Οικογενειακό τρίπτυχο (ανέκδοτα ποιήματα της Αθηνάς Βογιατζόγλου)

2
421
Φωτο: Κυριάκος Συλφιτζόγλου (λεπτομέρεια)

 

 

 

ΤΑ ΣΤΟΛΙΔΙΑ

 

Ξεκλείδωσα την πόρτα φορτωμένη σακούλες.

Τις πέταξα στο χωλ λες και θ’ ακύρωνα

τον πόνο στη μέση,

την ανάμνηση του βάρους.

Βρέθηκα σ’ ένα άγνωστο σαλόνι.

Δυο κόκκινα φτερά στόλιζαν το βάζο.

Στο πιάνο μια γιρλάντα ασημί.

Μύρισε Χριστούγεννα τόσο απότομα,

που η ανάσα μου κόπηκε.

Στα ογδόντα της δεν αφήνει να πεθάνουν

τα λουλούδια στη βεράντα,

τις γιορτές να ξεχαστούν.

Έχει χάσει τη λάμψη της

– την καλλονή που μας θάμπωνε –

αλλά όχι την ορμή.

Έκλεισε με τον χρόνο μια συμφωνία

αινιγματική.

Και προχωράει ανέγγιχτη,

με καλά κρυμμένες τις λαβωματιές

κάτω απ’ το κόκκινο παλτό,

στητά καμπουριασμένη,

όμορφη μετά την ομορφιά.

 

Η ΧΛΟΗ

 

«Τι κρίμα που δε θα ’μαι ποτέ πια ευτυχισμένη»,

μου είπες τότε που τη γάτα σου πενθούσες.

Πήραμε ένα κουνέλι ολόλευκο,

αλλά δεν έσβησε την πύρινη τροχιά της Χλόης

στο κενό·

έφαγε όλα τα καλώδια·

ήταν μια Χιονάτη χωρίς νάνους· ποτέ του

δεν κατάλαβε τίποτα.

Μόνο Εκείνη γνώριζε τα μυστικά.

Τους εφιάλτες σου τους είδατε μαζί.

Και οι χαρές σου διαπέρασαν τη γούνα της.

Είχε μια αλεπουδίσια ουρά,

που σε ταξίδευε στα δάση·

μια ησυχία στο πάτημα,

που έπνιγε όλες τις φωνές·

μια πίστη απόλυτη, γιατί ένιωθε

πόσο απεγνωσμένα τη χρειαζόσουν.

Στα δεκαοχτώ σου περιμάζεψες

ένα γατάκι κανελί.

Παρατηρώ,

αφουγκράζομαι,

μαντεύω.

Δεν το αφήνω να πάρει όλο το βάρος.

Καμιά φορά ονειρεύομαι τη Χλόη.

Βυθίζει μέσα μου το βλέμμα της,

με αναμετράει,

κι απομακρύνεται ανάλαφρη.

 

Ο ΟΓΔΟΟΣ ΟΡΟΦΟΣ

 

Διόροφο προσφυγικό με αυλή.

Γάτες, χελώνες, ένας φοίνικας,

εσπεριδοειδή και γλάστρες.

Σαλόνι με μωσαϊκό,

ταβάνι ανάγλυφο όπως στου Καρυωτάκη το Εμβατήριο,

μικρές βεράντες με λεπτοφτιαγμενα

κάγκελα,

απόγονοι και πρόγονοι ανάκατοι

μες στις κορνίζες και στη μνήμη του παλαιού

καθρέφτη.

Η ξύλινη ντουλάπα με τα ρούχα έτριζε σοφά,

κι είχε τον ρόλο του ηγεμόνα

ως και στις κεντητές της προγιαγιάς

κουρτίνες.

Τώρα, στο ρετιρέ του όγδοου,

βαριά πατάμε πάνω στην αλλοτινή

ζωή κι ανυψωνόμαστε.

Κάτω από το σαλόνι

ήτανε η αυλή.

Κάτω από την κουζίνα, της ντουλάπας

χτύπαγε η καρδιά.

Και το παρκέ μάταια διαγράφει,

με φαρδιές γραμμές,

του ακαλαίσθητου μωσαϊκού

την επικράτεια.

Πιανόμαστε άκρη άκρη από τα συννεφα.

Της λαμπερής δύσης τα ξεφτια ξετυλίγονται για μας.

Τ’ αστέρια πιο μεγάλα φαίνονται,

και στην πανσέληνο σχεδόν καθρεφτιζόμαστε.

Από τον θόλο τ’ ουρανού εξιλέωση

ζητάμε

γι’ αυτή την αντιπαροχή.

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here