της Αλεξάνδρας Χαΐνη
Ξεκίνησα να διαβάζω το βραβευμένο με Booker 2025 μυθιστόρημα «Flesh» του David Szalay -προφέρεται Σολόι- ενώ βρισκόμουν ήδη στα μισά περίπου του άλλου φαβορί των φετινών βραβείων «Τhe loneliness of Sonia and Sunny», της Kiran Desai.
Δύσκολα μπορώ να φανταστώ πιο διαφορετικά (τουλάχιστον από υφολογική άποψη) μεταξύ τους βιβλία: Το πρώτο, λιτό στις περιγραφές του, απογυμνωμένο από κάθε καλολογικό στοιχείο, το δεύτερο, μαξιμαλιστικό και μακροσκελές με την ινδική κουλτούρα παρούσα σε κάθε σελίδα του. Και τα δύο θα κυκλοφορήσουν στα ελληνικά μέσα στο 2026, το μεν με τον τίτλο «Σάρκα» σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη και τις εκδόσεις Ψυχογιός, το δε ως «Η μοναξιά της Σόνια και του Σάνι» στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg.
Στην παράλληλη αυτή ανάγνωση, το «Flesh» κέρδισε στα σημεία. Δεν είναι τυχαίο, σκέφτηκα, που σέρνω τη Σόνια και τον Σάνι κοντά δυο μήνες τώρα· οι 700 σελίδες άλλωστε, ουδέποτε ήταν για μένα επαρκής δικαιολογία. Η ανάγκη για κάτι διαφορετικό όμως, ένα νέο είδος αφήγησης, όπως αυτή που φέρνει το «Flesh» είναι και παραείναι επαρκής ως «δικαιολογία» για να δω με προσοχή ένα βιβλίο, ειδικά, μάλιστα, αν αυτό που έχει να πει μου κινεί το ενδιαφέρον, με παρασύρει και, στην τελική, με συγκινεί κιόλας.
Ένα «σκοτεινό», υπνωτιστικό βιβλίο
«Συζητούσαμε τα έξι βιβλία της μακράς λίστας για περισσότερες από πέντε ώρες», λέει ο Roddy Doyle, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής των βραβείων Booker και εξηγεί: «Το βιβλίο στο οποίο επιστρέφαμε συνεχώς, αυτό που ξεχώριζε από τα υπόλοιπα μεγάλα μυθιστορήματα ήταν το Flesh – λόγω της ιδιαιτερότητάς του. Δεν είχαμε διαβάσει ποτέ κάτι παρόμοιο. Είναι, κατά πολλές έννοιες, ένα σκοτεινό βιβλίο που όμως σε ευχαριστεί να το διαβάζεις.»
Νομίζω ότι αυτή, η τελευταία φράση του Doyle συνοψίζει απόλυτα την αίσθηση που μου προκάλεσε κι εμένα το «Flesh». Ένα δυσάρεστο βιβλίο που όμως ασκεί μια σχεδόν υπνωτιστική επίδραση στον αναγνώστη, παρασύροντάς τον σε μια συναισθηματική δίνη, σε μια αγωνία, υπαρξιακή, στην ουσία. Δεν θυμάμαι ποιος το έγραψε το παρακάτω αλλά είναι σωστό, νομίζω: «Ο Szalay αποτυπώνει την ονειρική καθημερινότητα της εμπειρίας: όσο παράξενα και αν είναι τα μέρη στα οποία σε οδηγεί η ζωή, πάντα αισθάνεσαι ότι πρόκειται για τη δική σου ζωή.»
*
Η ιστορία ξεκινά με τον 15χρονο István, ο οποίος ζει με τη μητέρα του σε ένα συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών κάπου στην Ουγγαρία. Παρότι ντροπαλός και χωρίς φίλους, η τύχη το φέρνει και ο István μπλέκει ερωτικά με τη μεσήλικη γειτόνισσά του. Η σχέση εξελίσσεται άσχημα, ο νεαρός καταλήγει στις φυλακές ανηλίκων, για να τον συναντήσουμε στη συνέχεια, διαδοχικά στον στρατό, στο Ιράκ, στον υπόκοσμο της Κροατίας και με τα πολλά στο Λονδίνο, να κάνει μεγάλη ζωή ως οδηγός μιας πλούσιας οικογένειας – σε πρώτη φάση τουλάχιστον.
Η αφήγηση, αν και γραμμική, κάνει μεγάλα χρονικά άλματα. Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία του ήρωα, πηδάει τις δεκαετίες χωρίς να δίνει σαφείς εξηγήσεις για όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο διάστημα – τα κενά ωστόσο δεν είναι απαγορευτικά για την κατανόηση της πλοκής: ο συγγραφέας έχει φροντίσει να τα καλύψει με μικρές, έξυπνες αναφορές σε διάφορα, στρατηγικά επιλεγμένα, σημεία.
