσο έπινα το νερό που μου είχε προσφέρει, κοίταζα από τη μπαλκονόπορτα του πέμπτου ορόφου τον ανοιχτό ουρανό πάνω από την πλατεία και σκέφτηκα ότι δεν θα με πείραζε να άκουγα τώρα την ιστορία καθώς θα χάζευα την Κυψέλη από ψηλά. Ωστόσο, ο τόνος της ήταν αποφασιστικός, έτσι της έδωσα το τηλέφωνο μου και της είπα ότι μπορούσε να μου τηλεφωνήσει αν χρειαζόταν οτιδήποτε. Καθώς έφευγα, το βλέμμα μου έπεσε στο κομό του διαδρόμου, ήταν γεμάτο κορνίζες με φωτογραφίες, η Άννα νέα τρώει ένα σταφύλι σε άσπρο μαύρο, η Άννα νέα, ασπρόμαυρη ξανά, με σχολική ποδιά ανάμεσα σε φίλες, η Άννα έγχρωμη νύφη με έναν άντρα στο πλευρό της, η Άννα με ένα μωρό στην αγκαλιά, μια νέα γυναίκα που έμοιαζε με την Άννα, η Άννα αρκετά μεγαλύτερη με ένα μωρό στην αγκαλιά. Από μια φοντανιέρα ανάμεσα στις κορνίζες έβγαλε και μου έδωσε ένα κέρασμα τυλιγμένο σε ασημόχαρτο.
Λίγο καιρό μετά την πέτυχα πάλι στο σουπερμάρκετ κι ανεβήκαμε παρέα ως τον πέμπτο, με τα ψώνια της. Μου ζήτησε να την περιμένω όσο τα έβαζε στη θέση τους με τρεμάμενα χέρια. Τα χέρια της ήταν λεπτά, με λεπτό δέρμα και λεπτά δαχτυλίδια, ολόκληρη μια ύπαρξη λεπτή κι εύθραυστη. Ενώ εγώ έπινα το νερό μου κι εκείνη στεκόταν μπροστά στην ανοιχτή πόρτα του ψυγείου με ρώτησε τι δουλειά έκανα και της είπα πως ήμουν δάσκαλος. Σε ποιο σχολείο, με ρώτησε, και της απάντησα, στη Φωκίωνος Νέγρη. Μου είπε πως εκεί στον εμφύλιο είχε τραυματιστεί η φίλη της η Ζωρζ και πως θα μου έλεγε την ιστορία της άλλη φορά, να μη με κρατάει. Για μια στιγμή σκέφτηκα να επιμείνω αλλά το ύφος της δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Στον διάδρομο ξανά, μπροστά από το προσωπικό της χρονολόγιο, με ένα κέρασμα στο χέρι. Αναρωτήθηκα αν τη βοηθούσε κάποιος άλλος με τα ψώνια της, ίσως κάποιος από το προσωπικό του σουπερμάρκετ. Δεν ήταν ότι αγόραζε πολλά πράγματα, απλώς φαινόταν πολύ αδύναμη, κι από ηλικία πάνω από ενενήντα.

Γύριζα από την πρόβα ένα βράδυ όταν τη συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας της. Δεν κρατούσε ψώνια. Φορούσε φούξια κραγιόν, που είχε βγει λίγο από τις γραμμές του. Τη χαιρέτησα διστακτικά. Μου είπε ότι είχε βγάλει τον εαυτό της για καφέ, για να θυμηθεί τα παλιά. Με ρώτησε αν πήγαινα στο Σελέκτ, της απάντησα πως όχι, δεν το προτιμούσα, δικαίως, σχολίασε, δεν είναι το ίδιο με παλιά. Κοίταξε την κιθάρα μου και είπε πώς έτσι πως με έκοβε, τα παλιά χρόνια θα σύχναζα στην Κουίντα. Μου είπε πως είχε να μου αφηγηθεί μια καταπληκτική ιστορία για ένα φιλικό της ζευγάρι, τη Βίκυ και τον Μίμη, αλλά να μη με κρατάει. Την καληνύχτισα και περίμενα στην είσοδο, με το πρόσωπο κολλημένο στα περίτεχνα κάγκελα της εξώπορτας, μέχρι να δω το ασανσέρ να φτάνει στον πέμπτο.

