γράφει η Αθηνά Δημητριάδου
Ως τίτλος Η εγγαστρίμυθη φάλαινα δεν αφήνει περιθώριo να εικάσεις περί τίνος πρόκειται. Ακόμη και ο υποψιασμένος αναγνώστης, που θα σπεύσει στα λεξικά ευελπιστώντας ότι θα βγάλει άκρη με τούτον τον ανοικονόμητο προσδιορισμό που «κοσμεί» το εξίσου απροσδόκητο ουσιαστικό, δεν πρόκειται να φωτιστεί με κάτι περισσότερο από την ερμηνεία που θα βρει εκεί: Εγγαστρίμυθος – ο κατ’ επάγγελμα διασκεδαστής, ο οποίος έχει την ικανότητα να χρησιμοποιεί τα φωνητικά του όργανα με τρόπο ώστε να δίνει την εντύπωση πως η φωνή πηγάζει από την κοιλιά του. Συνώνυμα: ο θαυματοποιός, ο σαλτιμπάγκος. Το πράγμα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο από τη στιγμή που ως επίθετο προσδιορίζει ένα υδρόβιο θηλαστικό τεραστίων διαστάσεων, μια φάλαινα, ένα κήτος. Το δε εξώφυλλο είναι μεν ασυζητητί πρωτότυπο – πέφτει αμέσως πάνω του το μάτι – το κακό όμως είναι ότι δεν συνεισφέρει στο ελάχιστο στην αποκρυπτογράφηση του τίτλου και κατ’ επέκτασιν του περιεχομένου.
Αν παρ’ όλα αυτά ο υποψήφιος, φιλοπερίεργος αναγνώστης αφήσει κατά μέρος τις απορίες και τις εικασίες και πιάσει να φυλλομετράει τούτο το μικρό βιβλίο, το οποίο απαρτίζεται από μία νουβέλα και έξι διηγήματα, είναι βέβαιο ότι και θα μειδιάσει και θα γελάσει, και θα ευφρανθεί από μια γλώσσα κεντημένη ψιλοβελονιά, και εν τέλει θα αιφνιδιαστεί, ενδεχομένως και θα συγκινηθεί από τις πράξεις και τα πάθη των ανθρώπων, τα τόσο μακρινά, κατά πώς τα θέλει ο συγγραφέας, τα τόσο κοντινά, όπως θα τα νιώσει ο αναγνώστης.
Τόπος της νουβέλας είναι ένα κάποιο χωριουδάκι κάπου στη Λατινική Αμερική, Ορίμπε με τ’ όνομα, με όλα τα χαρακτηριστικά μιας παρωχημένης πραγματικότητας. Την αφήγηση της ιστορίας του τόπου περιέργως δεν την αναλαμβάνει ένα πρόσωπο- όπως κατά κανόνα είθισται- αλλά δύο, οι δίδυμες αδελφές Έλμα και Γιολάντα Αβεγιάρδο, γέννημα θρέμμα του χωριού και πρωταγωνίστριες, μεταξύ άλλων, στην τοπική ιστορία. Θυγατέρες του πανδοχέα, μετέπειτα βιβλιοπώλη, μετέπειτα εκδότη, Χούλιο Αβεγιάρδο και της τραγουδίστριας Κλαούντια Αβεγιάρδο, το γένος Ριμπέριο, οι δίδυμες αφηγούνται την ιστορία τους, επιτροχάδην, όπως δηλώνουν, διότι εκκρεμεί η καταδίκη τους σε θάνατο – δι’ απαγχονισμού. Παρότι η όλη αφήγησή τους γίνεται υπό πίεση, ξεχειλίζει από λεπτομέρειες, ενίοτε σπαρταριστές, για τον βίο και την πολιτεία του Χούλιο Αβεγιάρδο, για το πώς ξεκίνησε, παλικαράκι με αδηφάγο φιλομάθεια για να εξελιχτεί σε πανδοχέα, να συνεχίσει ως βιβλιοπώλης και από εκεί ως εκδότης και να καταλήξει απένταρος εξαιτίας οικονομικών ανοιγμάτων που απέτυχαν παταγωδώς. Με φόντο αυτή την αφήγηση ο αναγνώστης βλέπει να περνάει μπροστά στα μάτια του αδιάπτωτο το φάσμα των αλλαγών, ανάλογο με αυτό των σύγχρονων κοινωνιών, και να εξαπλώνεται σιωπηλά, αθόρυβα, καταιγιστικά, όπως ακριβώς και σ’ εκείνο το απομονωμένο χωριουδάκι με τ’ όνομα Ορίμπε.
