Αννίτα Παναρέτου (*)
Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κοριτσάκι. Είχε γεννηθεί στο τέλος της δεκαετίας του 1950.
Μεγάλωσε με όλα τα καλά και τα κακά των παιδιών της αστικής τάξης.
Μεγάλωσε κι άλλο, με όλα τα καλά και τα κακά των νέων της ηλικίας της και τελικά παντρεύτηκε, με όλα τα καλά και τα κακά του γάμου και έκανε δικά της παιδιά, με όλα τα καλά της μητρότητας.
Ήταν υγιής, αισιόδοξη, επαρκής, δηλαδή μια χαρά άνθρωπος σε γενικές γραμμές.
Ως το 2021. Εκείνη τη χρονιά, στις 3 Μαρτίου, έκανε ένα εμβόλιο που το έλεγαν AstraZeneca και τις 22 Μαρτίου 2021 κάθισε και έγραψε στην AstraZeneca, περιγράφοντας το χάλι της -πρώτη φορά είχε τέτοιο χάλι στη ζωή της. Της έστειλαν ένα εκτεταμένο ερωτηματολόγιο που το συμπλήρωσε και το έστειλε πίσω. Της έδωσαν επίσης και έναν αριθμό, με τον οποίο καταχωρίσθηκε στα αρχεία της AstraZeneca. Έγραψε και στον ΕΟΦ. Της έδωσαν και κίτρινη κάρτα, μάλλον για το φάουλ που έκανε, έχοντας παρενέργειες. Και μετά, τίποτα. Φακελώθηκε και πέραν αυτού ουδέν.
Στις 21 Μαΐου (2021 και πάλι) έκανε κι άλλο εμβόλιο -αυτό το έλεγαν Pfizer. Και στις 29 Μαΐου ήρθε η ζωή της τούμπα -κατά το κοινώς λεγόμενο.
Σάββατο 29 Μαΐου. Μια ζάλη.
Kυριακή, 30 Μαϊου. Ξανά ζάλη. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν να μετρήσει την πίεσή της, όπως κάνουν όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι στην ηλικία της.
Τη «μεγάλη» πίεση την λένε επιστημονικά συστολική. Αντιστοίχως τη «μικρή» τη λένε διαστολική, αν και διά της λογικής των αδαών θα έπρεπε να είναι το ανάποδο.
Η συστολική της λοιπόν ήταν 7.
-Εντάξει, αποφάνθηκε. Το απόγευμα θα έχει ανέβει.
Το απόγευμα δεν ζαλιζόταν. Βαριόταν να τη μετρήσει. Το έκανε για να φανεί συνεπής στον εαυτό της. Τη μέτρησε. Η συστολική ήταν 20.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολόγησε. Κάτι συμβαίνει με το μηχάνημα.
Ξαναμέτρησε. Πάλι 20. Η επόμενη πενταετία είχε μόλις ξεκινήσει.
(Η αφήγηση από εδώ και κάτω υιοθετεί το πρώτο ενικό. Μάλλον για να γίνει δραματικότερη, τόσο για τη γράφουσα, όσο και για τους δυνητικούς αναγνώστες αυτού του κειμένου. Έχουμε και λέμε, λοιπόν.)
Μετά την 28η Μαΐου πέρασαν εβδομάδες. Το αδόκητο εξακολουθούσε.
Στις 17 Ιουλίου, σχεδόν άπελπις, μονολογούσα «δεν πάει άλλο» (και κάποιος γελούσε από ψηλά).
Κατέφυγα στο απέναντι νοσοκομείο. «Ξέρετε, αυτό ξεκίνησε μία εβδομάδα μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου», λέω δειλά. Με κοιτάζουν με συγκατάβαση. Εξετάσεις. Όλα καλά. Αυξομείωση της συστολικής. Παρ΄όλα αυτά, όλα καλά.
Καλοκαίρι. Κύθηρα. Ο εαυτός μου. Χωρίς ζάλη, χωρίς εξάντληση. Χωρίς καν να μετρήσω την πίεση -αφού ένιωθα καλά.
Σεπτέμβριος. Αθήνα. Σταδιακά ξαναρχίζει. Σταδιακά τα ίδια και χειρότερα. Νοέμβριος. Πάλι στο απέναντι νοσοκομείο. Πάλι εξετάσεις, Πάλι όλα καλά. Πάλι και πάντα η αυξομείωση της συστολικής. Όρθια, μέτρηση. Καθισμένη, μέτρηση. Ύπτια, μέτρηση. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω κι εγώ και η πίεση.
-Απαραίτητη η «εκπαίδευση», μου λένε: πρέπει να μάθω να σηκώνομαι αργά.
-Από κει και πέρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Είναι θέμα αυτονομίας.
Αυτονομία είναι η συντομότερη ονομασία του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Άρα έχω πρόβλημα στο αυτόνομο νευρικό σύστημα;
Αξιότιμοι κυρίες/κύριοι
Επανέρχομαι ύστερα από 2 και πλέον χρόνια, καθώς η ζωή μου έχει αλλάξει δραματικά από τις 28 Μαΐου 2021.
Δεν είμαι -όπως εξάλλου αποδεικνύεται και στην πράξη- κατά των εμβολίων ούτε θέλω να τα δαιμονοποιώ. Μου είναι όμως αδύνατο να μη τα συσχετίσω με τα όσα μου συμβαίνουν…
Μπορείτε, πέραν αυτών που σας γράφω εδώ, να δείτε το ιστορικό μου στο προηγούμενο μέιλ μου (22.3.2021).
