της Έφης Κατσουρού
Ο Αλέξανδρος Παπγεωργίου-Βενετάς, μετά τα Η πόλις ως εντελέχεια και Ο λόγος του πρωτομάστορα που είχαν κυκλοφορήσει και τα δύο από τις εκδόσεις Άγρα το 2023 (και έχουν παρουσιαστεί σε προγενέστερο άρθρο), επιστρέφει φέτος με ένα τρίτο δοκίμιο, στο οποίο συνεχίζει να συνταιριάζει την αγάπη του για τη λογοτεχνία και την αρχιτεκτονική εμπειρία της μακράς πορείας του ως αρχιτέκτων-πολεοδόμος. Η πόλη αποτελεί για τον Βενετά το θεμέλιο των αναζητήσεών του και η λογοτεχνία μία άλλη παράλληλη πόλη στην οποία εγγράφεται η μνήμη και λειτουργεί παλιμψηστικά στην κατανόηση της αστικής εμπειρίας. Ακριβώς αυτή η παράλληλη τάξη πραγμάτων εξετάζεται και στο εν λόγω βιβλίο με τίτλο Βηματισμοί Πεζοπορίες στο άστυ, όπου ο συγγραφέας επιχειρεί μία βάδιση συγχρονισμένη στον πραγματικό χώρο της πόλης, στο φανταστικό χώρο των αναγνωσμάτων του και το βιωμένο χώρο της μνήμης.
Με αφετηρία την βασική κίνηση του ανθρώπου, τη βάδιση, και ορίζοντάς τη ως πρωταρχική εμπειρία ανάγνωσης/αναγνώρισης του χώρου, προτείνει την παράλληλη περιπλάνηση στον αστικό ιστό και στον χώρο προσφιλών του στοχαστών (ενδεικτικά αναφέρω: Italo Calvino, Robert Walser, Georg Simmel, Kevin Lynch, Charles Baudelaire, Κώστας Βάρναλης, Αντρέας Εμπειρίκος, Δημήτρης Πικιώνης, Γιώργος Σεφέρης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Μιχαήλ Μητσάκης) ως βέλτιστο, ή έστω ως έναν δόκιμο, τρόπο για την καλύτερη αντίληψη της αστικής εμπειρίας. Ο δρόμος για τον Βενετά δεν ορίζεται μόνο από τις φυσικές του διαστάσεις αλλά αφομοιώνεται και ερμηνεύεται ως πολυδιάστατο πλαίσιο ζωής. Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει: τα αρχιτεκτονήματα, οι προσόψεις των κτηρίων αποτελούν μόνο ένα χωρικό πλαίσιο, η ουσία της αστικής ζωής συμπυκνώνεται στον «αέρα» που πάλλεται εδώ. Το «πνεύμα του τόπου» εκφράζεται, πρώτιστα, από τα συμβαίνοντα. Επομένως, μόνο από τον βασικό χρήστη της, η πόλη μπορεί να αναγνωστεί και να αποδοθεί, από εκείνον που την βιώνει στις διαφορετικές ώρες, κλιματολογικές συνθήκες, εκφορές της. Και ακριβώς αυτό, πράττει και ο συγγραφέας, στην παρούσα μελέτη, όντας ο ίδιος περιπατητής μοιράζεται την εμπειρία αυτή της παράλληλης ανάγνωσης του δομημένου και του γραπτού χώρου της πόλης φωτίζοντας σημαίνουσες και αφανείς εκφάνσεις της αστικής ζωής.
Το βιβλίο είναι δομημένο, εξαιρώντας τα προλογικά και επιλογικά σημειώματα, συμπεράσματα, παραθέματα, σε τρεις διακριτές ενότητες, που επιχειρούν να παραδώσουν μία ανατομία του τρόπου που βιώνουμε την πόλη μέσα από την πεζή κίνηση στους δρόμους της. Η διανοητική επεξεργασία της βάδην πορείας του – της φυσικής κίνησής του στην πόλη και των ερεθισμάτων που προσλαμβάνει οδηγεί τον συγγραφέα στην οργάνωση των τριών αυτών ενοτήτων με τρόπο απόλυτα ξεκάθαρο. Στην πρώτη εξετάζει τις συνθήκες πορείας, στη δεύτερη, τα κίνητρα και τα είδη πορείας και στην τρίτη και τελευταία παραδίδει τις δικές του πρεσβείες, τις μνήμες περιπάτων σε μία, μάλλον, ανάστροφη διαδικασία, όπου αφού έχει κωδικοποιήσει και παρουσιάσει, με όλο το θεωρητικό υπόβαθρο, το αποτέλεσμα της έρευνάς του, στη συνέχεια, κοινοποιεί στον αναγνώστη το αρχικό του κίνητρο, το βίωμα. Κάθε ανθρώπινη κίνηση, ανιχνεύεται και παραμετροποιείται σε μία διανοητική και συναισθητική ιεράρχηση των εικόνων που συνέλεξε κατά την βάδισή του στον χώρο και τον χρόνο της πόλης και στη συνέχεια υποσημειώνεται με λόγια στοχαστών-συνοδοιπόρων που φωτίζουν κάθε φορά μία αθέατη οπτική της εικόνας που είχε αποθηκεύσει στο προσωπικό του αρχείο.