Δυο μέρες μετά τη συνάντησα ξανά, στο συνηθισμένο μας μέρος, το σουπερμάρκετ. Προσφέρθηκα να τη βοηθήσω, δέχτηκε, ξαφνικά ανησύχησα λίγο για εκείνη, που με είχε εμπιστευτεί από την πρώτη φορά τόσο εύκολα — αν ήταν ευκολόπιστη μπορεί να την πάθαινε από κανέναν επιτήδειο. Εκείνη όμως, σαν να διάβασε τη σκέψη μου, είπε ενώ τακτοποιούσε τα ψώνια της κι εγώ έπινα το νερό μου, ότι ήταν φυσιογνωμίστρια και καταλάβαινε πάντα τις προθέσεις των ανθρώπων. Ακόμη, τόνισε. Ακόμη και των ηθοποιών συνέχισε, λέγοντας πως κάποια στιγμή θα μου μιλούσε για τη φίλη της, την Έλλη, που ζούσε στην πλατεία Αγίου Γεωργίου, όμως άλλη φορά, να μη με κρατάει. Το κέρασμα στο ασημόχαρτο έμεινε δροσερό στο χέρι μου μέχρι να φτάσω σπίτι. Είχε χειμωνιάσει πια.
Κι ύστερα, λίγο πριν έρθει η άνοιξη, μας έκλεισαν μέσα. Ο εγκλεισμός με πείραξε. Έπαιξε ρόλο και που το διαμέρισμά μου ήταν πρώτου ορόφου, εσωτερικό, έβλεπε σε έναν ακάλυπτο. Καμιά φορά σκεφτόμουν τον ουρανό από τη μπαλκονόπορτα της Άννας. Μετάνιωνα που δεν είχα πάρει το τηλέφωνο της. Έβγαινα για περπάτημα και περνούσα από την πλατεία. Ανήμερα το Πάσχα, δεν κρατήθηκα, της χτύπησα το θυροτηλέφωνο. Δεν ήξερα το επίθετο, μάντεψα από το Α. Ανέβα πάνω, είπε. Έχω φτιάξει μπουτάκι αρνίσιο, είπε. Ανέβηκα. Δεν πήγαινε μπουκιά κάτω. Προσπάθησε να μου δώσει θάρρος, μου είπε ότι έπρεπε να πάρω τα πάνω μου, ότι ο εγκλεισμός δεν θα κρατούσε για πάντα. Ότι είχαμε ακόμη πολλά να δούμε και να κάνουμε, πολλές ιστορίες να ζήσουμε. Την αγκάλιασα πριν φύγω. Δεν έχω κέρασμα, είπε. Ο κόσμος έχει έρθει τα πάνω κάτω, είπε. Κάνε κουράγιο, είπε. Πάλι δεν πήρα το τηλέφωνό της.
Όταν η άνοιξη κόντευε στο τέλος της μας άφησαν ελεύθερους. Περπατούσα κάθε μέρα πολλές ώρες χωρίς προορισμό, πάνω κάτω την Πατησίων, πάνω κάτω τη Φωκίωνος. Παντού και πάντα, ένιωθα εκτός τόπου και χρόνου. Σε μια τέτοια βόλτα χτύπησε το τηλέφωνο. Σταθερό από Κυψέλη. Η Άννα, σίγουρα. Σήκωσα το τηλέφωνο γεμάτος προσμονή. Από γραφείο κηδειών, είπαν. Βρήκαν το τηλέφωνο μου σε ένα χαρτί στο σπίτι της Άννας, είπαν. Δεν είχε συγγενείς, είπαν, είχε χάσει κόρη κι εγγονή σε τροχαίο, μια υπάλληλος από το σουπερμάρκετ ανησύχησε που έκανε μέρες να φανεί, τη βρήκαν στο διαμέρισμά της, μόνο εγώ υπήρχα, το τηλέφωνό μου σε ένα χαρτί, η κηδεία θα γινόταν αμέσως, τι της ήμουν, θα ήθελα να βάλουν το όνομά μου στο κηδειόσημο;
Έμεινα ακίνητος κάτω από τον ήλιο, κόσμος περνούσε γύρω μου μουδιασμένος αλλά χαρούμενος μετά την απελευθέρωση και είπα, Ναι, γράψτε, ο φίλος της, Μάρκος.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ παρακαταθήκη του Παμπλέκη μέσα από το βιβλίο της Ελένης Πριοβόλου (γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος)
Επόμενο άρθροΑπό το blue της Μεσογείου στα blues της Βόρειας Θάλασσας (οπό τη Χρύσα Κοντογεωργοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