Θα ήθελα την άποψή σας, καθώς και πιθανές προτάσεις σας που θα με βοηθούσαν να καταλάβω σε τι οφείλεται αυτή η ανατροπή της ζωής μου…
Αυτά έγραψα εν πολλοίς στην AstraZeneca, Ιούνιο του 2023. Ξαναστέλνουν το ίδιο ερωτηματολόγιο. Πάλι σιωπή.
Αποφασίζω να τους μηνύσω. Διαβάζω ότι κι ένας Γερμανός ταλαιπωρείται επί δύο χρόνια όπως εγώ. Τον βρίσκω στο facebook. Του γράφω. Κι αυτός σιωπή. Καμιά απάντηση. Μακάρι να συνήλθε και να αποφάσισε απλώς να συνεχίσει τη ζωή του, ευτυχής που τη συνεχίζει και ας πάει να κουρεύεται η AstraZeneca. Ο θυμός του εξατμίστηκε. Όπως και ο δικός μου εξάλλου, κάθε φορά που αισθάνομαι καλύτερα.
Ιούλιος 2022. Η Δεινοκράτους άδεια. Ζέστη. Περπατάω και νιώθω σαν να βρίσκομαι στα τελευταία μέτρα του Μαραθώνιου. Τα πόδια μου με πάνε μόνα τους, αλλά κοντεύω να πέσω κάτω. Κάθομαι στο πεζούλι της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Σηκώνομαι ξανά, θέλω να φτάσω σπίτι. Ξανακάθομαι εκεί που αρχίζει το πεζούλι του Ναυτικού Νοσοκομείου. (Μήπως να μπω μέσα να ζητήσω βοήθεια…) Πάλι όρθια και κάθομαι εκεί που τελειώνει το πεζούλι του Ναυτικού Νοσοκομείου. Μετά δεν έχει άλλα πεζούλια. Βλέπω τον γυμνό χώρο πίσω από την πρεσβεία και αναρωτιέμαι πώς θα διανύσω όλη αυτή την απόσταση. Τη διανύω. Απέναντι από την Αθηναϊκή Κλινική κάθομαι σ΄ένα παγκάκι. Λίγο κουράγιο ακόμη. Μου φαίνεται όμως ότι το σπίτι μου όσο πάει απομακρύνεται. Πλησιάζω πάντως. Η καρδιά μου χτυπά σαν τρελή. Δεν μπαίνω στο σπίτι, αλλά σε παρακείμενο διαγνωστικό κέντρο.
Σωριάζομαι σε ένα καναπέ. Σπεύδουν. Μου δίνουν νερό. Κάνει ωραία δροσιά. Τους λέω ότι χρειάζομαι άμεσα τρίπλεξ καρδιάς. Όσο περιμένω συνέρχομαι.
Μπαίνω στο εξεταστήριο. Ξαπλώνω σ΄ένα ανακουφιστικό ημίφως. Ύστερα ο γιατρός μου λέει ότι πρέπει να πάω σε νοσοκομείο άμεσα. Γυρίζω τελικά στο σπίτι. Με πηγαίνουν στο νοσοκομείο. Μένω 2 μέρες.
-Δεν έχετε τίποτα.
Διαταραχή του αυτόνομου νευρικού συστήματος.
Δυο μέρες τώρα είμαι καλά. Αντιλαμβάνομαι τι θα πει ανάσταση.
Είμαι ο εαυτός μου ξανά. Λες;
Όχι, δεν λέω.
Κάθε θαύμα τρεις ημέρες. Σ΄εμένα ούτε καν τρεις.
2022 Αύγουστος. Κύθηρα. Χαμένο καλοκαίρι. Η πρό(σ)κληση της θάλασσας θα μείνει χωρίς ανταπόκριση.
Όλα απέναντί μου ανεπίδοτα. Κι εγώ ανεπίδοτη απέναντι σε όλα.
Κουράστηκα με τη μετάπτωση από την αισιοδοξία στην αποκαρδίωση.
Παρά τη συμπαράσταση, αισθάνομαι μόνη,. Ξέρω ότι κανείς δεν μπορεί να καταλάβει παρά μόνο αν με παρακολουθήσει επί μια ημέρα, να δει πώς είναι η καθημερινότητά μου. Η αναπηρία, η ζάλη, η λιποθυμική τάση, η εξάντληση, η νοητική ομίχλη που προσπαθώ να διαρρήξω. Τι ήθελα να πω, τι ήθελα να κάνω, τι διάβασα πριν από ένα λεπτό, τι μου είπαν πριν πέντε λεπτά. Ποιος είναι ο κωδικός του μέιλ μου.
2023 Άνοιξη. Προσπαθώ να φτάσω στο φαρμακείο, να αισθανθώ λιγότερο άχρηστη.
(Διαπιστώνω πως νοσταλγώ τον εγκλεισμό του κορονοϊού, με τις εξωτερικές υποχρεώσεις άρα και τις εξωτερικές δουλειές να έχουν σταματήσει, μέχρι να περάσει το κακό. Επομένως οι εξωτερικές δουλειές, ΜΠΟΡΟΥΝ να περιμένουν, γιατί δεν το καταλαβαίνουμε αυτό κάτω από κανονικές συνθήκες; Στάθηκα τυχερή τότε: τη χειρότερη χαμαλοδουλειά σε δημόσια υπηρεσία την πέρασα ξώφαλτσα και κατ΄οίκον. Χωρίς να ξεμυτίσω και χωρίς να μπω στον πειρασμό να ουρλιάξω ή να χειροδικήσω. Γαλήνη… Τώρα δεν είμαι πια τυχερή.)