Φιλομαθής ο Χούλιο κατέφθασε στο Ορίμπε έχοντας στο σάκο του κάτι λίγα ρούχα και μερικά βιβλία. Το ογκωδέστερο, καμιά πεντακοσαριά σελίδες, με αμέτρητα σχέδια φαλαινών, είχε τον παράξενο τίτλο Η εγγαστρίμυθη φάλαινα. Χωρίς όνομα συγγραφέα ή συνοδευτικά κείμενα. Ήταν το πολυτιμότερο κειμήλιο της οικογένειας Αβεγιάρδο. Και ήταν αυτό που εμφανώς θα καθόριζε τις επιλογές και τις αποφάσεις του Χούλιο. Ο τίτλος του, ο όγκος του, το κύρος που αποκτά χάρη στην προβολή του από τον Χούλιο, αλλά και οι ερμηνείες της λέξης εγγαστρίμυθος προϊδεάζουν τον αναγνώστη για το τι θα επακολουθήσει.
Ιδού ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία της αφήγησης που υπαινίσσονται την εξέλιξη της ιστορίας: «Κανείς δεν γνωρίζει τι ώθησε τους νεόνυμφους να μετατρέψουν τον ισόγειο χώρο του (μοναδικού) πανδοχείου σε βιβλιοπωλείο». (Το δυσεξήγητο.) Πιο κάτω, «Το μοναδικό εστιατόριο του χωριού θα έσβηνε ύστερα από χρόνια συνεχούς λειτουργίας, για να γεμίσει ράφια με πανόδετους τόμους και φτηνές εκδόσεις τσέπης» (Η νεωτεριστική επιλογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον αβασάνιστη.) Θαρρείς και κάποιος κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, σαν να του ψιθυρίζει πως μέχρι και στο μικρό και γαλήνιο Ορίμπε οι άνθρωποι γίνονται αχόρταγοι, σκαρφίζονται τρόπους για να αποκτήσουν στα γρήγορα κύρος, εξουσία, χρήμα.(Το κοινωνικό σχόλιο.) Ως και η ταμπέλα του μαγαζιού μ’ εκείνο το «Κήτος» που ήταν γραμμένο, -λέξη ακατανόητη για τους ντόπιους που δεν είχαν δει θάλασσα, πόσο μάλλον φάλαινα, στα μάτια τους – ήταν δείγμα του μοναδικού, του μοντέρνου, του «κτήματος των ολίγων». Ένα είδος κράχτη.
Η συνέχεια αναμενόμενη: Αρχικά η έκρηξη ενδιαφέροντος, το θάμβος για το καινούργιο και το άγνωστο, μετά η ζήτηση αρχίζει να υποχωρεί, παρά τις αγωνιώδεις, ενίοτε τραγελαφικές προσπάθειες των ιδιοκτητών. Αλλά ήδη το ύφος της γειτονιάς, του μικρόκοσμου έχει πάρει ν’ αλλάζει. Ένα καινούργιο εστιατόριο, «Αδούλωτα νιάτα» με τ’ όνομα, έρχεται ασθμαίνοντας να καλύψει την έλλειψη ταβέρνας. Κάποια Μαριάντα Σαμουέλ ανοίγει καφενείο με χειροποίητα γλυκά. Ο Χούλιο Αβεγιάρδο από την πλευρά του δρομολογεί τις εκδόσεις Κήτος, θεσπίζει και το βραβείο Κήτος. Ουδείς ενοχλείται από το ότι οι καινούργιες εκδόσεις με εξώφυλλο τη φάλαινα, ενίοτε δεν ξεπερνούν σε έκταση τον τίτλο ενός μυθιστορήματος.
