Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Ο Ίαν ΜακΓιούαν και η διερεύνηση της σημερινής αβεβαιότητας (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

Ο Ίαν ΜακΓιούαν και η διερεύνηση της σημερινής αβεβαιότητας (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
36

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Ο Ίαν ΜακΓιούαν δεν διστάζει να θίγει μεγάλα ζητήματα. Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης διαδρομής του μας έχει χαρίσει μυθιστορήματα που διερευνούν την ηθική, τη φύση της μνήμης, την αγάπη και την απώλεια μέσα από διαφορετικές οπτικές. Με το “Τι μπορούμε να γνωρίζουμε” (εκδ. Πατάκη, μετ. Κατερίνας Σχινά) επιχειρεί κάτι ακόμα πιο κρίσιμο: τα όρια της ανθρώπινης γνώσης και κατανόησης. Πρόκειται για ένα τολμηρό έργο που φέρει τη σφραγίδα της χαρακτηριστικής γραφής του συγγραφέα και τη φιλοδοξία του εγχειρήματος, με μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη παρά στο συναίσθημα.

Από το “Εξιλέωση” μέχρι το “Μηχανές σαν κι εμένα”, το έργο του ΜακΓιούαν θέτει συχνά τον προβληματισμό γύρω από το πώς οι επιστημονικές, ηθικές ή φιλοσοφικές ιδέες διαμορφώνουν τις ζωές μας. Εδώ, όπου παντρεύει την πνευματική αναζήτηση με τη λογοτεχνική ακρίβεια, προχωρά ένα βήμα παραπέρα, διερευνώντας το πώς η μνήμη, η κατανόηση και η πεποίθηση διαμορφώνουν πραγματικότητες ή το τί συμβαίνει όταν οι βεβαιότητες γκρεμίζονται. Εδώ η επιστήμη, η λογοτεχνία και η ιστορία συνυπάρχουν και οι αναγνώστες αναγνωρίζουν την ευφυΐα και τη σαφήνεια στη γραφή του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα, βραβευμένου με το Μπούκερ το 1998 για το “Άμστερνταμ” και υποψήφιου πολλές φορές ακόμη για το ίδιο βραβείο.

Το “Τι μπορούμε να γνωρίζουμε” είναι ταυτόχρονα ένα λογοτεχνικό θρίλερ, μια ιστορία αγάπης και ένα οικολογικό μυθιστόρημα στο οποίο τρεις χρόνοι – παρελθόν, παρόν και μέλλον – συγχωνεύονται σε ένα ενιαίο, γεμάτο ροή ρεύμα όπου ένα νήμα διανοητικής αναζήτησης διατρέχει τις σελίδες με μια τεταμένη ατμόσφαιρα να υποβόσκει κάτω από την επιφάνεια. Η πλοκή του μας μεταφέρει σε μια Αγγλία του 22ου αιώνα, πλημμυρισμένη από τη θάλασσα ως αποτέλεσμα της υπερθέρμανσης του πλανήτη και πυρηνικών εκρήξεων, όπου η ζωή συνεχίζεται σε νησιά και αρχιπελάγη που έχουν επιβιώσει ή διαμορφωθεί. Τα αρχεία έχουν εξαφανιστεί, η ψηφιοποιημένη γνώση είναι αποσπασματική και η πρόσβαση σε πληροφορίες και τεχνολογία πιο δύσκολη. Ένας πανεπιστημιακός μελετητής λογοτεχνίας αναζητά τα ίχνη ενός χαμένου ποιήματος γραμμένου τον 20ό αιώνα, πριν καταρρεύσει ο πολιτισμός, το οποίο απολαμβάνει διαστάσεις θρύλου. Ο στόχος του είναι να διακρίνει το ρήγμα που χωρίζει το επίμαχο ποίημα ανάμεσα “σ΄εκείνο που πραγματικά ήταν και σ΄ αυτό που έγινε στο πλαίσιο της συλλογικής κουλτούρας”.

Το μυθιστόρημα χωρίζεται σε δύο μέρη, καθένα από τα οποία καλύπτει τα ίδια γεγονότα από διαθέσιμες πληροφορίες με διαφορά ενός αιώνα. Το πρώτο μέρος, με αφηγητή τον ερευνητή Τομ Μέτκαλφ, εκτυλίσσεται στην Αγγλία του 2119. Ο ίδιος διακατέχεται από την εμμονή να ανακαλύψει ένα αντίγραφο του επικού ποιήματος, το οποίο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ, παρά μόνο ακούστηκε από μια χούφτα ανθρώπων σε δείπνο γενεθλίων το 2014. Ωστόσο θεωρείται το αριστούργημα ενός ποιητή της δικής μας εποχής, ισάξιου του Σέιμους Χίνι, του ταλαντούχου και εκκεντρικού (επινοημένου) Φράνσις Μπλάντυ, που γράφτηκε και διαβάστηκε ως δώρο στη σύζυγό του Βίβιεν για τα 54ά γενέθλιά της. Με τα χρόνια η φήμη εκείνης της γιορτής, που αδόκιμα ονομάστηκε “Δεύτερο Δείπνο των Αθανάτων”, παραπέμποντας στο διάσημο “Δείπνο” του 1817 του ζωγράφου Μπεν Χέιντον και των ποιητών Γουίλλιαμ Γουέρντσγουορθ και Τζον Κιτς, διογκώθηκε στο μυαλού του κοινού που είχε κουραστεί από τα δεινά της παγκόσμιας περιβαλλοντικής κρίσης.