Δεν βλέπω παρά μόνο σχήματα. Σε όλο το οπτικό μου πεδίο είναι απλωμένη μια γάζα, ο ήλιος με τυφλώνει αν και τον έχω πίσω μου. Κάποιος πλησιάζει από απέναντι.
-Καλημέρα σας! ακούω. Αφιερώνω μερικά δευτερόλεπτα στην προσπάθεια αναγνώρισης του προσώπου. Είμαστε σχεδόν αντικριστά. Τη διακρίνω επιτέλους. Είναι η ταχυδρόμος.
Ιούνιος 2023. Στο πληκτρολόγιο γράφω αλαμπουρνέζικα. Προσπαθώ να γράψω σωστά, επιβραδύνω για να γράψω σωστά και πάλι αλαμπουρνέζικα βγαίνουν.
Δεν μπορώ να διανύσω πάνω από μερικά βήματα. Λαχανιάζω. Τα σκαλιά των πολυκατοικιών δε μια ακτίνα 150 μέτρων με έχουν μάθει καλά. Κι εγώ έχω μάθει καλά ποια είναι κατά κανόνα καθαρά, και τα προτιμώ. Κάθομαι κάθε τόσο να ξαποστάσω.
Δυο φορές δεν πρόλαβα να σωριαστώ κάπου, κι έπεσα κάτω. Σ΄ένα κατάστημα η πρώτη. Στον δρόμο, ανάμεσα σε δυο σταθμευμένα αυτοκίνητα η δεύτερη (-μην κυκλοφορείτε ασυνόδευτη, προειδοποιούν, ομονοώντας άπαντες σε ό,τι μου συμβαίνει).
Ανακάλυψα πάντως ένα ανακουφιστικό κόλπο και δίνω συγχαρητήρια στον εαυτό μου: όποτε είμαι έτοιμη να καταρρεύσω, κάθομαι βαθύ κάθισμα.
Όταν το κάνω αυτό τραβώ την προσοχή, ιδίως όταν πιάνομαι από τα κάγκελα του Αβραμόπουλου. Κόσμος με πλησιάζει, ρωτούν αν είμαι καλά, αν θέλω νερό, αν χρειάζεται να ειδοποιήσουν κάποιον δικό μου, αν πρέπει να καλέσουν το ΕΚΑΒ. Προσπαθώ να μιλήσω και απλώς λέω ξεψυχισμένα και καθυσυχαστικά «έχω υπόταση». Μου φέρνουν νερό, με βοηθούν να σηκωθώ. Δεν γίναμε όλοι γάιδαροι, αποφαίνομαι με χαρά. Ας είναι καλά οι άνθρωποι.
Μερικές φορές θυμάμαι τον Ύψιστο. «Θεέ μου, πάρε με, πάρε με. Δεν αντέχεται άλλο αυτό το μαρτύριο».
«Εν πλήρει επιγνώσει το ζητάω», συμπληρώνω. Δηλαδή ίσως όχι και τόσο πλήρη (επειδή κοιτάζω γύρω μου κι ο κόσμος είναι όμορφος).
Να είσαι οργανικά μια χαρά και να είσαι ανάπηρος. Ασφαλώς καλύτερα παρά να είσαι χάλια και ανάπηρος. Αλλά κι αυτό το μυστηριώδες βασανιστήριο, το άλυτο…
Αύγουστος 2023 Κύθηρα. Χαμένο καλοκαίρι -άλλο ένα χαμένο καλοκαίρι. Δεν μπορώ να πάω στη θάλασσα. Την βλέπω από μακριά. Αυτό δεν σημαίνει ότι τη λαχταρώ κιόλας. Έτσι που είμαι ούτε θάλασσα θέλω ούτε τίποτα.
Σκοτοδίνη. Δυο λεπτά αργότερα συνέρχομαι. Ωραία είναι στο πάτωμα, δροσερά. Μπερδεύω όμως τον χώρο. Πώς έγινε έτσι αυτό το δωμάτιο; Δεν το θυμάμαι έτσι. Μερικά λεπτά αργότερα το δωμάτιο έχει ανακτήσει τη γνωστή του εικόνα.
Ο κόσμος ξαναπαίρνει μπρος. Όχι δηλαδή πως σταμάτησε ποτέ, απλώς έκανε μια στάση για χάρη μου. Οι άνθρωποι μέσα στον κόσμο συνεχίζουν αυτά που κάνουν. Εγώ δεν μετέχω. Βρίσκομαι εκτός. Όσα μου αναλογούν μένουν πίσω. Γίνονται ανεπίκαιρα και ως εκ τούτου μάταια, χωρίς λόγο ύπαρξης. Σκέφτομαι πόσο σχετικά είναι όλα μπροστά στον χρόνο.
Για πρώτη φορά συνειδητοποιώ τη θνητότητά μου.
Φθινόπωρο 2023.
Το γατί ζητιανεύει για λιχουδιές (φταίμε κι εμείς που την κακομάθαμε). Αποφασίζω πεισματικά να εκδράμω εγώ προς άγραν τροφής.
Το pet shop είναι κοντά. Σε άλλη περίσταση θα πήγαινα με τα πόδια, δηλαδή πετώντας, τότε ακόμα που στα πόδια μου είχα φτερά. Τώρα θα πάρω το τρόλει. Έχω φτάσει στη στάση και το περιμένω. Ζαλίζομαι. Κοιτάζω συνεχώς την ένδειξη της τηλεματικής. Ζαλίζομαι. Να το, φτάνει. Πιάνομαι από τη μπάρα και ανεβαίνω. Ώσπου να ανέβω έρχεται η ώρα να κατέβω. Ζαλίζομαι. Δεν διακρίνω καλά τo σκαλοπάτι. Δοκιμάζοντας ψαχτά κατεβαίνω.
