γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης
Ο Ρόμαν Καράδερς είναι ένας νεαρός επιτυχημένος οικονομικός σύμβουλος για πελάτες με υψηλές απαιτήσεις και για την ώρα ζει και δραστηριοποιείται επαγγελματικά στην πολύβουη Ατλάντα. Διάγει την πολυτελή ζωή που πάντα επιθυμούσε, απολαμβάνοντας όσα συνοδεύουν τη σκληρή και πολύωρη δουλειά του. Αλλά όταν δέχεται ένα αιφνίδιο τηλεφώνημα από την αδερφή του, Νέβια, από την αγροτική Βιρτζίνια, που τον ενημερώνει ότι ο πατέρας του είχε ένα φρικτό ατύχημα και βρίσκεται σε κώμα νοσηλευόμενος σε μονάδα εντατικής θεραπείας στο νοσοκομείο της περιοχής τους, αμέσως βάζει σε αναμονή την επικερδή επιχειρηματική του ζωή για να επιστρέψει στο σπίτι των παιδικών του χρόνων, στο Τζέφερσον Ραν. Το αυτοκίνητο του πατέρα βρέθηκε κοντά στις ίδιες γραμμές του τρένου όπου η μητέρα τους είχε εξαφανιστεί σχεδόν είκοσι χρόνια νωρίτερα κατά έναν περίεργο, ομολογουμένως, τρόπο.
Η οικογένεια στην οποία σπεύδει ο οικονομολόγος Ρόμαν, ο πατέρας του, Κιθ, η αδερφή του, Νέβια και ο μικρότερος αδερφός του, Ντάντε, δεν είναι άνθρωποι με τους οποίους μιλούσε τακτικά, ειδικά εκείνη τη χρονική περίοδο. Ενώ η αμοιβαία αγάπη τους είναι βαθιά ριζωμένη και ανέγγιχτη, η συμπάθεια του ενός για τον άλλο παρουσιάζει συνεχόμενες αυξομειώσεις για διάφορους επιφανειακούς, τουλάχιστον, λόγους. Η Νέβια έχει κάποια παράπονα από αυτόν και ένα βαθμό δυσαρέσκειας επειδή νιώθει ότι ο Ρόμαν την εγκατέλειψε μόνη να σηκώνει όλο το βάρος της βοήθειας προς τον πατέρα τους στην οικογενειακή επιχείρηση, ένα κρεματόριο που αυτός και η μητέρα τους έχτισαν παλιότερα και το σπουδαιότερο εξ’ αρχής, εκ θεμελίων.
Ο μικρότερος γιος των Καράδερς, Ντάντε, είναι το οικογενειακό χάος, που διαθέτει καλοκάγαθο χαρακτήρα αλλά και μια τάση να παίρνει εξαιρετικά κακές αποφάσεις, όπως να εμπλέκεται σε παράνομες υποθέσεις με αλκοόλ και ναρκωτικά. Από την όλη εξίσωση λείπει η μητέρα τους, η οποία όμως εξαφανίστηκε από το προσκήνιο σχεδόν είκοσι χρόνια πριν και έχει αφήσει μια αθεράπευτη ψυχική ουλή σε κάθε μέλος της οικογένειας πίσω της. Η περιρρέουσα φήμη στο Τζέφερσον Ραν, που επιμένει να ψιθυρίζεται και να αιωρείται μέχρι σήμερα, είναι ότι ο σύζυγός της, Κιθ Καράδερς, την σκότωσε αφού ανακάλυψε την γνωστή απιστία της και πέταξε το σώμα της στον φούρνο του κρεματόριου, εξαφανίζοντάς την έτσι οριστικά. Αλλά η ορατή θλίψη του κάθε χρόνο στην επέτειο της ημέρας που εξαφανίστηκε, υποδηλώνει ότι αυτό το σενάριο είναι μάλλον απίθανο να έχει λάβει χώρα.