Οι ζωές του πρωταγωνιστικού ζεύγους και των καλεσμένων του σε ένα απομονωμένο κτήμα στην αγγλική ύπαιθρο, με ανούσιες λεπτομέρειες, όπως οι πατάτες του δείπνου ήταν ποικιλίας Ρούστερ, και σκόρπιες πληροφορίες σχετικά με την αναζήτηση του ποιήματος αναφέρονται εκατό χρόνια αργότερα. Καίρια ερωτήματα απαιτούν απάντηση: Μήπως καταστράφηκε από τη Βίβιεν; Ή μήπως ο Μπάντυ υποχώρησε στην απαίτηση ενός πετρελαϊκού κολοσσού, έναντι αδρής αμοιβής όπως υποστήριζαν τα κοινωνικά δίκτυα μετά τον θάνατό του, να αποσύρει το ποίημα, καθώς μιλούσε για την υπερθέρμανση του πλανήτη, παρότι ο ίδιος υπήρξε “εξοργιστικά αδιάφορος” για την απειλητική κλιματική κρίση, θεωρώντας την “μια ανοησία της μόδας”. Η ανάκτηση του ποιήματος έχει μετατραπεί σε ακαδημαϊκή υπόθεση, ρομαντική εμμονή και στοχασμό για το τι επιβιώνει από μια πολιτισμική καταστροφή με τους ειδικούς να αναμετρώνται με τα όρια της γνώσης τους.

Ενώ περιηγείται στα εναπομείναντα αρχεία – όλα δευτερογενείς πηγές – και στα μέρη όπου περπατούσαν το ζεύγος Μπλάντυ και οι φίλοι τους, ο Τομ ανακαλύπτει άλλα από αυτά που περίμενε, ανατρέποντας ολόκληρη την ιστορία: μια άνευ όρων αγάπη, μια άθλια προδοσία κι ένα τρομερό έγκλημα, δοσμένα από την απομυθοποιητική οπτική της επιρρεπούς σε απιστίες Βίβιεν. Είναι το δεύτερο μέρος, ένα προσωπικό ημερολόγιο γραμμένο από τη σύζυγο του ποιητή, παρούσα σε όλα τα γεγονότα τα οποία οι ερευνητές του πρώτου μέρους γνωρίζουν δευτερογενώς και αποσπασματικά. Η αφήγησή της αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι του 2119 ανακάλυψαν μόνο την επιφάνεια, βασισμένοι σε υποθέσεις για το τι μπορεί να είχε συμβεί και κυρίως αγνοώντας τις συγκλονιστικές λεπτομέρειες μιας πράξης που ήταν το μυστικό κρίσιμο σημείο για όσα συνέβησαν, συμπεριλαμβανομένης της σύνταξης του μακροσκελούς ποιήματος “Μια Κορόνα για τη Βίβιεν” – μια ακολουθία από σονέτα, το καθένα εκ των οποίων ξεκινά με τον τελευταίο στίχο του προηγούμενου.

Γίνεται σαφές ότι παρά την επίπονη έρευνα και την εμμονική αφοσίωσή του στην αναδίφηση του συγκεκριμένου λογοτεχνικού φαντάσματος, που δεν συμμερίζονται οι φοιτητές του, οι οποίοι πιστεύουν ότι οι άνθρωποι πριν τον κατακλυσμό ήταν “αδαείς, άθλιοι και καταστροφικοί αγροίκοι”, ο Τομ δεν θέλει να περιοριστεί στη βιογραφία “της φήμης ενός ποιήματος που κανείς δεν είχε διαβάσει” και ζει “χάρη στη φήμη του και μόνο”, μέχρι που ανακαλύπτει, διαβάζει και αργότερα επιμελείται την έκδοση των εξομολογήσεων της Βίβιεν.