Το pet shop βρίσκεται κάπου στα 50 μέτρα, στην απέναντι πλευρά του δρόμου.
Αρχίζει μια τρεμούλα καθολική. Κοιτάζω τα χέρια μου, μάλλον δεν τρέμουν αυτά. Μάλλον μέσα μου τρέμω ολόκληρη. Ανασαίνω λαχανιαστά. Νιώθω ότι θα πέσω. Δίπλα στη στάση ένα κουλουράδικο. Κάτι να πάρω, μήπως συνέλθω. Πλησιάζω. Δεν ξέρω τι λέω, δεν ξέρω τι κάνω. Έχω βγάλει το πορτοφόλι μου και ακούω τα κέρματα που σκορπάνε στο πεζοδρόμιο. Η ευγενική κοπέλα βγαίνει να τα μαζέψει. Υπάρχουν 2-3 τραπεζάκια. Καθίστε, μου λέει. Κάθομαι. Δεν βλέπω καλά. Σαν να μου έχουν βάλει ένα πανί στα μάτια και βλέπω μόνο τα μέσα μου. Ο έξω κόσμος είναι κάτι άλλο, εγώ δεν είμαι μέσα του, αλλού είμαι.
Συνέρχομαι σιγά-σιγά. Καταβροχθίζω το κουλούρι. Λέω ευχαριστώ στην κοπέλα, που βγαίνει με ένα μπουκαλάκι νερό. Κοιτάζω από την καρέκλα μου την προθήκη. Έχει και μηλόπιτες. Θέλω να φάω, σχεδόν κανιβαλικά. Μήπως μου έπεσε και το σάκχαρο, ποιος ξέρει.
Δεν μπορώ να σηκωθώ ούτε να μιλήσω, οπότε κάνω νόημα στην κοπέλα. Με πλησιάζει.
-Και μια μηλόπιτα, παρακαλώ.
-Θα σας την φέρω εγώ.
Βγάζω το πορτοφόλι με προφύλαξη. Τα κέρματα παραμένουν ασφαλή.
Τρώω και τη μηλόπιτα. Κάθε τόσο κοιτάζω απέναντι το pet shop. Έχει αναχθεί σε γη της Επαγγελίας, σε κορυφή του Έβερεστ, σε Σάνγκρι Λα. Αποφασίζω ότι είμαι αρκετά καλά ώστε να το κατακτήσω. Σηκώνομαι προσεχτικά. Κάνω να ξεκινήσω, τα πόδια μου όμως δεν κινούνται. ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΚΟΥΝΗΘΩ. Ο προορισμός του πόθου μου μένει απόρθητος.
Το αστείο είναι ότι δεν πανικοβάλλομαι. Το δέχομαι ως κάτι αν όχι φυσιολογικό ή αναμενόμενο, πάντως ως κάτι μέσα στο παιχνίδι που παίζω από τον Μάιο του 2021.
Κάθομαι ξανά. Τηλεφωνώ σπίτι. Έρχονται να με μαζέψουν με ένα ταξί. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της εισόδου με τα τέσσερα.
Ύστερα ακούω τα σχολιανά μου. Επειδή βγήκα έξω.
- Πρωτοχρονιά με κόβιντ! Κάνω σούμα: έκανα το εμβόλιο. Κατήντησα σ΄αυτή την ελεεινή κατάσταση. Προφανώς, από τον Νοέμβρη του 2021 δεν ξαναέκανα εμβόλιο, δεν ήθελα ακόμα να αυτοκτονήσω. Και πιο προφανώς, δεν ήμουν διατεθειμένη να κάνω εμβόλιο κάθε τρεις και λίγο.
Έτσι κι αλλιώς κόβιντ κόλλησα. Αν είχα κάνει όλα τα εμβόλια ίσως να μην κολλούσα. Αλλά χωρίς να καπνίζω και χωρίς υποκείμενα νοσήματα μάλλον δεν θα πέθαινα, θαρρώ. Θα τυραννιόμουν ίσως. Αλλά και τώρα δεν τυραννιέμαι; Συμπέρασμα: κακώς έκανα τα εμβόλια, τουλάχιστον με τον κόβιντ θα είχα ένα βάσανο λιγότερο. Έχω θυμώσει. Τα βάζω με τον εαυτό μου, τι τα ήθελα τα ρημάδια; Έτσι κι αλλιώς πρόσεχα, έτσι κι αλλιώς δεν έρχομαι σε επαφή με πολλούς ανθρώπους.
Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω. Κάνω σπασμωδικές κινήσεις, προσπαθώντας να βρω τις σωστές. Λάθος κινήσεις, άσχετες κινήσεις, άχρηστες κινήσεις.
Έχω απομακρυνθεί από τον κόσμο. Έχω χάσει εκδηλώσεις στις οποίες θα ήθελα να πάω και άλλες στις οποίες έπρεπε να μετάσχω. Δεν θέλω να ακούω κανέναν, δεν θέλω να μιλάω σε κανέναν, θυμώνω όταν χτυπάει το τηλέφωνο. Η διαδρομή από δωμάτιο σε δωμάτιο είναι κοπιαστική. Το μαγείρεμα κατέληξε απεχθές. Η κουζίνα έχει γίνει ο κατ΄εξοχή μάρτυρας του μαρτυρίου μου. 30 δευτερόλεπτα όρθια, άλλα τόσα στην καρέκλα, ή σε βαθύ κάθισμα. Κι άντε πάλι από την αρχή μέχρι το φαγητό να μπει στον φούρνο ή στη χύτρα ταχύτητας.
