Εύη Καρκίτη
Ο πατέρας του Μαξ παραδέχτηκε πως έκανε λάθος. Η Μάρτα του είχε πει ότι έπρεπε να εκδώσει τα εισιτήρια on line, όμως δεν την άκουσε. Πίστευε πως ήξερε καλύτερα. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη του επίσκεψη. Είχαν βέβαια περάσει χρόνια από τη πρώτη, αλλά του έμεινε αξέχαστη, όπως αφήνει μια ισόβια ουλή πάνω στο δέρμα ένα βαθύ τραύμα.
Ο πατέρας του, του είχε ανακοινώσει το ταξίδι τους ένα καταθλιπτικό κυριακάτικο απόγευμα. Έξω έβρεχε καταρρακτωδώς, ήταν από εκείνες τις μέρες που ποτέ δεν ξημέρωναν. Σε δύο μόλις εβδομάδες θα ταξίδευαν για την Πολωνία, δεν τον είχε ρωτήσει καν αν θέλει να πάει μαζί του, του, ήταν αυτονόητο πως θα τον ακολουθούσε. Ο πατέρας του Μαξ δεν ήθελε να πάει αλλά δεν θα είχε το σθένος να αρνηθεί, ακόμη και εκείνη τη στιγμή που δεν είχε ιδέα πως ο πατέρας του είχε πολύ λίγο χρόνο μπροστά του. Του αρκούσε πως υπήρξε ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μέσα σε σιωπές, ονόματα αποστερημένα από τις ιστορίες τους, μικρά ψέματα, μισές αλήθειες. Δεινοπάθησε να μάθει ό,τι έμαθε, να βάλει τις σκέψεις στη σειρά, να βγάλει ένα νόημα. Δεν θα του έλεγε όχι κι ας ακολουθούσε και εκείνος την ίδια οδό, την ίδια τακτική. Έλεγε περισσότερα από τον δικό του πατέρα, όμως όχι και τόσα πολλά. Ο πατέρας του Μαξ του τα έβγαζε δύσκολα, μια- μια τις λέξεις, ένα- ένα τα ονόματα, λίγες- λίγες τις ιστορίες. Ο παππούς του είχε καταφέρει να μείνει ζωντανός, κι αυτό μέσα στο χρόνο, που όλο και βάθαινε, γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ήταν μια καλή τύχη που έπρεπε να αντέξει κανείς, όχι ότι δεν είχε πληρώσει ένα βαρύτατο τίμημα, από τότε που ήταν ένας σκελετωμένος κρατούμενος μέχρι που εξελίχθηκε σε εκείνον τον σιωπηλό άνδρα. Είχε όμως την τύχη που δεν είχε ο αδελφός του, ο Μαξ. Εκείνος εξοντώθηκε με το πού έφτασε, με το άσθμα να βράζει εκκωφαντικά στο στήθος του, όπως ποτέ στο παρελθόν και τους φίλους του Μαξ δολοφονημένους ήδη στο δάσος Ρούμπουλα, ώστε να ανοίξει χώρος στο γκέτο για άλλους εκτοπισμένους. Ούτε και εκείνοι είχαν σπουδαία τύχη.
Σε εκείνη την πρώτη επίσκεψη ο πατέρας του Μαξ είχε αντιληφθεί την αστάθεια του δικού του πατέρα. Δεν χρειαζόταν τότε να αγοράσουν εισιτήρια online, δεν χρειάστηκε να περιμένουν σε καμιά ουρά, μπήκαν μέσα σχεδόν αμέσως, ακούγοντας τα βήματά τους να τρίζουν στα χαλίκια. Στήριζε με το ένα χέρι τον πατέρα του πιστεύοντας ότι κινδυνεύει από πτώση εξαιτίας της αδιαχείριστης συγκίνησης, και αυτό ήταν σε πολύ μεγάλο βαθμό αλήθεια, ίσως η μόνη αλήθεια της ζωής του πατέρα του να ήταν αυτό το αδιαχείριστο, όπως έφτασε σε αυτόν από την οδύνη του δικού του πατέρα.
Αποκάλυψε στον γιο του τόσα όσα χρειαζόταν ώστε εκείνος να αρχίσει να βλέπει όνειρα με τον Μαξ, κυρίως από τότε που του επέτρεψε να ρίξει μια ματιά στο οικογενειακό άλμπουμ, κλειδωμένο για χρόνια στον μπουφέ που φύλαγαν το μπουκάλι με το «μαύρο βάλσαμο».
Σε εκείνη την πρώτη επίσκεψη στο μυαλό του πατέρα του Μαξ, καρφώθηκε ο ήχος από τα ξυλοπάπουτσα των κρατούμενων που βροντούσαν πάνω στο χιόνι αλλά και η κραυγή «σύντροφοι, είμαι ο τελευταίος» του άνδρα που θα πέθαινε στην αγχόνη γιατί είχε λάβει μέρος σε μια εξέγερση. Εκείνη την κραυγή θα είχαν ξεχάσει θεοί και άνθρωποι, αν δεν την είχε διασώσει με αίσθημα απόλυτης συντριβής ο Πρίμο Λέβι.