Οι συνθήκες πορείας, όπως παρατηρεί ο Βενετάς, είναι αυτές που υποβάλλουν την κίνηση και κατευθύνουν το κέντρο εστίασης. Το φως και το σκοτάδι, το οικείο και το ξένο, οι εποχές του χρόνου, είναι οι εξωγενείς παράγοντες των οποίων η αλλαγή δεν εξαρτάται στο παραμικρό από τον περιπατητή και όμως, επηρεάζουν στο μέγιστο την κίνησή του και την υφή της εικόνας. Με το φως της ημέρας, η εικόνα του αστικού περιβάλλοντος είναι σαφής και αδιαμφισβήτητη. […] κατά τις νυχτερινές ώρες, τις με ηλεκτρικό, τεχνητό, φως φωτισμένες ώρες, ο αστικός χώρος γίνεται δυσκολότερα αναγνώσιμος αλλά και συχνά πιο υποβλητικός, σημειώνει χαρακτηριστικά, ενώ τον οικείο χώρο τον ορίζει ως κατάσπαρτο από ίχνη ενώ τον ξένο ως το τοπίο που φέρει την έκπληξη του αναπάντεχου. Κάθε διαφορετική εμπειρία/πρόσληψη του αστικού χώρου συνδράμει στην ολοκλήρωση της εικόνας του. Το αστικό τοπίο δεν υπάρχει ως κάτι στατικό και μονοδιάστατο είναι μία σύνθεση δυναμική, που πέρα από τη σχεδιαστική πρόθεση του αρχιτέκτονα-πολεοδόμου, διαρκώς μεταλλάσσεται ανάλογα με τα φυσικά δεδομένα, τη φθορά του χρόνου, τα πρόσωπα και τις σχέσεις που τα συνδέουν υπακούοντας στον παλμό της φύσης και της κοινωνίας. Στον αστικό χώρο συνυπάρχουν τελικά δύο οντότητες: Η μοναχικότητα του ατόμου και η συλλογικότητα του πλήθους, αναφέρει χαρακτηριστικά, σχολιάζοντας στη συνέχεια (σημείωση που υπερθεματίζει τα όσα, μέχρις ώρας, έχει προσπαθήσει να αποδείξει) τη νέα συνθήκη της παρεμβολής των σύγχρονων ψηφιακών μέσων στην πρόσληψη της αστικής εμπειρίας. Η απομόνωση του ήχου, κατά τη βάδιση μέσα από τη χρήση ακουστικών αναιρεί την ακουστική επαφή με το περιβάλλον, καθιστώντας τον διαβάτη ουσιαστικά απόντα από την κίνησή του. Το ίδιο συμβαίνει και με την υπερχρήση των κινητών τηλεφώνων, που απορροφούν την προσοχή του στο μέγιστο δημιουργώντας μία έντονη επισφάλεια στην διαδικασία της μετακίνησης και διαρρηγνύοντας, τελικά, και την παραμικρή υπόνοια συλλογικότητας στην πράξη αυτή.
