Και τώρα για ένα ακόμη Ανκόρ

0
201

Kωνσταντίνα Γεωργαντά.

Σε ένα νοσοκομείο συναντιούνται ο τόπος του κοινού και του καθημερινού, με την έννοια του κοινού πόνου αλλά και της αντιμετώπισης αυτού μέσω μιας χρήσης ενός λεξιλογίου που παρουσιάζει πολλά κοινά στοιχεία όπως χρησιμοποιείται από το ιατρικό προσωπικό, από τη μια (ιατρικές γνωματεύσεις, συνταγές, επικοινωνία με ασθενείς), αλλά και από τους ασθενείς και τους συγγενείς/φίλους αυτών, από την άλλη (λόγια κουράγιου, παρηγοριάς, συμπόνοιας, φροντίδας, ερωτήσεις που ζητούν διευκρινίσεις και η συνεχής επανάληψη της αφήγησης της πορείας του ασθενούς), με τον τόπο του ιδιαίτερου και μοναδικού, όσο μοναδική είναι και η παρουσία του καθενός σε κάθε τόπο που κατοικεί όσο προσωρινά. Ο αποστειρωμένος χώρος ενός νοσοκομείου είναι όμως, συνάμα, και ένα ακόμη ‘πέρα’, ένα σημείο, στο βάθος, θα λέγαμε, του ορίζοντα, το οποίο δεν βλέπουμε ξεκάθαρα και δεν θέλουμε ή δεν μπορούμε να φανταστούμε γιατί είναι ένας τόπος συνώνυμος του πόνου.

Εκεί όμως που συναντάται τόσο καλά η ανωνυμία με τη μοναδικότητα και το αναπάντεχο με το αναμενόμενο δημιουργείται κι ένας χώρος αναπάντεχης δημιουργίας ενός νέου τόπου που μπορούμε μόνο να φανταστούμε. Αυτός είναι ο τόπος του κοινού αγώνα που βγάζει τους ανθρώπους από τα καβούκια τους και τους κάνει εκρηκτικούς αγωνιστές του ωραίου. Και έτσι, το νοσοκομείο γίνεται ρεμπέτικο τραγούδι, ένα είδος που συναντάται συχνά πυκνά στις σελίδες του μυθιστορήματος Ανκόρ (Καστανιώτης, 2015) της Πέλας Σουλτάτου. ‘Οπως με τα ρεμπέτικα που, καθώς έγραφε το 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις, «πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους», έτσι και με τους χαρακτήρες του Ανκόρ που βιώνουν την έκρηξη για να προχωρήσουν παραπέρα.

«Θα καθαρίσουμε τον τόπο από όλα τ’ αποβράσματα».Τη στιγμή όμως που έφτανε στο αποκορύφωμα του μίσους, ένας γδούπος ακούστηκε από το τέρμα του διαδρόμου.Όλοι στράφηκαν προς το σημείο απ΄όπου προερχόταν ο ήχος. Η κόρη της ζωγράφου, το τζιτζίκι, χτυπούσε με το περιοδικό σε σχήμα ρολό το φασίστα που είχε μπουκάρει στο μονόκλινο προκειμένου να πραγματοποιήσει έλεγχο. Όπως τον έσπρωχνε προς τα έξω σε κατάσταση παροξυσμού, ουρλιάζοντας πως δεν είχε το δικαίωμα να ενοχλήσει τη μητέρα της, ξέσπασε σε κλάματα. Το σύνθημα είχε δοθεί για την ολομέτωπη μάχη ενάντια στην ενσάρκωση του θανάτου”. (Ανκόρ, σελ. 187)