Η ζωή αλλάζει, οι ρυθμοί επιταχύνονται, τα δρώντα πρόσωπα αυξάνονται και πληθύνονται, καταφθάνουν και ξένοι που έλκονται από το άγνωστο, το παράδοξο και αναπόφευκτα δελεαστικό. «Μέσα σε διάστημα μιας δεκαετίας το χωριό μετατράπηκε σ’ έναν απ’ τους πλέον ποθητούς προορισμούς για ιδιόρρυθμους ανεξαρτήτως καταγωγής». Και ναι μεν οι ντόπιοι θα ήθελαν να διατηρήσουν πάση θυσία την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του τόπου τους, αλλά η ζωή φέρνει τα πράγματα αλλιώς. Η προσπάθεια να διατηρηθεί αυτή η ιδιαίτερη φυσιογνωμία οδηγεί τελικά προς την ολική μουσειοποίηση του Ορίμπε. Οι μνηστήρες καραδοκούν. Θα έχει επιπτώσεις στην καθημερινότητα του Ορίμπε ο θάνατος του Χούλιο Αβεγιάρδο; Κι αυτός ο ιδιόμορφος ένοικος που θα εγκατασταθεί επί εξάμηνο σε ένα από τα δωμάτια του πανδοχείου, «ο αστικής καταγωγής και επαρχιώτικης τραχύτητας» Άλφιο Γκουέρα, είναι όντως πελάτης; Ή μήπως δεν είναι; Τι ρόλο παίζει η Μάρθα Κιντέρο, ξεναγός, επιστάτρια τσίρκου, χρυσοθήρας και πλανόδια μουσικός – σε όλα πρώην – και ημιμόνιμη κάτοικος του Ορίμπε; Προς τι η τόση βιασύνη των δίδυμων αδελφών Αβεγιάρδο να αφηγηθούν την ιστορία τους; Να ΄ναι ο δι’ απαγχονισμού θάνατος που τις περιμένει εντός των ημερών μια νύξη της ραγδαίας επιτάχυνσης της καθημερινότητας; Και πώς συνδέεται τελικά με όλα αυτά εκείνο το παράξενο βιβλίο με τον ασύλληπτο τίτλο, Η εγγαστρίμυθη φάλαινα;
Είναι βέβαιο ότι η περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη – σε πλήρη εγρήγορση από τις πρώτες λίγες σελίδες – θα επαυξηθούν με τις αμέτρητες αναφορές και συγκρίσεις που αναπόφευκτα πυροδοτούνται, μεταξύ άλλων και από την σύγχρονη πραγματικότητα. Κι αυτές οι αναρίθμητες, εκ πρώτης όψεως φευγαλέες, ομοιότητες ή και διαφορές αρχίζουν σιγά – σιγά να κατακαθίζουν και να συνθέτουν μια πυκνή εικόνα της νυν εγγαστρίμυθης καθημερινότητάς μας. Γιατί μπορεί το Ορίμπε να είναι μικρό και αποκομμένο από τον κόσμο, μπορεί κάπου στο βάθος ν’ αρχίζει να αχνοφαίνεται το πλωτό νησί, με μια σειρά πανομοιότυπων κυβοειδών σπιτιών συμμετρικά τοποθετημένων σε επικλινές έδαφος, κανονικός συνοικισμός με καμιά διακοσαριά σπίτια, «όμως κανένα έμβιο ον δεν κυκλοφορούσε στο αργιλώδες έδαφος της παράξενης πολιτείας».