Ο Ρόμαν σχεδιάζει να μείνει για μερικές εβδομάδες στα πατρικά του εδάφη με την ελπίδα ότι ο πατέρας του θα ξυπνήσει από το κώμα. Καθώς επανεντάσσεται στη ζωή προσπαθώντας να βελτιώσει τις σχέσεις με τα δύο αδέρφια του, ο Ντάντε σύντομα ομολογεί ότι πήγε με το μέρος κάποιων κακών ανθρώπων, ενεπλάκη στην ουσία με τα μέλη μιας τοπικής επικίνδυνης συμμορίας γνωστής ως Μπλακ Μπάρονς. «Ρόμαν, οι τύποι αυτοί είναι δολοφόνοι, στυγνοί δολοφόνοι», και δεν πρέπει να τα βάλουμε μαζί τους, λέει σε γενόμενη συζήτηση ο Ντάντε στον αδερφό του. Τους χρωστάει, ομολογεί, 300.000 δολάρια για ένα σημαντικό φορτίο ναρκωτικών που κάποια στιγμή περιέργως χάθηκε, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν γίνει γνωστές οι σχετικές λεπτομέρειες. Ο Ρόμαν συμφωνεί να βοηθήσει τον Ντάντε να συνεννοηθεί με τους ηγέτες του Μπλακ Μπάρονς, ένα ζευγάρι αδελφών γνωστών ως Τόρεντ και Τράνκιλ Γκιλκράιστ. Ο Ντάντε είναι στην αρχή επιφυλακτικός, αλλά ο Ρόμαν αισθάνεται σίγουρος ότι σε σύγκριση με τις ισχυρές οικονομικές διαπραγματεύσεις που έχει συνηθίσει να κάνει στον εργασιακό του χώρο, αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί πρόβλημα. Ωστόσο, όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα και φάνηκε στη συνέχεια, δεν θα μπορούσε να διαπράξει μεγαλύτερο λάθος!
Όπως υπαινίχθηκε ο Ντάντε, οι ηγέτες της συμμορίας αποδεικνύονται για ακόμη μια φορά πραγματικά τρελοί και μοχθηροί. Ο Τόρεντ ασκεί την εξουσία του στην ευρύτερη περιοχή αδιακρίτως και εξαπολύει τον σαδιστή αδελφό του, Τράνκιλ, σε οποιονδήποτε και οτιδήποτε με ελάχιστη έως καθόλου ανάλογη πρόκληση. Η αλαζονεία του Ρόμαν κάνει κάτι παραπάνω για να προκαλέσει τον Τόρεντ, και οι αδελφοί Καράδερς μόλις που επιβιώνουν από τη συνάντηση που προγραμμάτισαν μαζί τους. Ο μόνος λόγος που είναι ακόμα ζωντανοί είναι ότι ο Ρόμαν πείθει τους αδελφούς Γκιλκράιστ ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τις επαγγελματικές του ικανότητες ως επιτυχημένος διαχειριστής μεγάλων ποσών χρημάτων για να τους αποφέρει πολλά κέρδη, πέρα από αυτά που ήδη τους οφείλει ο αφελής Ντάντε. Προσφέρει επίσης πρόσβαση της συμμορίας στις υπηρεσίες του κρεματόριου, μια βολική υπηρεσία αποκομιδής και εξαφάνισης πτωμάτων ανεπιθύμητων προσώπων που έχει αρκετή αξία για μια συμμορία που δημιουργεί πτώματα σε εβδομαδιαία βάση. Ταυτόχρονα, ο Ρόμαν συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μόνο μία διέξοδος. Άντρες σαν τον Τόρεντ, δεν σέβονται τίποτα και κανέναν. Θα σε σκοτώσουν τόσο γρήγορα όσο σε κοιτάζουν επειδή μπορούν, του είπαν. Όταν ασχολείσαι και δουλεύεις για τέτοιους άνδρες, υπάρχει μόνο ο κίνδυνος να καταλήξεις κι’ εσύ στάχτη!