Κάνω εργονομικές μανούβρες για να ελαχιστοποιήσω τις κινήσεις μου.
Παλεύω για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα με την μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Ή απλώς δεν παλεύω καν.
Το γράψιμο, στοργική καταφυγή. Εκεί είμαι καθισμένη, οπότε παραμένω απτόητη. Εις πείσμα, όπως όλα σχεδόν στη ζωή μου…
Πηγαίνω και σε άλλους γιατρούς. Μιλάω ξανά για το εμβόλιο. Κανείς δεν είναι κατηγορηματικός, πια.
-Το λαμβάνουμε υπόψη, λένε.
2024 Μάιος. Όρθια, συστολική πίεση 9. Δυο λεπτά αργότερα ξαπλωμένη, συστολική πίεση 19. Όρθια, 9. Ξαπλωμένη, 19.
9, 19, 9, 19… Μέχρι που όρθια δεν μετριέται. Ο γιατρός στους υπερήχους τα έχει λίγο χαμένα.
-Μην ανησυχείτε, του λέω. Έχω φτάσει και 5.5.
-Συστολική;
-Συστολική.
Βλέπει το υγρό στο περικάρδιό μου. Βρίσκεται εκεί τουλάχιστον μια εικοσαετία. Έχει κάπως αυξηθεί.
-Πιθανώς το λαχάνιασμα προέρχεται από εκεί.
Μπαίνει στην παρέα θωρακοχειρουργός. Συμφωνεί.
(«Καρδιά μου», «καρδούλα μου», της απευθύνομαι στοργικά. Ποτέ δεν έχω απευθυνθεί έτσι την καρδιά μου. Ούτε και πολλοί άλλοι, νομίζω.)
2024 Ιούνιος.
Υποξιφοειδικό περικαρδιακό παράθυρο, έτσι το λένε. Ανοίγουν μια μικρή τρυπούλα στο περικάρδιο και το υγρό παροχετεύεται.
Συνέρχομαι από τη νάρκωση. Ένας οξύς πόνος στο στέρνο. Ένα σωληνάκι περνά από κάτω του και φτάνει στο περικάρδιο για να φύγει κι άλλο υγρό. Ένας οδυνηρός άξονας, που διαπερνά το στήθος μου.
Δεν μπορώ ούτε το κεφάλι μου να στρίψω.
Πάει κι αυτό. Τζίφος. Το λαχάνιασμα εξακολουθεί. Προσπαθώ να παρηγορηθώ: στο κάτω-κάτω είναι καλύτερα να μην έχει κανείς υγρό στο περικάρδιο.
Μια εβδομάδα μετά. Τρεις το απόγευμα, ζέστη πολλή.
Aνυπόφορος πόνος και σφίξιμο στο στήθος και στην πλάτη. Και ένα σφίξιμο στη σιαγόνα. Ως εδώ ήταν, είπα στον εαυτό μου. Λείπουν όλοι. Ντύνομαι βιαστικά. Καλώ το ΕΚΑΒ. Εξηγώ. Μου λένε ότι το ασθενοφόρο πιθανώς θα αργήσει επειδή έπεσε πολλή κίνηση λόγω καύσωνα.
Πόσο δηλαδή μπορεί να αργήσει; Πόσο περιθώριο έχω να αργήσει;
Βγαίνω στον δρόμο. Ταξί πουθενά. Η ατμόσφαιρα ζεματάει, δυσκολεύομαι να ανασάνω και πονάω αφόρητα. Ίσως να πεθαίνω, να πεθαίνω, και να μην υπάρχει ταξί. Σε μια γωνιά του μυαλού μου ένας μικρός πανικός αρχίζει να μεγαλώνει. Να προλάβω…
Να πάω με τα πόδια, θα προλάβω; Ένα ασθενοφόρο ιδιωτικής κλινικής είναι παρκαρισμένο στην πλατεία. Οδηγός και συνοδηγός βρίσκονται μέσα. Πλησιάζω και εξηγώ. Μου λένε ότι δεν μπορούν να με μεταφέρουν. -Λίγο πιο κοντά στο νοσοκομείο, τους παρακαλώ, εκατό μέτρα πιο πέρα. Μου ανοίγουν και μπαίνω. Ένα λεπτό αργότερα κατεβαίνω. Τους ευχαριστώ με όλη μου την -άραγε βλαμμένη;- καρδιά.
-Μην πηγαίνετε γρήγορα, με συμβουλεύουν. Περπατάω προς την είσοδο. Φτάνω. Άντε, ίσως πρόλαβα. Εξηγώ (δεν υπάρχουν και πολλά να πω).
Στα επείγοντα.
Ζωή ή μη ζωή: μαδώ τη μαργαρίτα. Ξέρω ότι έχει μονό αριθμό πετάλων. Οπότε βγαίνει η ζωή.
Ακουμπώ το χέρι στην καρδιά μου (τουλάχιστον εκεί που νομίζω ότι βρίσκεται). Νιώθω ότι την αγαπώ. Για πρώτη φορά νιώθω έτσι για το σώμα μου, για πρώτη φορά βρίσκομαι σε ευθεία σχέση μαζί του.
