Γιάννα Μπούκοβα, Σάντι Βασιλείου: δύο ιδιαίτερες ποιητικές φωνές (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
588
Spread the love

της Βαρβάρας Ρούσσου

Γιάννα Μπούκοβα, Μαύρο χαϊκού, Ίκαρος 2024

Η Μπούκοβα φτάνει σε αυτό το βιβλίο έχοντας μελετήσει κυρίως στο προηγούμενο ποιητικό βιβλίο της Σ (φρμκ 2021) τη γλώσσα ως ανανεωτικό παράγοντα του ποιητικού λόγου. Η νέα συλλογή της  είναι ιδιαίτερη και σύνθετη τόσο ως προς τις θεματικές της όσο και ως προς τις τεχνικές, την οργάνωση και τη ρητορική της. Βεβαιότητες κάθε είδους, ακόμη και πρακτικές μηχανικές εφαρμογές, θρησκευτικές αντιλήψεις, γεωμετρικά κατασκευασμένες θεμελιώσεις όπως ο χρόνος και η μέτρησή του, το δυαδικό σύστημα-βάση της δυτικής σκέψης, τα κλασικά πειράματα («Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το πώς ο σκύλος του Παβλόφ/έμαθε το όνομά του.), οι κατοπτρικές αντανακλάσεις του εαυτού, οι αλλαγές των αιώνων και οι ιστορικές περίοδοι, οι ανακαλύψεις, όλα τίθενται υπό αμφιβολία με τρόπο που κινείται ανάμεσα στον κυριολεκτικό επιστημονικό λόγο (ορισμένα από τα αριθμημένα δίστιχα του πρώτου ομώνυμου με τη συλλογή μέρους) ή στίχοι που ενώ έχουν συντεθεί  πυκνωμένα ώστε να ανακαλούν  αξιώματα της επιστήμης αποτελούν στοχασμούς «κωδικοποιημένους που παραπέμπουν στο Tractatus ή σε λακανικές θέσεις, συνδυάζοντας τον αποφθεγματικό χαρακτήρα του στοχασμού με την ποιητικότητα. Μέσω ακριβώς αυτής της ειρωνικά αποστασιοποιημένης ή βαθιά στοχαστικής εκφοράς η αναγνωστική ματιά μπαίνει συγκινησιακά στο σύμπαν της Μπούκοβα: «10. Αλλά ακόμα και μια παλή λέξη όπως «έξω»/μπορεί να αλλάξει τη γραμμή του ορίζοντα». Να ένα δίστιχο που, νομίζω συνταιριάζει όσα σκέφτομαι γι αυτόν τον τρόπο. Επίσης: «Σταδιακά αποκρυσταλλώνεται/ το θέμα της δουλειάς μου: η ζωντανή ύλη».  Το σώμα που συχνά επανέρχεται στη συλλογή («Ναι, είναι που όλοι οι δρόμοι/τελικά οδηγούν στο σώμα.») είναι ταυτόχρονα μηχανικό, ευάλωτο και φθαρτό (2.1. Ας εμπιστευτούμε τη στατιστική:/90% του εαυτού μου είναι σκοτεινή ύλη.») αναζητά τη σταθερότητα σε επιστήμη και θρησκεία (λογική/ορθό λόγο και πίστη) αλλά μένει μετέωρο στο φόβο του θανάτου, στο άμορφο του θα νάτου σαν τα άμορφα σκουλήκια του πρώτου ποιήματος. Η Ιστορία δεν είναι μόνο η ανθρωποκεντρική οπτική αλλά τα περιθώριά της που συχνά αγνοούμε και χρειάζεται η έκκεντρη ματιά του ποιήματος: «Δεν βασανίζει μόνον ανθρώπους η Ιστορία./Ο 19ος αιώνας ήταν η Κόλαση της φάλαινας./Η σάρκα της καιγόταν/ σ’ όλα τα σκοτεινά δωμάτια της οικουμένης./».

Η πρώτη ήδη ανατροπή της βεβαιότητας είναι η απουσία της φόρμας χαϊκού που αναφέρεται στον τίτλο ενώ το μαύρο θα μπορούσε να αποτελεί την επίγευση σε αυτή τη συλλογή.