Με ένα μικρό λάθος και βήμα, εκ μέρους του, η ζωή του θα μπορούσε να χαθεί όπως και της υπόλοιπης οικογένειάς του, αλλά ο Ρόμαν ξεκινά να καταστρώνει ένα σχέδιο για να πλησιάσει αρκετά τους αδελφούς Γκιλκράιστ, να κερδίσει για αυτούς τόσα πολλά χρήματα που δεν θα μπορούν παρά να τον κρατήσουν κοντά τους, και τελικά να ανατρέψει τα υφιστάμενα δεδομένα. Αλλά για να το κάνει αυτό, αναγκάζεται να αρχίσει να παραμορφώνει τον δικό του ηθικό κώδικα. Όπως πολλοί από τους προηγούμενους κύριους χαρακτήρες του Κόσμπι, ο Ρόμαν αναγκάζεται να δικαιολογεί έναν αυξανόμενο αριθμό ανήθικων αποφάσεων και εξαιρετικά παράνομων ενεργειών ώστε να υποστηρίξει έναν ευρύτερο αντικειμενικό στόχο. Η ασφάλεια της οικογένειάς του είναι το μόνο πράγμα που έχει σημασία γι’ αυτόν, και έτσι αν συμβούν ανεπιθύμητα πράγματα σε άλλους κατά την επιδίωξη αυτού του στόχου, αυτό θα αποτελεί απλώς μια παράπλευρη απώλεια και τίποτα άλλο περαιτέρω. Ο Κόσμπι είναι γνωστός για τα μυθιστορήματα που περιέχουν αρκετή βία, όπως και σε τούτο άλλωστε. Οι Μπλακ Μπάρονς, είναι οι πιο σκληροί και ανένδοτοι σαδιστές από όλους τους άλλους χαρακτήρες που έχει δημιουργήσει ως τις μέρες μας ο Κόσμπι, και η συνεχής απειλή κινδύνου που δημιουργείται από τη βία και την απρόβλεπτη φύση τους είναι αρκετά τρομακτική, ίσως επειδή οι αδελφοί Καράδερς βρίσκονται σχεδόν πάντα σε κοντινή απόσταση από αυτούς. Σε συνδυασμό με τα άλλα έργα του, η συγκεκριμένη ιστορία υπερβαίνει ωστόσο κατά πολύ την συνηθισμένη σκληρότητα και τη βία.
Ο αντίκτυπος που έχει στα αδέλφια η εξαφάνιση, στο παρελθόν, της μητέρας τους και η αέναη και συστηματική αναζήτηση της Νέβια να ανακαλύψει την αλήθεια, όσο σκληρή και αν αποδειχτεί, εισάγουν στο μυθιστόρημα μια συνοδευτική ιστορία, ενώ η έναρξη μιας περίεργης και αναπάντεχης ρομαντικής σχέσης από τον Ρόμαν με το τελευταίο άτομο στην πόλη που θα έπρεπε να επιλέξει, δημιουργεί αναγκαστικά ένα επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας μέσα στην ήδη ζοφερή κατάσταση. Όλα αυτά συνδυάζονται και εμπλέκονται για να δημιουργήσουν συγκεντρωτικά ένα μυθιστόρημα γεμάτο ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Είναι κείμενο έντονο, βίαιο και σκοτεινό αρκετά, κάτι που ωθεί τον συγγραφέα Κόσμπι προς αυτή την κατεύθυνση, να γίνεται δηλαδή ολοένα και καλύτερος, και να ανταποκρίνεται στον υψηλό πήχη που ο ίδιος ήδη έθεσε με τα προηγούμενα μυθιστορήματά του.
Αυτό που θεωρεί ο Ρόμαν ότι θα είναι ένα απλό, ίσως ένα ακόμα συναισθηματικό ταξίδι επιστροφής στο σπίτι του στο Τζέφερσον Ραν, της Βιρτζίνια, μετατρέπεται σε απόλυτο χάος όταν μαθαίνει τις λεπτομέρειες της συμπεριφοράς του αδελφού του, Ντάντε και τα χρέη του στους τοπικούς γκάνγκστερ. Ως ειδήμων που γενικώς θεωρείται στον επαγγελματικό του χώρο, ο Ρόμαν πιστεύει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτόν τον ρόλο για να διαπραγματευτεί τη ζωή, στην πραγματικότητα, του αδελφού του. Ωστόσο, αυτό που ακολουθεί είναι ένα επικίνδυνο και ασταμάτητο παιχνίδι, καθώς αγωνίζεται να βρίσκεται πάντα ένα βήμα μπροστά από τα στελέχη της συμμορίας. Από μόνη της αυτή η υπόθεση θα αποτελούσε μια καλή αστυνομική ιστορία, αλλά ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τους συναισθηματικούς δεσμούς, την αγάπη, την απώλεια και την κληρονομιά της οικογένειας για να εδραιώσει τη μορφή εκείνη της ιστορίας που επιθυμούσε να φέρει τελικά στη δημοσιότητα. Από