-Καλή μου, της μιλάω τρυφερά, σ΄ευχαριστώ απέραντα που τόσα χρόνια στήριξες τις εξάρσεις μου, τις απελπισίες μου, τους ενθουσιασμούς μου, τον έρωτά μου, τους θανάτους τους. Που άντεξες με όσα σε φόρτωσα. Έφτασες ως εδώ, με έφτασες ως εδώ, φτάσαμε ως εδώ. Συνεχίζουμε κι όσο πάει. Έτσι κι αλλιώς, μαζί αρχίσαμε, μαζί θα τελειώσουμε.
Μήπως η στωικότητα είναι μοιρολατρία; Αφήνομαι και ό,τι θέλει ας γίνει.
Μάλλον πρόλαβα. Μόνο που αργούν να κάνουν κάτι δραστικό, τουλάχιστον μου έβαλαν φλεβοκαθετήρα, άρα κάτι κάνουν, δεν γίνεται να με αφήσουν να πεθάνω εδώ. Κοιτάζω τριγύρω τον μικρό χώρο που μου αναλογεί. Μια κουρτίνα με χωρίζει από τους δίπλα. Μου χορηγούν παυσίπονα. Μου κάνουν καρδιογράφημα. Ύστερα φέρνουν μόνιτορ. Ακόμη και αν είναι έμφραγμα δεν είναι εκτεταμένο, με διαβεβαιώνουν. Στήθος και πλάτη εξακολουθούν να πονούν αφόρητα. Μερικές φορές μου ξεφεύγουν και κάτι μικρές φωνούλες. Πρέπει να ειδοποιήσω τους δικούς μου. Ξέρω ότι δεν θα πεθάνω, αλλά πονάω τόσο, ώστε δεν μπορώ να το εορτάσω, να το πανηγυρίσουμε, ο εαυτός μου κι εγώ, η καρδιά μου κι εγώ, οι δυο μας μόνες.
Έρχεται μια κυρία, γιατρός. Συστήνεται. Κοιτάζει το καρδιογράφημα.
-Θα σας μεταφέρουμε στη Μονάδα.
Με μεταφέρουν με το κρεβάτι των επειγόντων. Πάνω από το κεφάλι μου φεύγει η οροφή, γύρω μου άνθρωποι κοιτάζουν με περιέργεια. Ακούω κάτι μπιπ μπιπ, σαν διαστημικούς ήχους.
-Καλώς ήρθατε, μου λένε γελαστά με τη σειρά δυο νοσηλευτές, νέα παιδιά.
-Καλώς σας βρήκα, απαντώ, σχεδόν με κέφι -αναπάντεχο κέφι. Νιώθω ασφαλής, ίσως και χάρη στον θερμό, γλυκύτατο χαιρετισμό αυτών των αγοριών.
Πόση κρυμμένη σημασία σ΄αυτό το «καλώς».
Ο πόνος έχει αρχίσει να υποχωρεί. Μόνη μου μετακινούμαι από το κρεβάτι των επειγόντων στο κρεβάτι της «Μονάδας». Η Αννίτα στην εντατική, κατά την Αλίκη στο Ναυτικό.
Κοιτάζω τα πέριξ. Απέναντι, ένας άνδρας διασωληνωμένος. Κάπου παραδίπλα μια κυρία κι ένας ακόμη άνδρας που φαίνεται να υποφέρει. Βογγάει.
Έρχονται οι δικοί μου. Ένας-ένας, με μάσκα και ποδιά. Σαν να δέχομαι κοσμικές επισκέψεις, τους καθησυχάζω, χαμογελάω αδιάκοπα, μια περίεργη αίσθηση, ίσως αυτός να είναι ο πανηγυρισμός που θα εορτάζαμε με την καρδιά μου οι δυο μας.
Τα μόνιτορ κάνουν ακατάπαυστους θορύβους. Συμπεραίνω ότι το καθένα έχει δικό του χαρακτηριστικό ήχο.
Πώς αντέχουν τέτοιο κομφούζιο αυτά τα παιδιά;
Παρακολουθώ και θαυμάζω και ο θαυμασμός γίνεται σεβασμός και ευγνωμοσύνη.
Σημειώνουν σε κάτι τεράστιου μεγέθους σελίδες. Υπάρχει κι ένα ντοσιέ, που κάθε τόσο το φυλλομετρούν και κάτι συμπληρώνουν και μετά το ντοσιέ πηγαίνει πίσω από την τεράστια σελίδα. Κινήσεις αυστηρά καθορισμένες. Βγάζουν από τις τσέπες και γράφουν εναλλάξ με στυλό διαφόρων χρωμάτων. Αυτές οι σελίδες έχουν μια υφή γυαλιστερή. Ωραίο χαρτί για γράψιμο. Για βελούδινο γράψιμο.
Σ΄ένα μικρό δωμάτιο δίπλα, υπάρχει ένας ακόμη, μόνος του. Δεν μπορώ να τον δω, παρακολουθώ όμως τη φροντίδα των νοσηλευτών που κάθε τρεις και λίγο είναι εκεί και τον προσέχουν. Μπορώ να δω ένα τμήμα παραθύρου. Ακόμα έχει φως έξω. Προσπαθώ να υπολογίσω τι ώρα είναι.
Ρωτάω αφελώς πώς περνάει η ώρα εδώ.
-Ναι, αυτό είναι ένα πρόβλημα, αναγνωρίζει η νοσηλεύτρια.
Άλλος πανικός ξεκινά. Πώς θα περάσει όλη αυτή η νύχτα;
Στον απέναντι κάνουν αναρρόφηση. Ακούγεται ένας φρικτός θόρυβος. Κάποια ώρα αργότερα ένας νέος άνδρας με τη γνωστή αμφίεση έρχεται να τον δει.