Γενικά, ο Szalay παίζει περίτεχνα με τον χρόνο. Είναι φορές που οι καθημερινές δραστηριότητες των ηρώων του θυμίζουν οδηγίες σκηνοθέτη προς τους ηθοποιούς του – ψυχρές και στακάτες, συχνά ανούσιες και επαναλαμβανόμενες, συμβάλλουν στην συνολική υπνωτιστική αίσθηση του βιβλίου:
«Ανοίγει το ψυγείο.
Καπνίζει στο μπαλκόνι.
Βλέπει τηλεόραση — ειδήσεις ή κάποιο τηλεπαιχνίδι.
Βάζει ένα ποτήρι κόκα κόλα.
Η μητέρα του μαγειρεύει φαγητό.
Και μετά είναι το επόμενο πρωί και στέκεται μπροστά από το κτίριο περιμένοντας να έρθει η παλιά κόκκινη Citroën.»
Η τύχη, το τυχαίο -και ενίοτε το μοιραίο-, είναι κεντρικά στη ζωή του István, ο οποίος ωστόσο, εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν δείχνει να το αντιλαμβάνεται. Αντιθέτως, αποδέχεται τα πράγματα όπως έρχονται, με παρόμοιο -εντελώς ουδέτερο και φλατ- τρόπο τα ευχάριστα και τις (αναρίθμητες) αναποδιές. Η κλασική απάντησή του δε σε οτιδήποτε προκύπτει -η στάση ζωής του;- είναι το «Okay» (εναλλασσόμενο με το «Yeah»)· κάποιος μέτρησε μάλιστα ότι λέει «Okay» περισσότερες από 500 φορές μέσα στις 349 σελίδες του βιβλίου.
Η «αποστασιοποίηση του επιζώντος»
Ο Szalay αφηγείται τη ζωή του István στο τρίτο πρόσωπο, σαν να τον παρακολουθεί από απόσταση. Παράλληλα, αποφεύγει τις περιγραφές της εξωτερικής του εμφάνισης. Γνωρίζουμε τα βασικά, και αυτά αποσπασματικά, μέσα από τα συμφραζόμενα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα χρονικά άλματα. Στην πορεία καταλαβαίνουμε ότι είναι ελκυστικός στις γυναίκες, ότι του αρέσει η γυμναστική, ότι δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνος, ούτε και καλλιεργημένος, ότι έχει μια ροπή προς τη βίαιη συμπεριφορά.
Επιτρέψτε μου να μοιραστώ εδώ ένα απόσπασμα από την ανάλυση του Dwight Garner, της εφημερίδας The New York Times: «Ο István καταλύει τα οχυρά των προνομίων, ωστόσο παραμένει άξεστος, ανίκανος να εκφραστεί και αγροίκος. Σκοτεινές παρορμήσεις παραμονεύουν μέσα του. Μοιάζει με θεατή μπροστά στην ίδια του την εμπειρία. Έχει την αποστασιοποίηση ενός επιζώντος. Θυμίζει εκείνους τους τύπους που πατούν το κουμπί “κλείσιμο πόρτας” έξι φορές σε κάθε ασανσέρ που μπαίνουν» (The New York Times).
Και όμως είναι σαν ο Szalay να καλεί τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να τον ανακαλύψει – να βρει εκείνος/η τα κομμάτια που λείπουν, όσα δεν λέγονται σε σχέση με την προσωπικότητά του, να του προσδώσει αξίες δικές του, να τον δικαιολογήσει ή να του κολλήσει ρετσινιές και στερεότυπα.
Ταυτόχρονα δίνει την εντύπωση ότι τον απασχολεί πρωτίστως το σώμα και όχι το μυαλό του – εξού και ο τίτλος του βιβλίου. Παρόλο που ενδεχομένως αυτή να είναι μόνο μια δική μου, αυθαίρετη, ερμηνεία, τολμώ να πω ότι επαληθεύεται, εκτός από τον τίτλο, και από το γεγονός ότι όσο λακωνικός εμφανίζεται ο István στην καθημερινότητά του, τόσο φλύαρος γίνεται στο κρεβάτι. Καθότι οι περιγραφές για τις ερωτικές περιπτύξεις του είναι πολύ πιο αναλυτικές από όσο για τις υπόλοιπες δραστηριότητές του (χωρίς ο στόχος υποθέτω να είναι η σεξουαλική διέγερση των αναγνωστών). «Ήθελα να γράψω για τη ζωή ως μια φυσική εμπειρία, για το πώς είναι να είσαι ένα ζωντανό σώμα στον κόσμο – όσα και αν μας χωρίζουν, όλοι το μοιραζόμαστε αυτό» εξηγεί ο Szalay στην ιστοσελίδα των Booker. Και για το σεξ: «Θέλω πάντα να απεικονίζω το σεξ όσο πιο ειλικρινά μπορώ».