την αρχή σχεδόν της υπόθεσης, μαθαίνουμε ότι ο Ρόμαν και τα αδέρφια του εξακολουθούν να στοιχειώνονται από την μυστηριώδη εξαφάνιση της μητέρας τους. Εκείνη έχει φύγει από κοντά τους εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, όμως κανένας τους δεν έχει καταφέρει πραγματικά να αποστασιοποιηθεί από το σκληρό εκείνο γεγονός της απώλειας. Ο Ντάντε αποδέχεται τον εαυτό του ως τον χαμένο της οικογένειας καταπραΰνοντας τον πόνο του είτε με αλκοόλ, είτε με ναρκωτικά. Η αδερφή τους, η Νέβια, αναλαμβάνει τα ηνία του και διευθύνει ουσιαστικά μονάχη το οικογενειακό τους κρεματόριο, την επιχείρηση από την οποία ζουν, ενώ παράλληλα ψάχνει σε συνεχόμενη βάση για ανεύρεση χρήσιμων στοιχείων στην υπόθεση εξαφάνισης της μητέρας της, ανεξάρτητα από το πού μπορεί αυτό να οδηγήσει, ενώ ταυτόχρονα τρέφει μια αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τον πατέρα τους. Έτσι ο Ρόμαν βάζει τον εαυτό του σε κίνδυνο, ζητώντας τη βοήθεια του φίλου του, και έμπειρου σε αυτά τα επικίνδυνα γεγονότα, Καλίλ. Αλλά οι ενέργειές τους, όπως αποδεικνύεται, ξεπερνούν σοβαρά τα υφιστάμενα όρια στο όνομα της δικαιοσύνης. Σε ολόκληρο το κείμενο του βιβλίου υποβόσκει μια συγκεκριμένη ανατροπή, λύτρωση ή κατάληξη την οποία ο αναγνώστης αναμένει εναγωνίως.
Κάποιοι ισχυρίζονται ότι με όλα όσα συνέβησαν ή περιεγράφησαν σε αυτό το βιβλίο, η κορύφωση θα ήταν ένα έλεος, μια κάθαρση, αν και δεν είμαστε σίγουροι ότι όλοι οι χαρακτήρες θα συμφωνούσαν με αυτή. Είναι ένα απάνθρωπο από κάθε πλευρά μυθιστόρημα, οικογενειακό δράμα όπου δεν μπορείς να προσδιορίσεις ακριβώς αν οι πρωταγωνιστές είναι καλοί ή όχι άνθρωποι. Το μυθιστόρημα «Ο Βασιλιάς της Στάχτης», είναι κλασσικό αστυνομικό θρίλερ, με άφθονη αγωνίας και σωρό δολοφονιών. Ο Ρόμαν ως χαρακτήρας, παρουσιάζεται συμπαθητικός, αλλά έχει πολλά ελαττώματα. Αυτά έκαναν τον χαρακτήρα του τρισδιάστατο, αλλά τον οδήγησαν επίσης στο να γίνει η αιτία να δυναμιτισθεί η συνοχή της οικογένειάς του. Αποδείχτηκε αρκετά καλός και αποτελεσματικός να κρατάει μυστικά και να λέει ψέματα, ειδικά σε αυτούς που αγαπούσε. Ένα μυστικό που τον βασάνιζε, επίσης, ήταν και γι’ αυτόν η εξαφάνιση της μητέρας του και το γεγονός ότι ο πατέρας του είχε μια επιτυχημένη επιχείρηση με κρεματόριο. Το μότο τους ήταν, ότι στο τέλος όλα καίγονται! Ο Ντάντε, ο μικρότερος αδερφός του Ρόμαν, ενδιαφερόταν μόνο να μεθάει και να κάνει χρήση ναρκωτικών. Ήθελε να είναι ο εαυτός του, πέρα από όλα εκείνα που του παρείχε διαχρονικά ο πατέρας του. Ήταν παιδαριώδης στη συμπεριφορά και ανώριμος. Αυτή η ανωριμότητα, σε συνδυασμό με τον εθισμό του σε διάφορες ουσίες, τον οδήγησαν σε έναν επικίνδυνο δρόμο και κατευθείαν στο μονοπάτι μιας τοπικής συμμορίας που δρούσε μέσω βίας, μεταξύ άλλων, στην οποία ο Ντάντε θα χρεωνόταν υπέρογκα χρηματικά ποσά. Η Νέβια ήταν η αδερφή του Ρόμαν και του Ντάντε. Για χρόνια βοηθούσε τον πατέρα τους να διευθύνει την απαιτητική επιχείρηση στο κρεματόριο, ήταν ωστόσο και εμμονική να μάθει για την εξαφάνιση της μητέρας τους, ενώ παράλληλα κουραζόταν από την επιχείρηση επειδή της αποσπούσε χρόνο από την άστατη και πλούσια ερωτική της ζωή. Ο Καλίλ, τελικά, θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά πολύτιμος για τον Ρόμαν, καθώς θα έθετε σε εφαρμογή ένα επικίνδυνο σχέδιο για να εξουδετερώσει την τοπική συμμορία που ήταν υπεύθυνη για τα προβλήματα του Ντάντε και όχι μόνο.