-Μπαμπά, σ΄αγαπάμε. Του χαϊδεύει το χέρι. -Θα γίνεις καλά και θα είμαστε πάλι μαζί.
(Γιατί αμφισβητώ την ειλικρίνεια στα αισθήματα των ανθρώπων;
Ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσω τα αισθήματα των ανθρώπων;)
-Θέλετε κάτι να φάτε;
-Τρώνε στην εντατική; Απόρησα.
-Όχι βέβαια οι διασωληνωμένοι.
Δεν θέλω να φάω τίποτα. Ακόμη κι αν είχα όρεξη, θα μου φαινόταν εντελώς ανάρμοστο.
Η τροπονίνη μου αρνητική. Όλα καλά, δεν έχω πάθει έμφραγμα.
-Προσπαθήστε τώρα να κοιμηθείτε.
-Μπορείτε να μου δώσετε κάτι;
Μου δίνουν. Πιο πριν μού έχουν δώσει κι ένα άλλο χάπι. Δεν ρωτάω τι είναι, βαριέμαι. Αυτό που με απασχολεί είναι η αδυναμία μου να κινηθώ. Είμαι εντελώς ακινητοποιημένη, μόνο τα πόδια μου μπορώ να κινήσω, από τα γόνατα και κάτω. Τα χέρια μου δεν μπορούν να κάνουν τίποτα. Ζωσμένη με καλώδια, με φλεβοκαθετήρες και στα δυο χέρια, είμαι σαν τον Ψαλιδοχέρη. Κρυώνω. Προσπαθώ να σκεπάσω τους ώμους μου τραβώντας το σκέπασμα με τα δόντια. Δεν θέλω να φωνάζω στα παιδιά, έτσι κι αλλιώς ύστερα από μερικά λεπτά πάλι ξεσκέπαστη είμαι, τίποτα δεν στέκεται στη θέση του, εκτός αν αφήσω ΚΑΙ τα πόδια μου ακίνητα. Παλεύω με τα καλώδια και τα κερατάκια των φλεβοκαθετήρων. Το μόνιτορ αρχίζει να ηχεί.
– Εγώ φταίω, είπα, όσο πιο χαμηλόφωνα μπορούσα.
-Μην ανησυχείτε, το καταλάβαμε, παράσιτα ήταν.
Κάθε νοσηλευτής «χρεώνεται» έναν ασθενή. Βλέπω τον απέναντι. Ο νεαρός που τον έχει αναλάβει τον νταντεύει κυριολεκτικά. Ταχτοποιεί τα χέρια, τα πόδια, τα σκεπάσματα, το κεφάλι, το μαξιλάρι, τους σωλήνες, όλα εκείνα τα εξαρτήματα. Κοιτάζει αν τα σκεπάσματα είναι συμμετρικά βαλμένα κάτω από το στρώμα. Τα ισιώνει, το πόδι έχει ξεφύγει προς τα έξω, το επαναφέρει στη θέση του. Ο διασωληνωμένος κύριος είναι το μωρό του.
Αλλάζει η βάρδια. Οι παλιοί μάς παραδίδουν στους καινούργιους, αφού πρώτα τους έχουν ενημερώσει για τον καθένα από εμάς. Ακούω το όνομά μου. Οι καινούργιοι μελετούν τα ντοσιέ και τις τεράστιες σελίδες. Γράφουν και οι ίδιοι.
Παλικάρια και κοπέλες, κάποιες από τις οποίες σαν τα κρύα τα νερά.
Έρχονται να με δουν. Δεν έχουν συχνά ασθενείς μη ασθενείς στη Μονάδα.
Ένα γλυκό κορίτσι στέκεται δίπλα μου και αρχίζουμε μια ήσυχη κουβέντα. Μεταξύ άλλων και για τα εμβόλια του κορονοϊού.
Στο παράθυρο έχει πέσει σκοτάδι. Δεν μπορώ να δω την ώρα στο δικό μου μόνιτορ. Ούτε στου απέναντι μπορώ.
Η νυχτερινή βάρδια πρέπει να είναι βαριά. Ακόμα και σε μια νύχτα ήσυχη, όπως η αποψινή. Έτσι μου είπαν. Πρόβλημα δημιουργεί μονάχα ο παραδίπλα κύριος που βρίσκεται σε υπερδιέγερση και αγωνίζονται να τον ησυχάσουν προτού τραβήξει ό,τι τον εμποδίζει να σηκωθεί. Του μιλούν.
-Κύριε Φώτη, έχεις χειρουργηθεί στην καρδιά, δεν κάνει να σηκωθείς, μην κινείσαι, ησύχασε, γιατί φωνάζεις;
-Πονάω… πονάω… πονάω…
Έχω ανατριχιάσει. Πόσο αδαείς είμαστε, όσοι δεν έχουμε δει μια εντατική.
Η πλάτη μου έχει ιδρώσει και αρχίζει πάλι να πονάει.
Δεν τολμώ όμως να πω τίποτα -η τροπονίνη μου είναι αρνητική…
Καλοκαίρι 2024. Εξακολουθώ να ψάχνω στο ίντερνετ. Επικοινωνώ με το Αιγινήτειο. Πηγαίνω. Είναι Σάββατο, εφημερεύει, όλα όμως είναι ήσυχα. Περιμένω τη σειρά μου, έπειτα από άλλους δύο. Ύστερα συνειδητοποιώ ότι η εικόνα ασθενών και νοσημάτων είναι άλλη στις νευρολογικές κλινικές: φέρνουν μια κυρία με εγκεφαλικό. Μαζί, όλη η οικογένειά της. Απλώνει τα χέρια στον γιο της. Στο βλέμμα της υπάρχει αγωνία, ανημπόρια, ικεσία, ανάγκη.
