Σάββατο, 25 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε (γράφει ο Αντώνης Βαδόλας)

Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε (γράφει ο Αντώνης Βαδόλας)

0
25

γράφει ο Αντώνης Βαδόλας[i]

Αν σκεφτούμε την έννοια του «σπιτιού», μπορεί αυτή να συνδεθεί αρχικά με την εικόνα μιας κατοικίας: τοίχοι, παράθυρα, σκεπή και πόρτα, όπως θα τα απέδιδε ένα παιδί στο σχέδιό του. Το σπίτι όμως στα παιδικά σχέδια σπάνια στέκει μόνο του σαν κτίσμα. Αντίθετα, πλαισιώνεται από τα πρόσωπα της οικογένειας. Πρόκειται, με αυτή την έννοια, για ένα συμβολικό σπίτι. Κατ’ αναλογία, στην καθημερινή εμπειρία η λέξη «σπίτι» δεν παραπέμπει πρωτίστως σε ένα οικοδόμημα, αλλά ανασύρει ένα πλέγμα εμπειριών, νοημάτων, συναισθημάτων και σχέσεων που εκτυλίσσονται σε οικείους χώρους Μέσα από αυτό το πλέγμα γεννιέται μια βαθιά αίσθηση του ανήκειν, μια εμπειρία ριζώματος στον κόσμο που συνδέεται με την προσωπική ιστορία του καθενός. Το σπίτι μπορεί να ταυτίζεται με τη μυρωδιά ενός φαγητού που φέρνει μνήμες θαλπωρής, τη γνώριμη απαλότητα μιας κουβέρτας και τη χειρονομία φροντίδας αυτού που μας σκέπαζε, τον εφηβικό ενθουσιασμό με έναν τοίχο γεμάτο πόστερ αγαπημένων καλλιτεχνών. Μπορεί, όμως, να συνδέεται και με εμπειρίες έντασης ή ανησυχίας, όπως το σφίξιμο στην καρδιά ενός παιδιού που ακούει έναν καβγά στο διπλανό δωμάτιο.

Αυτή η εύθραυστη, αλλά θεμελιώδης σχεσιακή διάσταση του σπιτιού βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου του Γουίνικοτ Σπίτι είναι εκεί απ’  όπου ξεκινάμε. Το σπίτι εκλαμβάνεται ως το σημείο εκκίνησης της ζωής, της θέσης μας μέσα στην οικογένεια, της εγγραφής μας στο κοινωνικό πεδίο ως υποκείμενα. Ο Γουίνικοτ υπήρξε μια εμβληματική μορφή της βρετανικής ψυχανάλυσης και ένας από τους πιο δημιουργικούς αναμορφωτές της φροϊδικής παράδοσης. Ξεχωρίζει όχι μόνο για την πρωτοτυπία της θεωρητικής του συμβολής, αλλά και για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο μιλούσε και έγραφε για την ψυχανάλυση πέρα από θεσμικά στεγανά, με λόγο άμεσο, συχνά παιγνιώδη, απαλλαγμένο από επιτηδευμένη τεχνική ορολογία. Ένας λόγος που είναι, πάνω απ’ όλα, ανθρώπινος και ταυτόχρονα πυκνός και διορατικός.

Ο τίτλος είναι παραλλαγή ενός στίχου του T. S. Eliot από το ποίημα East Coker κι επιλέχθηκε από την Κλαιρ Γουίνικοτ, σύζυγο του Γουίνικοτ, η οποία, μετά το θάνατό του το 1971, βρήκε στίχους του ποιήματος ανάμεσα στις προσωπικές σημειώσεις του. Στις ίδιες σημειώσεις υπήρχε και μια προσευχή γραμμένη τον τελευταίο χρόνο της ζωής του: «Θεέ μου, είθε να είμαι ζωντανός όταν πεθάνω!» Μια ευχή που αποσταλάζει το ήθος του Γουίνικοτ ως ανθρώπου και ψυχαναλυτή: κάποιος που δεν έπαψε ποτέ να απαιτεί από τον εαυτό του να είναι παρών και να νιώθει πραγματικός στη ζωή. Έτσι κι η ζωντάνια του έργου του συνεχίζει να μας αγγίζει, σαν να εκπληρώνει εκείνη τη λιτή προσευχή του. Στο βιβλίο αυτό βρίσκουμε κείμενα που αφορούν κλινικά και θεωρητικά ζητήματα της συναισθηματικής ανάπτυξης, καθώς και θέματα σχετικά με την οικογένεια και την κοινωνική οργάνωση, όπως η παραβατικότητα ως σημάδι ελπίδας, η εφηβική ανωριμότητα ως αναγκαία και υγιές μέρος της ανάπτυξης, η κατάθλιψη ως εμπειρία με απαρτιωτική αξία, ο έλεγχος των γεννήσεων, η δημοκρατία, ο πόλεμος, ακόμα και το Τείχος του Βερολίνου.