Ιδού λοιπόν τα απολύτως απαραίτητα για να έχει ο αναγνώστης μιαν ιδέα για τη νουβέλα. Μια μυρωδιά από τη διάχυτη μαγεία της, έτσι καθώς διεισδύει από το χτες στο σήμερα, σ’ ένα ταξίδι ανοίκειο μα συναρπαστικό, όπου ο καθένας μπορεί ελεύθερα να σκαρώνει τις δικές του εικόνες υπό την επήρεια των επιλογών ενός θαυματοποιού ή ενός σαλτιμπάγκου.
Η μεν η νουβέλα κινείται σε πλαίσιο αλληγορικό, εντέχνως και εν πολλοίς ανάλαφρο, πάντως για τα έξι διηγήματα που έπονται δεν ισχύει το ίδιο. Ψηφίδες ζωής σφηνωμένες στα όρια μιας αδιέξοδης καθημερινότητας φαντασιώνουν μια ανάσα φως, στιγμιότυπα πολλά και διάφορα ξεγλιστρούν – ή κάπως έτσι εκλαμβάνεται – από την ανία και τα όρια της πραγματικότητας, για να επιστρέψουν αργά ή γρήγορα στην πρότερη, άχρωμη κατάστασή τους. Ο πολίτης, άβουλος και απρόσωπος, ένας τυπικός Yes Man, έχει να αντιμετωπίσει μια εξουσία άτεγκτη και ισοπεδωτική, ανελέητη. Μια πολιτεία με τείχη. Με ανθρώπους οι οποίοι βαθιά μέσα τους έχουν αποδεχτεί πως το σοφότερο που έχουν να κάνουν είναι να μάθουν πώς να επιβιώνουν εντός των τειχών. Στο κάτω -κάτω έχουν εξασφαλισμένη την μετακίνησή τους με δημόσια μέσα μεταφοράς, την ενημέρωσή τους για τις καιρικές συνθήκες χάρη στο τακτικό δελτίο καιρού και πάνω απ’ όλα τη δουλίτσα τους. Και μια που αυτή η δουλίτσα γίνεται μηχανικά και δεν απαιτεί φαιά ουσία, έχουν απεριόριστα περιθώρια να γεμίζουν το κενό με ονειροφαντασίες ή και εφιάλτες.
Βέβαια μια φαντασία που δεν δεσμεύεται από τον χώρο και τον χρόνο έχει το ελεύθερο να καλπάσει ανεξέλεγκτη και να σμιλέψει με τόση μαεστρία τις συμπτώσεις, τα κοινά στοιχεία και τις ομοιότητες, ώστε να εδραιώσει την πεποίθηση πως όλα μπορούν να συμβούν. Πως δεν είναι δα εντελώς απίθανο το ερωτικό σμίξιμο ενός άντρα και μιας γυναίκας που έχουν πάνω- κάτω την ίδια ηλικία, την ίδια αίγλη, την ίδια σαρωτική ζωντάνια, κι ας είναι ο ένας στην Ανατολή κι ο άλλος στη Δύση. «Μετανάστιος έτρεχε δελφίς και βυθίη φάλλαινα», όπως μας παραδίδει ο Νόννος.
Κλείνοντας μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω μια τελευταία κουβέντα για τούτο το ευφάνταστο, απροσδόκητο και τόσο προσωπικό βιβλίο: ο «ανοικονόμητος», όπως τον χαρακτήρισα, επιθετικός προσδιορισμός του κήτους, που σε αφήνει να ψάχνεσαι κάμποσο, ώσπου να αντιληφθείς μερικές από τις σημασίες του, σου υποβάλλει ευφυέστατα εικόνες και εκδοχές που τις αναγνωρίζεις και τις γνωρίζεις. Γιατί από ένα Ορίμπε ξεκίνησε ο κόσμος μας και μια Απογραφή περιμένει στη γωνία.
Χρήστος Αστερίου, Η εγγαστρίμυθη φάλαινα, Πατάκης