Η επίδραση της κοινωνικής έκφρασης του ανθρώπου στον τρόπο που προσλαμβάνει την αστική εμπειρία εξετάζεται αναλυτικότερα στην επόμενη ενότητα, όπου επιχειρείται μία διάκριση των κινήσεων στην πόλη με βάση το κίνητρο που τις προκαλεί. Αρχικά, ο Βενετάς διαμερίζει τις κινήσεις σε παρεμβατικές, σε αυτές δηλαδή που αποσκοπούν κάπου, που έχουν ένα προκαθορισμένο σκοπό κατά την εκτέλεσή τους και τις αυτοαναφορικές, αυτές που επιδιώκουν απλά την ευχαρίστηση μέσω της συλλογής βιωμάτων. Μέσα από αυτή την αρχική διάκριση εκκινεί μία περιπλάνηση στους δρόμους της πόλης ακόλουθη με το διαφορετικό είδος του διαβάτη κάθε φορά, και υφαίνει ένα ατομικό και συλλογικό ψυχογράφημα της σύγχρονης αστικής ζωής. Ο βιοπαλαιστής, ο μεταφορέας, ο παρατηρητής, ο περιπατητής, ο φιλόζωος, ο αργόσχολος, ο πλάνης, ο περιηγητής, ο προσκυνητής, ο διαδηλωτής, ο παρελαύνων (σε συντεταγμένη, εθνική, θρησκευτική ή αυτοσχέδια, εορταστική έκφραση), το νέο είδος του αστικού δρομέα (διασκελιστή ή jogger) συναντιούνται και συνυπάρχουν στις αράδες του βιβλίου, όπως στους δρόμους της πόλης, συμπληρωματικά, συνυφαίνοντας τη φαντασμαγορία της αναρχίας της αστικής εμπειρίας. Η πορεία τους παρακολουθείται από τον συγγραφέα, ο οποίος με όμοιο τρόπο συναντιέται με άλλους στοχαστές, οι οποίοι έχουν καταπιαστεί κοινωνιολογικά με το θέμα του άστεως, στα σημεία και τα πρόσωπα, κάνοντας τον αναγνώστη να πιστεύει ότι η γραφή, ή πιο σωστά η περιπλάνηση στο χώρο της γραφής δεν είναι παρά μια περιπλάνηση στις εγγραφές των προκατόχων. Και τελικά, μπορεί να γίνει αντιληπτή η πόλη ως γραφή και η γραφή σαν μία άλλη πόλη, με μονάδες και κοινωνικά σύνολα που αλληλεπιδρούν στα εδάφη τους.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με τις προσωπικές εγγραφές του συγγραφέα στο αρχείο της πόλης, εικόνες που έχουν χαραχθεί βαθιά στη μνήμη του και φέρουν μέσα τους συλλογικά και ιδιωτικά συναισθήματα, αστικές αποτυπώσεις που αποτελούν κομμάτι της ατομικής και της συλλογικής ιστορίας. Ο Βενετάς, σε αυτό το βιβλίο, παραδίδει έναν ύμνο για την πόλη, που όλα αυτά τα χρόνια έθρεψε και συνεχίζει να θρέφει τη λαχτάρα του για ζωή, τη στιγμή ακριβώς που το μέλλον της αστικής ζωής, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις, μέσα από την άκρατη τουριστικοποίησή τους, καθημερινά, διακυβεύεται:
[Περιπατητής ή διαβάτης; 2024]
Προχωρημένα τα χρόνια τώρα. Καθημερινή σχεδόν η κάθοδος πεζή από τις υπώρειες του Λυκαβηττού, στη Δεξαμενή του Αδριανού, προς το κέντρο της πόλης. Μιας πόλης φτιασιδωμένης, αντικείμενο περιηγητισμού, αλλά και πολύβοης, με αφόρητη πυκνότητα κτισμάτων, οχημάτων και πεζών. […] Ο περίπατος που μετατρέπεται συχνά σε περιήγηση είναι ωστόσο σήμερα σχεδόν αδύνατος στη διαδρομή αυτή. Απειλητική κυκλοφορία οχημάτων ανακόπτει την πορεία του περιπατητή, τον κάνει προσεκτικό στα βήματά του, του αφαιρεί την πολυτέλεια της θεώρησης. […] Σφαλερά, ύπουλα τα πεζοδρόμια πάνω στα οποία προχωράς, συχνά θρυμματισμένα, πάντοτε στενά. […] Με όποιον ενδεχομένως περπατάς «παρέα», δεν μπορείς να πεις κουβέντα. […] Ακροβολισμός σε καιρό ειρήνης, συμπόρευση αδύνατη. […] Αντί σε περίπατο βρίσκεσαι έτσι σε μια μετατόπιση του σαρκίου σου, είσαι -θέλεις δεν θέλεις- διαβάτης, προσπερνάς σχεδόν αμήχανος. […] Και όμως! Την διαδρομή αυτή την επαναλαμβάνω τακτικά. Είμαι διαβάτης ιδιόμορφος […] χωρίς βεβαίως τις χαρές του σουλατσαδόρου που τις αποστερούμαι υπό τις συνθήκες που κυριαρχούν. // Και συνεχίζω έτσι τους βηματισμούς μου μέσα στην πολιτεία: κέντρισμα ζωής, ατέρμονη μαθητεία, χαρά.
Αλέξανδρος Παπαγεωργίου-Βενετάς, Βηματισμοί Πεζοπορίες στο άστυ, Άγρα, 2025
![]()



