Παρά την ετερογένεια των θεμάτων, τα κείμενα διατρέχει ένα συνεκτικό θεωρητικό νήμα, με κεντρικές έννοιες του Γουίνικοτ, όπως το διευκολυντικό περιβάλλον, ο μεταβατικός χώρος, η δημιουργικότητα, η διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς εαυτού. Δίνεται έτσι η ευκαιρία στον αναγνώστη να προσεγγίσει τη θεωρία του Γουίνικοτ σε μια περιεκτική και παράλληλα προσιτή μορφή, καθώς πολλά από τα κείμενα γράφτηκαν ως ομιλίες που απευθύνονταν σε ένα ευρύτερο κοινό. Η διάρθρωση του βιβλίου σε τρία μέρη αποτυπώνει μια διαδρομή που ξεκινά από την ατομική ψυχική ζωή στο πρώτο μέρος, επεκτείνεται στην οικογενειακή εμπειρία στο δεύτερο και καταλήγει στη συλλογική και κοινωνική της προέκταση στο τρίτο μέρος.

Στο πρώτο μέρος, «Υγεία και νόσος», ο Γουίνικοτ συνοψίζει βασικές θέσεις του για την ψυχική υγεία ως διαδικασία ωρίμανσης και απαρτίωσης. Στο κείμενο «Η έννοια ενός υγιούς ατόμου» ορίζει την υγεία όχι ως απουσία συμπτωμάτων, αλλά ως την ικανότητα του ανθρώπου να ζει ταυτόχρονα σε τρία αλληλένδετα πεδία: στον κόσμο των διαπροσωπικών σχέσεων, στη δική του εσωτερική ψυχική πραγματικότητα και στον ενδιάμεσο χώρο της πολιτισμικής εμπειρίας. Ο χώρος αυτός έχει τις ρίζες του στο παιχνίδι και αποτελεί το σημείο εκκίνησης για την ανάπτυξη της συμβολικής λειτουργίας και της δημιουργικότητας, οι οποίες αργότερα εκφράζονται μέσα από την τέχνη, την επιστήμη και τη θρησκεία.

Το δεύτερο μέρος, «Η οικογένεια», συγκεντρώνει κείμενα που πραγματεύονται το ρόλο της μητέρας και της οικογένειας, τη διαδικασία της μάθησης και τις ιδιαιτερότητες της εφηβείας. Ο Γουίνικοτ τονίζει ότι το διευκολυντικό περιβάλλον δεν χρειάζεται μηχανική τελειότητα, αλλά να είναι ‘αρκετά καλό’. Στο κείμενο «Το παιδί στην οικογενειακή ομάδα» το παιδί μαθαίνει να διαχειρίζεται δεσμούς πίστης και απιστίες στην οικογένεια, ενώ σταδιακά διαμορφώνει σταδιακά μια διακριτή αίσθηση εαυτού. Ο Γουίνικοτ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι πιο επιθετικές λέξεις σε κάθε γλώσσα είναι το «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ».  Η επιθετικότητα εδώ δεν νοείται ως καταστροφική δύναμη, αλλά ως στοιχείο που επιτρέπει στο παιδί να διεκδικεί τη θέση του μέσα στις σχέσεις και να μπορεί να διαφοροποιηθεί δίχως να χάσει τη συμμετοχή του στην οικογένεια.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, «Στοχασμοί για την Κοινωνία», ο Γουίνικοτ επιχειρεί να συνδέσει την ατομική συναισθηματική ανάπτυξη με ευρύτερα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, όπως ο φεμινισμός, σημειώνοντας ότι οι σχέσεις ανδρών και γυναικών διαμορφώνονται από την αρχική εξάρτηση όλων από μια γυναίκα, τη μητέρα, και από αμοιβαίες ταυτίσεις και φθόνο μεταξύ των φύλων. Σε ό,τι αφορά τη δημοκρατία, υποστηρίζει ότι προϋποθέτει έναν εγγενή ‘δημοκρατικό παράγοντα’ που αναπτύσσεται μέσα από τη λειτουργία του συνηθισμένου καλού σπιτιού και την αφοσίωση της συνηθισμένης καλής μητέρας. Στο ίδιο πνεύμα, γράφει πως η μοναρχία δημιουργεί μια αίσθηση σταθερότητας στην κοινωνία, καθώς η εμπειρία της λειτουργεί σε έναν ενδιάμεσο χώρο, όπου ο μονάρχης είναι ταυτόχρονα πραγματικό πρόσωπο και φαντασιακή μορφή – «το όνειρο του καθενός» (σελ. 315). Για τον πόλεμο θα πει ότι ανάλογα με το επίπεδο ψυχικής ωριμότητας, δεν κινητοποιεί όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Για παράδειγμα, άτομα με αντικοινωνικά ή παρανοϊκά στοιχεία, αισθάνονται λιγότερο απειλούμενα στην πραγματικότητα του πολέμου και τη διωκτική απειλή. Η βασική θέση των στοχασμών του Γουίνικοτ είναι ότι: «ως προς την υγεία της η κοινωνία εξαρτάται από την υγεία των μελών της» (σελ. 45). Συνεπώς, η συνθήκη της «αρκετά καλής μητρότητας» είναι δομική.