Μπροστά στην αγχόνη και λίγο πριν βγει από το στρατόπεδο ο πατέρας του Μαξ κρατώντας από το μπράτσο τον δικό του πατέρα ένιωσε να καταρρέει και ποτέ να μην συνέρχεται από εκείνη την κατάρρευση.
Κι όμως, να που ήταν και πάλι εκεί, στημένος σε μια ατέλειωτη ουρά, που έχει γεμίσει το προαύλιο και έβγαινε ήδη έξω στον δρόμο. Να λοιπόν που είναι και πάλι εκεί και μαζί του περιμένει όλη του η οικογένεια, η Μάρτα, η γυναίκα του και ο Μαξ ο γιος του που έχει πλέον φτάσει στην ηλικία του άλλου Μαξ, την μνήμη του οποίου ήρθαν να τιμήσουν σε αυτόν ακριβώς τον τόπο που εξοντώθηκε. Τους συνοδεύουν άλλες δύο οικογένειες με τα μικρά τους παιδιά που κοιτούν συνεπαρμένα τον γιο του, που κρέμονται από τα χέρια του και γελάνε και τον πειράζουν, και ο Μαξ με τα όμορφα ξανθά μαλλιά του, το μπλουζάκι με το λογότυπο ενός ροκ συγκροτήματος που ο πατέρας του αγνοεί και τα φθαρμένα του αθλητικά, παίζει μαζί τους χωρίς κάτι να τον δυσαρεστεί. Περίεργα πράγματα, σκέφτηκε ο πατέρας του Μαξ, γιατί αν κάτι κάποιος βαριέται στα 17 του χρόνια είναι τα μικρότερα παιδιά που τον βλέπουν σαν θεό και που ίσως δεν ξέρει ότι σύντομα θα αρχίσουν να τον βλέπουν στο ύπνο τους.
Ο πατέρας του Μαξ παρατήρησε κάποιους να εγκαταλείπουν την προσπάθεια να περάσουν μέσα, κι άλλους που ήθελαν να συνεχίσουν. Οι επίμονοι, έτρεξαν να αγοράσουν σάντουιτς τυλιγμένα σε ζελατίνα και καφέ που κρατούσαν προσεκτικά γιατί τα χάρτινα κύπελλα τους έκαιγαν τα χέρια. Είδε και μια γυναίκα να παρατηρεί τον Μαξ, συνοδευόταν από δύο άνδρες και μιλούσαν ελληνικά, ήταν από τους λίγους στη χώρα του που καταλάβαινε τη νέα ελληνική γλώσσα, μερικοί συνάδελφοι του γνώριζαν την αρχαία. Έπιασε στον αέρα και τη λέξη «Θεσσαλονίκη» την οποία και είχε κάποτε επισκεφθεί καλεσμένος του τοπικού πανεπιστημίου και είχε βρεθεί στην συναγωγή των Μοναστηριωτών που είχε μόλις ανακαινιστεί, είχε προσευχηθεί στη Γιαντ Λεζικαρόν και είχε περιηγηθεί στα άφαντα εβραϊκά τοπόσημα της πόλης.
Τα μάτια του διασταυρώθηκαν με της γυναίκας πάνω από τα χρυσά μαλλιά του Μαξ, κι έπειτα κατέβηκαν στα παιδιά που χοροπηδούσαν πάνω του. Δεν αποκλείεται μάλιστα να έκαναν την ίδια σκέψη και την ίδια ευχή. Μακάρι η ζωή αυτών των παιδιών να είναι σπαρμένη από τις συνηθισμένες χαρές και τις συνηθισμένες λύπες. Δεν μπορούν να ξέρουν στην ηλικία που βρίσκονται το βάρος που έχει το σοβαρό, το σημαντικό, εκείνο που γίνεται ιστορία, στο οποίο πρέπει να επιστρέφει κανείς ξανά και ξανά επιχειρώντας να λύσει το αίνιγμα, να δώσει μια απάντηση για τις αιτίες και τη φύση της θηριωδίας.
Πέρασαν την πύλη όλοι μαζί, η οικογένειά του, οι οικογένειες που ταξίδευαν μαζί τους, η ελληνίδα με τους δύο συνοδούς της. Μετά, όπως γίνεται συνήθως τράβηξε ο καθένας έναν δικό του δρόμο, αποσύρθηκε στον δικό του κόσμο και το μόνο που ακουγόταν ήταν το τρίξιμο των παπουτσιών στα χαλίκια, το γαύγισμα ενός σκυλιού κάπου μακριά, και το πέταγμα ενός πουλιού.
Ήταν οι τελευταίοι που βγήκαν και κατευθύνθηκαν στη στάση να πάρουν το λεωφορείο της γραμμής ώστε να επιστρέψουν στην Κρακοβία. Η ώρα είχε περάσει, τα εστιατόρια και τα μπαρ της πόλης θα είχαν πλέον ανάψει τα φώτα, οι δρόμοι θα είχαν γεμίσει κόσμο.
Έκατσε δίπλα στον Μαξ. Πρόσεξε πως για ώρα κοίταζε έξω από το παράθυρο. Έπειτα στράφηκε προς αυτόν αλλά συζήτησαν για άλλα πράγματα.

