Η βεβαιότητα της επιστήμης (ποίημα 5 της ενότητας), της θρησκείας, της λογικής τείνει λοιπόν να ανατραπεί αφήνοντας τον δυτικό ορθολογισμό ή την μεσαιωνική πίστη να μετεωρίζονται. Σε αυτό συντελεί η ακριβώς αντίθετη σύνθεση: μια οργανωμένη συλλογή σε τρεις ενότητες διαφορετικής δόμησης: η πρώτη με ποιήματα άτιτλα, ένστιχα σε στροφές ή ενιαία ή και πεζόμορφα και ενδιάμεσα αριθμημένοι στίχοι (δίστιχα έως τετράστιχα) ή στίχοι πλαγιογραφημένοι. Η δεύτερη ενότητα με τίτλο «Έγγραμμα» αποτελούμενη από πέντε έντιτλα και ένστιχα ποιήματα και η τρίτη «Don’t panic. It’s a thought experiment» με πέντε αριθμημένα ποιήματα και ένα καταληκτήριο «Οι δυο δάσκαλοι». Αυτή την οργάνωση ενισχύουν οι στίχοι που λειτουργούν ως αποφάνσεις, συμπεράσματα που σταδιακά ανατρέπονται.

Σε αυτό κάθε ποιητικό διανοητικό εγχείρημα του βιβλίου μοιάζει σχετικό και το να ξεφύγουμε από τον εαυτό φαίνεται ακατόρθωτο («Είναι επικίνδυνο να έχεις τον εαυτό σου/μονίμως στο οπτικό σου πεδίο.» Ή μήπως αυτό ισχύει κατεξοχήν στη νεωτερικότητα αφού «Η Ιστορία συχνά παραλείπει μια σημαντική λεπτομέρεια./ Ότι στο μεγαλύτερο μέρος  της οι άνθρωποι υπήρξαν/χωρίς ξεκάθαρη εικόνα του εαυτού τους./».

Συλλογή από την οποία η συγκίνηση και η συναισθηματική συμμετοχή έρχεται παράξενα μέσω του τρόπου που διατυπώνονται και επαναδιατυπώνονται τόσο κομβικά ζητήματα σαν μια επαναδιαπραγμάτευση της ίδιας της ποίησης και των τρόπων της. Πρόκειται για μια ανίχνευση, που περνάει από το επίπεδο της φόρμας σε βαθύτερη αναζήτηση, πέρα από τις γνωστές συμβάσεις, του πώς μπορεί «παραδοσιακά» εργαλεία να μεταποιηθούν ή και να παραμεριστούν προς μια ανανέωση του ποιητικού λόγου.

 

*********

 

 Σάντι Βασιλείου, Οι ψυχές των ψαριών, θράκα 2024

Επτά χρόνια μετά την πρώτη της συλλογή 28 μέρες κάτω από τη γη (2017) η Σάντι Βασιλείου επιστρέφει με ένα βιβλίο 27 ποιημάτων κατανεμημένων σε τρεις ενότητες: Ι. τα φυρά ΙΙ τα ψάρια ΙΙΙ. τα άλλα κτήνη. Από την αντιηρωική γυναικεία αυτοεικόνα («καταδυόμενη/όχι αφροδίτη/και όχι αρκετά ψάρι») μιας αντι-θεάς του έρωτα που βυθίζεται αλλά δεν είναι τελικά η μυθική γοργόνα στο ομώνυμο ποίημα («γοργόνα») μια γυναίκα αυτοαναγνωρίζεται και γνωρίζει τους άλλους μέσα από μια συνάφεια με τον κόσμο των φυτών των ψαριών και των άλλων κτηνών-ανθρώπων. Η διάδραση με τον κοινωνικό περίγυρο χαρακτηρίζεται από σκληρότητα και ματαίωση. Βασικός θεματικός άξονας είναι ο ακυρωμένος έρωτας για τον οποίον δεν υπάρχει θρηνολογία αλλά, τροφοδοτημένα από την εμπειρία, απογοήτευση και θυμός για τη μη ανταπόκριση συναισθημάτων. Έτσι, τα αρνητικά συναισθήματα μεταποιούνται ως σκληρές μεταφορές ή ειρωνική κυριολεξία. Πίσω από αυτά ο φόβος, η απόσταση και η απόσυρση προς την ίδια την εαυτή ως θωράκιση. Από το πρώτο ποίημα «υποδόρια» τα φυτά εν-σωματώνονται «όσα φυτά μπορούσες να καλλιεργήσεις/κάτω από το δέρμα σου/») διευκολύνοντας την επιστροφή στο σώμα και την απόπειρα αυτονόμησης «ορκίζομαι/δε θ’ αφήσω ξανά/κανέναν/να με καταπιεί/». Η περιχαράκωση στο σώμα-εαυτή γίνεται στάση άμυνας της ποιητικής φωνής, ταυτόχρονα και αντίσταση ενάντια σε καταστάσεις που την τραυμάτισαν και συμπυκνώνονται κυρίως σε ένα εσύ, μια αρρενωπότητα, επενδυμένο αρνητικά (βλ. «το ωραίο φύλο»). Στο «οργής κινδύνου και ανάγκης» το ποίημα υπονομεύει διαλυτικά της εκκλησιαστική προσευχή απαλλαγής από τρία δεινά “Υπέρ του ρυσθήναι ημάς από πάσης θλίψεως, οργής, κινδύνου και ανάγκης” που η ποιητική φωνή ανάγει σε συστατικά της ενηλικίωσής της. Η παιδική αθωότητα- εποχή άγνοιας χτισμένη από την υποταγή στα κοινωνικά μοντέλα που πρόβαλε η οικογένεια και εξέθρεψε η κάθε ερωτική σχέση, απομυθοποιείται και εντέλει καταλήγει σε διάρρηξη: «με ανατρέφει μια οργή/εγκυμονώ έναν κίνδυνο/και με γαμάει πάντα μια ανάγκη» στο ίδιο ποίημα. Η Βασιλείου οδηγεί τη φωνή εκφοράς σε ένα ξήλωμα στερεοτύπων σε μια εξέγερση ατομικού επιπέδου ώστε να φτάσει στο  επουλωτικό ράψιμο της εαυτής μετά τα τραύματα. Τα «αδυναμία» με την αμφισβήτηση μιας μητρότητας στερεοτυπικής που θα συνεχίσει ζωές-στατιστικά στοιχεία, στη «δασική πυρκαγιά»  όπου ο μεταφορικός λόγος ενέχει τη διαμαρτυρία και οργή ως δυναμική αλλά και μάταιη θυσία έως  άρνηση στην απαιτούμενη στην ερωτική σχέση υπόταξη («λαγοί», «υποταγή», «τα καταπράσινα δάση της ανταρκτικής» όπου το απόλυτο αδύνατο της συνεννόησης οδηγεί εντέλει στον «πάγο» τη σχέση) στα ψέματα που συντηρούν σχέση φόβου και βίας η ποιητική φωνή ασφυκτιά και εκρήγνυται.