Είναι εύλογο να διατυπωθούν επιφυλάξεις για ορισμένες θέσεις του Γουίνικοτ στο τρίτο μέρος. Η έμφαση στην πρωταρχική σχέση μπορεί να εκληφθεί ως απλουστευτική, ιδίως εάν ολισθήσει σε κριτήριο κοινωνικής ή πολιτικής ωριμότητας. Ωστόσο, ο Γουίνικοτ δεν ηθικολογεί ούτε αναγορεύει την «αρκετά καλή μητρότητα» σε κανονιστικό ιδεώδες. Η ίδια η έννοια του αρκετά καλού αντίκειται στην τελειότητα και στην επιβολή προτύπων. Τον ενδιαφέρει η πρωταρχική σχέση στον βαθμό που εγκαθιδρύει τη συνέχεια-του-είναι, πάνω στην οποία μπορεί να στηριχθεί η υποκειμενικότητα, να εδραιωθεί το «Εγώ Είμαι», δηλαδή η δυνατότητα του υποκειμένου να νιώθει πραγματικό και να ζει δημιουργικά. Από μια τέτοια βάση απορρέει η δυνατότητα για ευθύνη, πολιτισμική εμπειρία και δημοκρατική συνείδηση. Η σύνδεση κλινικού, οικογενειακού και κοινωνικού πεδίου είναι δομική, όχι κανονιστική. Όταν το κράτημα αποτυγχάνει η ζωή οργανώνεται γύρω από άμυνες κι ο εαυτός στρέφεται κυρίως στην αυτοπροστασία, με τίμημα τον αυθορμητισμό και την εσωτερική ζωντάνια. Η ψυχική υγεία ξεκινά σε σχέσεις, σε περιβάλλοντα που «κρατούν», σε σπίτια όπου το υποκείμενο μπορεί πρώτα να είναι και κατόπιν να πράττει.

Ο Γουίνικοτ δεν ρωτά μόνο γιατί υποφέρει το άτομο. Στρέφει την προσοχή και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτό ζει και αναπτύσσεται. Το ενδιαφέρον του μετατοπίζεται έτσι από την αποκλειστική εστίαση στο ενδοψυχικό πεδίο προς τη διερεύνηση των περιβαλλοντικών συνθηκών που καθιστούν δυνατή ή δυσχεραίνουν την ψυχική ωρίμανση. Από αυτή την οπτική προκύπτει και ένα ευρύτερο ερώτημα: μπορεί η κοινωνία να λειτουργήσει ως διευκολυντικό περιβάλλον, ως ένα σπίτι για το υποκείμενο;