Ο Μέτκαλφ και η σύντροφός του Ρόουζ, η οποία τον συνδράμει στην έρευνα, διδάσκουν στο επινοημένο πανεπιστήμιο Σάουθ Ντάουνς ενός μικρού νησιού, το μόνο που έχει απομείνει από το Ηνωμένο Βασίλειο, και μελετούν τη λογοτεχνία και την ιστορία μεταξύ 1990 και 2030, μια περίοδο που εξιδανικεύουν ως χρυσή εποχή συναρπαστικής εφευρετικότητας, αλλά και απερίσκεπτης απληστίας που θα φέρει τον κατακλυσμό. Δηλαδή την “Παράκρουση”, όπως οι άνθρωποι άρχισαν να αποκαλούν την εκδικητική μανία των καιρικών συστημάτων, αλλά και την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η ανθρωπότητα. “Κι όμως μέσα στο χάος των καταστροφών, η παγκόσμια λογοτεχνία παρήγαγε τους ωραιότερους θρήνους της…” Ο ΜακΓιούαν αποφεύγει τη μακρά περιγραφή αυτών των γεγονότων, αλλά παρουσιάζει τα αποτελέσματά τους με κρίσιμες πληροφορίες μέσω των αφηγήσεων του Μέτκαλφ.

Οι χαρακτήρες στο “Τι μπορούμε να γνωρίζουμε” μοιάζουν με φορείς ιδεών σε ένα μυθιστόρημα που συχνά τείνει περισσότερο προς το φιλοσοφικό στοχασμό, ειδικά όταν πρόκειται για τα δύο βασικά θέματα. Το ένα αφορά στο υπαρξιακό πρόβλημα που προκύπτει από την κλιματική αλλαγή και τίθεται με την έννοια του τρομακτικού κατεπείγοντος, παρουσιάζοντας τις καταστροφικές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για τον κοινωνικό και πολιτικό ιστό, με τη Νιγηρία να είναι (ανεξήγητα) η νέα υπερδύναμη στον κόσμο. Με το άλλο που έχει να κάνει με το φιλολογικό αίνιγμα και τον μελετητή να μαθαίνει περισσότερα για τη σχέση ανάμεσα στους Μπλάντυ, ενώ του διαφεύγει ο πυρήνας της γνώσης, το ίδιο το πνευματικό δημιούργημα, εγείρονται πολλά ακανθώδη ερωτήματα γύρω από τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε. Πόσο συχνά ερμηνεύουμε κείμενα από δευτερογενείς πηγές, όπως ημερολόγια, ή με βάση τη ζωή του δημιουργού;

Η επιστροφή στην ποίηση, “πολύτιμη για όσους ακόμα νοιάζονται”, “φυλαχτό για τους επιζώντες και υπόσχεση για ένα καλύτερο μέλλον”, εμφανίζεται για τον μελετητή Μέτκαλφ σε μια σχετικά πιο ήρεμη περίοδο. Ωστόσο, τι ειρωνεία, όταν στο επικίνδυνο ταξίδι με τη Ρόουζ στα απομονωμένα νησιά που αναδύονται μέσα από ερείπια, προς αναζήτηση πληροφοριών, λαχταρά την αφθονία της εποχής που ερευνά, με δείπνα, ψυχαγωγία, ελεύθερη και εύκολη μετακίνηση, πλούσια χλωρίδα και πανίδα, αναγνώσεις ποίησης και μεγάλους ποιητές. Είναι όμως οι μεγάλοι ποιητές και σπουδαίοι άνθρωποι; Ποιος είναι ο ρόλος της βιογραφίας στην αξιολόγηση και κατανόηση της λογοτεχνίας;

Το “Τι μπορούμε να γνωρίζουμε” είναι ένα πνευματικά διεγερτικό βιβλίο που προκαλεί τη σκέψη, αμφισβητεί και βγάζει τον αναγνώστη από τον εφησυχασμό του. Ο Ίαν ΜακΓιούαν καταθέτει μια φιλόδοξη διερεύνηση της αβεβαιότητας που περισσότερο ανησυχεί παρά ενθαρρύνει. Έναν στοχασμό για το πώς η τέχνη και η μνήμη επιμένουν και μετά από μια καταστροφή, για όλα όσα μπορεί να χαθούν από τον πολιτισμό και για το πού μπορεί να φτάσει η γνώση μας. Αλλά, κυρίως, μας υπενθυμίζει ότι ο ίδιος παραμένει μια από τις πιο γοητευτικές φωνές στη σύγχρονη λογοτεχνία. Χτίζει δεξιοτεχνικές αφηγήσεις, με ζωντανές λέξεις και καλά ζυγισμένες προτάσεις, με δομή σφιχτοδεμένη όπως η “Κορόνα” του ποιητή του και ρυθμό που επιτρέπει το φιλοσοφικό και συναισθηματικό βάθος. Ένα ιδανικό μυθιστόρημα για όσους εκτιμούν τη βαθιά κομψή και στοχαστική πρόζα, καθώς “ο στοχασμός βρίσκεται πάντα σε κρίση”.

 

 

Ίαν ΜακΓιούαν, Τι μπορούμε να γνωρίζουμε,μτφρ. Κατερίνα Σχινά, Πατάκης

 

 

Προηγούμενο άρθροΜελοποιήσεις ποιημάτων του e.e. cummings από Έλληνες μουσικούς (του Γιάννη Μουγγολιά)
Επόμενο άρθροΣυγγραφή: Η τέχνη των μοναχικών εραστών (από τον Πάνο Ιωαννίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