Βέβαια στην πρώτη ενότητα τα φυτά δεν έχουν απόλυτα ενεργό ρόλο και πρέπει, μάλλον, να σκεφτούμε τη συμβολική τους σημασία ή να τα αναζητήσουμε σποραδικές αναφορές σε ποιήματα ανιχνεύοντας τον μη κομβικό τους ρόλο. Αντίθετα, στη δεύτερη ενότητα τα συμβολοποιημένα ψάρια, ο βυθός, η άβυσσος είναι περισσότερο λειτουργικά στοιχεία και ορισμένα θαλάσσια όντα τιτλοφορούν και ποιήματα «πεσκανδρίτσα», «θαλάσσια χελώνα» κ.ά. συμβολοποιώντας ένα κόσμο σκοτεινό όπου τα άφωνα ψάρια επιδιώκουν να αποκτήσουν φωνή. Σε ορισμένα από τα ποιήματα επανέρχεται ως ακυρωμένη εμπρόθετα δυνατότητα η μητρότητα. Η άρνησή της επιβεβαιώνει την αυτονόμηση του γυναικείου υποκειμένου απέναντι σε ένα κοινωνικό και προσωπικό αίτημα και λειτουργεί ως φορέας της οργής. Η σύνθεση με μέρη «κήτος» και ιδίως ξεκάθαρα το «τελετές ονοματοδοσίας των ψαριών» συναποτελούν τη μετάβαση σε μια διαφορετική εαυτή αποσυρμένη είτε με φορτίο ματαιώσεων είτε με στροφή στη σωματικότητα της εαυτής.

Ανάμεσα σε μια κυριολεξία θυμού, με το βίωμα/τραύμα διάχυτο υπόβαθρο, με  αναφορικότητα που διαφεύγει σε λιγότερο λογικές μεταφορές, αναγνωρίσιμους αναγνωστικά συμβολισμούς, με τα επιλεγμένα λίγα αλλά δυναμικά λεκτικά παιχνίδια, την αποφυγή των πολλών επιθέτων και τη χρήση δυνατών ουσιαστικών, τα ποιήματα της Βασιλείου είναι δομημένα με τους τρόπους και τις τεχνικές της πρώτης συλλογής, πάντα ένστιχα, με προσοχή στην έκταση των στίχων και κυρίως στους έντονα φορτισμένους νοηματικά λειτουργικούς διασκελισμούς, με στίχους σε παρενθέσεις ως στοχαστικές αποστροφές.

 

Προηγούμενο άρθρο10+1 εξαιρετικά ελληνικά πεζογραφήματα που διαβάζονται και στην …πλαζ (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΟι «Οιδίποδες» του Γ. Χουβαρδά: συνέπεια και ποιότητα, αποσπασματική μέθεξη (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