Με εξετάζουν προσεχτικά. Έχω εκτυπώσει ένα χαρτί με το ιστορικό μου. Τους αναφέρω τα στοιχειώδη και τους το δίνω. Θα με ειδοποιήσουν για παραπέρα.
Βγαίνω από το Αιγινήτειο. Αδυνατώ να διανύσω παραπάνω από 50 μέτρα. Έξι χιλιόμετρα περπατούσα κάποτε. Κάθομαι για ένα ανακουφιστικό λεπτό στο πεζούλι του νοσοκομείου. Σηκώνομαι. Ύστερα κάθομαι στο πεζούλι του Αρεταίειου. Πώς θα φτάσω; Το σπίτι όλο και ξεμακραίνει. Το διακρίνω κάπου στην άκρη του κόσμου.
Αφήνομαι να με πηγαίνουν τα πόδια μου όπως νομίζουν. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Μόνο μια αίσθηση αγωνίας. Παραδόξως πλησιάζω.
Δεν μπορώ να διασταυρώσω τον δρόμο, νιώθω ότι θα πέσω κάτω. Κάθομαι στο πεζούλι μιας πολυκατοικίας. Σηκώνομαι όταν το φανάρι ανάψει για τους πεζούς.
Ξεκινώ. Αν πέσω στον δρόμο; Αν πέσω στον δρόμο θα με δουν οι σταματημένοι και δεν θα ξεκινήσουν. Ίσως κανένα μηχανάκι μόνο…
Φτάνω απέναντι. Άντε, λίγο έμεινε. Ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της εισόδου και μπαίνω μέσα. Καθώς σωριάζομαι πάνω στο τραπέζι που αφήνουν την αλληλογραφία αισθάνομαι έναν πικρό θρίαμβο.
Φθινόπωρο 2024. Γράφω και σε μια γιατρό στο Λονδίνο. Καμία απάντηση.
Γράφω σε άλλον γιατρό στο Λονδίνο. Καμιά απάντηση. Πιθανότατα δεν τήρησα την ενδεδειγμένη διαδικασία.
Ιανουάριος 2025. Κι άλλη επίσκεψη στο νοσοκομείο, στο ιατρείο long covid.
Μια αίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς, πιθανώς επειδή τα δημόσια νοσοκομεία με γιατρούς πλήρους απασχόλησης είναι ή δίνουν την εντύπωση ότι είναι συγκροτημένοι οργανισμοί, ίσως λίγο κλειστοί, αλλά με κύτταρα που επικοινωνούν μεταξύ τους και συνεργάζονται. Στα ιδιωτικά, οι μεγαλύτεροι ιεραρχικά γιατροί πάνε να δουν ασθενείς ή να χειρουργήσουν και ύστερα φεύγουν. Χωρίς καθορισμένο ωράριο. Νομίζεις ότι ο γιατρός σου βρίσκεται εκεί προσωρινά, πως ύστερα από λίγο τον χάνεις.
Τελικά χάνεται κι εκεί η μπάλα που λέγεται συντονισμός. Κρίμα…
Τα απογεύματα συνέρχομαι. Το βράδυ έχω υπέρταση. Δύο χάπια λοιπόν. Ένα το πρωί για την υπόταση, ένα το βράδυ για την υπέρταση. Μερικές φορές επιδρούν σε λάθος χρόνο, και τότε…
Όσο περνά ο καιρός, ανακαλύπτω κι άλλα συμπτώματα, που μου ταιριάζουν γάντι. Έχω βαρεθεί να προσθέτω κερασάκια στην τούρτα.
Έχω ξετινάξει το διαδίκτυο. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω τις ίδιες και ίδιες ιστοσελίδες με δημοσιεύσεις νοσοκομείων και κλινικών, πανεπιστημιακών και μη. Κοντεύω πια να τις μάθω απ΄έξω. Όλες λένε τα ίδια, σε μερικές κάτι λείπει, κάτι παραπάνω βρίσκω σε άλλες. Συμφωνούν πάντως, παντού. Και οι γιατροί το ίδιο. Είναι εντυπωσιακό πώς όλοι, μα όλοι, καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: δυσαυτονομία, Μόνο κάτι ημίμετρα μπορούν να βοηθήσουν, καθώς η ετυμηγορία είναι κοινή: αυτό που έχω, δεν είναι ιάσιμο…
Προς τιμήν του covid έφτιαξα και ακροστιχίδα.
Cognitus Vitae Dedignatae
- Έχω βρει νέα ισορροπία. Την ισορροπία της παραίτησης: σταδιακά αποσύρομαι από επιθυμίες και εκδηλώσεις της ζωής (μου), που με κρατούσαν σε μια ενεργή εγρήγορση σωματική, ψυχική, νοητική. Θέλω όμως να πείσω τον εαυτό μου πως η τρικυμία μένει πίσω και πως κολυμπώ πια στα απόνερα αυτής της περιπέτειας. Κι έτσι, με εξάρσεις και υφέσεις της ελπίδας, προχωρώ…
(*) Η Αννίτα Π. Παναρέτου είναι συγγραφέας. Τελευταίο της βιβλίο Ο ΜΙχάλης Ακύλας και οι 8 πρώτοι, Εστία






