Μια σκηνή που γίνεται αντιληπτή με την ακοή μας με εξαιρετική ένταση και ποιότητα ήχου καθώς το αισθητήριό μας της ακοής διεγείρεται από γδούπους, χτυπήματα, απότομα ξεσπάσματα συναισθήματος, ουρλιαχτά και κλάματα και όλα αυτά μας προκαλούν έντονη, ηχηρή δηλαδή, εντύπωση. Αυτό το ενιαίο όλο χαρίζει εσωτερική συνοχή στην ομάδα των χαρακτήρων που αποτελούν το μικρόκοσμο του νοσοκομείου, ταύτιση απόψεων και αρμονία κινήσεων. Η περιεκτικότητα αυτής της σκηνής και η λιτότητά της είναι βγαλμένη, θα έλεγε κανείς, από το σύμπαν του ρεμπέτικου (παρόλο που μέσα στο μυθιστόρημα ‘ακούγονται’ τραγούδια από πολλαπλά σύμπαντα) και η «ολομέτωπη μάχη ενάντια στην ενσάρκωση του θανάτου» γίνεται κατά τη διάρκεια του μυθιστορήματος σε πολλαπλά επίπεδα αφού παρακολουθούμε τη μάχη για την υπεράσπιση του παιδιού, για την υπεράσπιση όσων φαινομενικά περισσεύουν, για την υπεράσπιση της ζωγραφικής και της λογοτεχνίας, της μουσικής και , τελικά, για την υπεράσπιση της ίδιας της ζωής μας, για να γίνει τελικά ο κόσμος, ο άνθρωπος και η Ιστορία, παραφράζοντας εδώ μια φράση από τη συλλογή διηγημάτων της Πέλας Σουλτάτου Τα Φώτα στο Βάθος (Απόπειρα, 2013/2014), «ένα, ενιαίο και αδιαίρετο» (‘Τα φώτα στο βάθος του ορίζοντα’, σελ. 117).

Το Ανκόρ λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα τέτοιο μέρος – του νοσοκομείου αλλά και των μουσικών συναισθημάτων και της ηχηρής κραυγής ενός ξεσηκωμού που γίνεται βήμα βήμα – και κατοικείται από ανθρώπους-τραγούδια, φιγούρες με ονόματα περιφραστικά, όπως ‘η γυναίκα με το πι’, ‘ο ασπρομάλλης με τα άφιλτρα’, ΄η αδελφή με την ηπειρώτικη προφορά΄, ‘το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι’, φράσεις έτοιμες να μπουν ως στίχοι σε κάποιο τραγούδι, να εισβάλλουν στο θέατρο και να γίνουν ηθοποιοί, να γίνουν τα παρατσούκλια ρεμπέτικων τραγουδοποιών, ή απλά να κρατήσουν την ανωνυμία τους ακριβώς όπως ‘ο μετανάστης από το Μπαγκλαντές’ αλλά και ο υπέργηρος ναζί. Το περιβάλλον ενός νοσοκομείου ενεργεί ως εξισωτικός παράγοντας της κάθε ανωνυμίας και έτσι κάνει πιο έντονο ένα μη-αποστειρωμένο τέλος όπου «το κουστουμάκι του καθημερινού λόγου» αρχίζει να ξηλώνεται «μπροστά στον κοινό αγώνα» (σελ. 187). ΟΙ ίδιοι οι άνθρωποι ξεκινούν την πορεία τους ως λέξεις με προσδιορισμούς να τους χρωματίζουν και τελειώνουν τη ζωή τους στο Ανκόρ μέσα από εμάς ως «λέξεις γυμνές και ουσιαστικές» (σελ. 119).

Ανκόρ. Το όνειρο μιας επανάληψης όπου όλα τελικά βρίσκουν τη θέση τους και κυλούν. Θα λέγαμε αρμονικά. Κυλούν μαζί με μια ομάδα ανθρώπων που ξαναγεννιέται, λαβωμένη έστω, μέσα από την εμπειρία της θλίψης και του θανάτου. Που θέτει τα πάντα σε νέα τροχιά και τα βάζει σε τάξη. Πέρα από την τάξη των ανθρώπων, αυτών των άθλιων υποκειμένων που γνωρίζουν μόνο το ζυγό. Μια ιστορία απελευθέρωσης, ένας θάνατος που φέρνει την ανάσταση. Για τι μιλώ; Μα για την ανάσταση μια συλλογικής ψυχής που βρίσκει την ανάταση όταν αφιερώνεται σε έναν κοινό σκοπό. Και τότε όλα κυλούν όμορφα, σαν ένα παλιό 45άρι που θυμίζει κάτι από ένα παλιό ρεμπέτικο ή την αισθαντική φωνή του Louis Armstrong και της τρομπέτας του που έχουν γίνει ένα. Για τα τραγούδια σας μιλώ, που μας μαθαίνουν να σπαράζουμε αυθόρμητα και να θυμόμαστε στιγμές όταν νιώσαμε ελεύθεροι. Ένα Γλυκαπωλείο ονειρικό μέσα σ’ ένα νοσοκομείο όπου οι πόρτες της αίσθησης είναι καθαρές και έτσι ανοίγονται στην επανάσταση, σε αντίθεση με το σκοτάδι του φασισμού που τρέφεται από το ολοκληρωτικό τίποτα των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here