Η διάκριση ανάμεσα σε μια δημιουργική ζωή και μια ζωή συμμόρφωσης μοιάζει σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ, σε έναν κόσμο όπου η αυτοματοποίηση ευνοεί τον ψευδή εαυτό εις βάρος της ζωντάνιας του αληθούς και όπου η τεχνολογία εισχωρεί ολοένα περισσότερο στα πεδία της ανθρώπινης δημιουργικής έκφρασης. Για παράδειγμα, η τεχνητή νοημοσύνη μεταφέρεται στις τέχνες και μπορεί πλέον να συνθέτει μουσική, να παράγει εικόνες ή να επεξεργάζεται σεναριακά αφηγήματα με εντυπωσιακή ταχύτητα και αποτελεσματικότητα. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά απλώς το τι παράγεται, αλλά από πού παράγεται. Στο «Ζώντας Δημιουργικά» ο Γουίνικοτ διατυπώνει μια από τις πιο κεντρικές του θέσεις: «η δημιουργικότητα είναι το πράττειν που αναδύεται από το είναι. Υποδηλώνει ότι αυτός που είναι, είναι ζωντανός» (σελ. 46.) Δηλαδή η εμπειρία του είναι προηγείται του πράττειν κι αυτό θα είναι πάντα το πρόβλημα με την τεχνολογία: μπορεί να παράγει, να συνθέτει, να μιμείται δημιουργικές πράξεις, όμως η ανθρώπινη δημιουργικότητα συνδέεται με την εμπειρία του να υπάρχει κανείς μέσα σε αυτό που κάνει. Η παραγωγή μέσω αλγοριθμικών διαδικασιών, όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, δεν συνοδεύεται από αυτή τη διάσταση του βιωμένου είναι. Και μόνο μέσα σε ένα ‘αρκετά καλό’ σπίτι μπορεί κάποιος να ξεκινήσει να είναι και από αυτό το «είναι» να αναδυθεί το δημιουργικό ζην. Το ζήτημα, επομένως, δεν τίθεται ως τεχνικό ή αισθητικό, αλλά ως υπαρξιακό και αναπτυξιακό.

Η ψυχική ζωή ξεκινά μέσα σε ένα «σπίτι» – όχι απόλυτα με την υλική έννοια, αλλά ως ένα σχεσιακό και αναπτυξιακό πλαίσιο, καθώς και ως ένα γλωσσικό πεδίο νοημάτων. Το «σπίτι» έχει τα θεμέλιά του σε αυτό που ο Γουίνικοτ ονόμασε διευκολυντικό περιβάλλον: την πρώτη συνθήκη φροντίδας, κρατήματος και ψυχικής απαρτίωσης, όπου θα αναδυθεί στη συνέχεια το υποκείμενο. Υπό αυτή την έννοια, η μητέρα μπορούμε να πούμε ότι είναι ο τόπος φιλοξενίας του είναι, το πρώτο κάλεσμα προς την ύπαρξη. Εκεί όπου το βρέφος ήδη εγγράφεται σε ένα πεδίο σχέσης και νοημάτων. Χωρίς αυτή την πρωταρχική φιλοξενία, την εμπειρία αυτού του πρώτου «σπιτιού», δεν εγκαθιδρύεται η βασική εμπιστοσύνη ότι ο κόσμος μπορεί να κατοικηθεί. Έτσι η σχέση με την πραγματικότητα παραμένει εύθραυστη, προσανατολισμένη κυρίως στην άμυνα και όχι στη δυνατότητα μιας δημιουργικής συμμετοχής στη ζωή.

[i] Ο Αντώνης Βαδόλας είναι ψυχολόγος και ψυχαναλυτής, μέλος του Ε. Ψ. Χ. Ντ. Γ. Γ., και συγγραφέας του βιβλίου Perversions of Fascism, Karnac 2009.

 

D. W. Winnicott, Σπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε, Μετάφραση: Νεκτάριος Κουλός, Άννα Μιχέλη, Μαρία Μπούρη, Κασσιανή Πολίτου, Νίκος Ρωμανάκης, Νεφέλη Ταμπάκη, Θανάσης Χατζόπουλος, Επιμέλεια, επίμετρο: Θανάσης Χατζόπουλος, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2025

 

Προηγούμενο άρθροΠώς ένα σημερινό βιβλίο προκαλεί παρωπίδες 100ετηρίδων για την ψυχική  νόσο και την αναπηρία (της Χριστίνας Λιναρδάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