Η «αρρενωπότητα» ως επίλογος
Έχω διαβάσει κατά καιρούς διάφορα αρνητικά σχόλια σχετικά με τον χαρακτήρα του «Flesh», ο οποίος ίσως και να μην είναι ιδιαίτερα συμπαθής κυρίως στις γυναίκες (όχι ότι μας το χρωστάει κιόλας). Συμφωνώ ότι στην αληθινή ζωή, ένας τέτοιος τύπος στο διάβα μας, θα ήταν, αν μη τι άλλο, εξοργιστικός – ως το απόλυτο παθητικο-επιθετικό αρσενικό. Μεταφράζω μια χαρακτηριστική παράγραφο, από τις λίγες που ρίχνουν φως στα όσα συμβαίνουν στο κεφάλι του: «Έχει αυτή την αίσθηση με τις γυναίκες ότι είναι δύσκολο να έχει μια εμπειρία που να είναι εντελώς νέα, που να μην μοιάζει σαν μην έχει συμβεί ξανά στο παρελθόν και που θα ξανασυμβεί πιθανόν με παρόμοιο τρόπο, οπότε είναι σαν να μην διακυβεύονται και πολλά τελικά. Υπάρχει συχνά αυτή η αίσθηση του – Ναι, μου αρέσεις, αλλά μου αρέσουν και άλλοι άνθρωποι. Δεν είναι καν ότι μου αρέσουν εκείνοι περισσότερο. Είναι απλώς ότι δεν μου αρέσουν λιγότερο.»
Ωστόσο, δεν μπορώ να αγνοήσω όσα γράφει ο Luke Brown, στην εφημερίδα Financial Times: «Ο Szalay δεν διστάζει να αντιμετωπίσει τις αδιάκοπες παρορμήσεις της επιθυμίας στη ζωή ενός άνδρα, τον αυνανισμό που συνήθως μένει εκτός εικόνας, τις ανήθικες παρορμήσεις που πρέπει να καταπνίξει κάποιος για να παραμείνει πιστός, πολιτισμένος. Είναι ενδιαφέρον και ελπιδοφόρο να τον σκεφτόμαστε δίπλα στον Michel Houellebecq, τον πανέξυπνο, απωθητικό οραματιστή της μηδενιστικής λαγνείας, επειδή ο Szalay είναι πολύ πιο αισιόδοξος σχετικά με την ικανότητα των ανδρών για καλοσύνη, ενώ παράλληλα είναι εξίσου αφοσιωμένος στην παρουσίαση αυτού που είναι αναμφίβολα δυσάρεστο σχετικά με εμάς. Τέτοια μυθιστορήματα είναι πλέον σπάνια, καθώς οι άνδρες συγγραφείς φαίνεται να φοβούνται ολοένα και περισσότερο να περιγράψουν και να αντιμετωπίσουν τις δυνητικά καταστροφικές πτυχές του χαρακτήρα τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το “Flesh” είναι ιδιαίτερα αναζωογονητικό, διαφωτιστικό και αληθινό» (Financial Times).
Τι λέει ο ίδιος; «Απλώς μεταφέρω αυτά που βλέπω στο κόσμο, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι άντρες που δεν έχουν σαφή αίσθηση για όσα θα έπρεπε να κάνουν και γιατί» (Telegraph).
Who is who
O David Szalay γεννήθηκε στον Καναδά, μεγάλωσε στο Λονδίνο και σήμερα ζει στη Βιέννη. Έχει γράψει έξι βιβλία, τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 20 γλώσσες, καθώς και αρκετές δραματικές σειρές για το ραδιόφωνο του BBC. Το πρώτο του μυθιστόρημα, «London and the South-East», κέρδισε τα βραβεία Betty Trask & Geoffrey Faber Memorial. Το «All That Man Is» έλαβε το Gordon Burn Prize και το Plimpton Prize for Fiction, και συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των Booker 2016. Το 2010 ο Szalay μπήκε στη λίστα των 20 σημαντικότερων Βρετανών συγγραφέων κάτω των 40 και το 2013 επιλέχθηκε για την έκδοση του περιοδικού Granta με τους Καλύτερους Νέους Βρετανούς Συγγραφείς.
David Szalay, Flesh, εκδ.Jonathan Cape
![]()
Στα αγγλικά στο βιβλιοπωλείο Ευριπίδης και προσεχώς στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός σε μετάφραση Βάσιας Τζανακάρη.



