Φυσικά, όπως γίνεται συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις, το τέλος του βιβλίου ήταν το καλύτερο μέρος. Η ανακάλυψη του τι ακριβώς διημείφθη με την μητέρα των τριών αδελφών την παλιά εκείνη εποχή, ήταν πραγματικά ανατριχιαστικό ξάφνιασμα. Ένα τέλος με πολλά ακόμα ανοιχτά θέματα, και το σπουδαιότερο, με διαλυμένες οικογενειακές σχέσεις. Αλλά ποιος ήταν ο πραγματικός κακός στην ιστορία, θα αναρωτηθεί κάποια στιγμή ο αναγνώστης. Ήταν η τοπική συμμορία που διοικούνταν από τους Τόρεντ και Τράνκιλ Γκιλκράιστ, ή μήπως κάποιος άλλος; Αλλά ο απόλυτος κακός που ήταν και ηθικά άξεστος αποδείχτηκε μάλλον ο Ρόμαν. Είναι διχασμένος από την αφοσίωση στην οικογένειά του και τη διατήρηση της φήμης που έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια μακριά από το σπίτι, και τώρα με την επιστροφή του όσο πιο βαθιά σκάβει, τόσο πιο άσχημες γίνονται οι αλήθειες που αναδύονται εκ βάθρων. Τα ψέματά του και οι συγκαλύψεις του πλήγωσαν τους πάντες και επέφεραν την διάλυση της οικογένειας στο τέλος.
Ο σημερινός σύγχρονος συγγραφέας της αστυνομικής λογοτεχνίας επιστρέφει με ένα καυστικό έργο που μπορεί να ψυχαγωγεί, αλλά αφήνει και κάποια ενόχληση στην ψυχή του αναγνώστη. Ο Κόσμπι έχει δεξιότητες σε αυτό το είδος και κέρδισε γρήγορα τη θέση του ως ένας από τους απόλυτα καλύτερους συγγραφείς του αστυνομικού είδους. Εδώ, σε τούτο το νότιο νουάρ, ξεδίπλωσε μια λαμπρή και συναρπαστική μελέτη χαρακτήρων που παραπέμπει σε παλιότερους μαιτρ του είδους. Σκιαγραφεί μια υποβαθμισμένη περιοχή του αμερικάνικου Νότου που μαστίζεται από την αστική εγκατάλειψη, την οικονομική απελπισία, την πολιτική διαφθορά, τον πολλαπλασιασμό των ναρκωτικών, τις δολοφονίες και τη βία μεταξύ των συμμοριών που δημιουργήθηκαν εκεί και δραστηριοποιούνται. Το Τζέφερσον Ραν, στην ουσία, είναι ένας χαρακτήρας από μόνος του. Μια πόλη σαπισμένη από χαμένη βιομηχανία και απίστευτες κληρονομημένες πληγές, δεν είναι απλώς ένα σκηνικό αλλά ένα χωνευτήριο πολλών και περίεργων πραγμάτων και καταστάσεων. Όλα καίγονται εκεί μέσα, η αγάπη, η ελπίδα, η αθωότητα, ακόμη και τα ψέματα που λένε οι χαρακτήρες για να προστατεύσουν τον εαυτό τους. Οι προδοσίες πολλαπλασιάζονται, οι συμμαχίες καταρρέουν και η οικογενειακή αφοσίωση γίνεται απελπιστικό στην ουσία άλλοθι. Η οικογένεια είναι ταυτόχρονα βάρος και ευλογία. Και η φυγή μερικές φορές απλώς σε φέρνει πίσω, πονώντας να διορθώσεις αυτό που δεν έπρεπε ποτέ να είχε διαρραγεί. Ίσως τελικά όλα να συμπυκνώνονται σε εκείνα τα λόγια που ξεστόμισε κάποια στιγμή ο μικρός τότε Ρόμαν: «Άρα οι μεγάλοι μπορούν να πηδιούνται μ’ όλους και κανείς να μην λέει τίποτα», συνειδητοποιώντας αμέσως όπως γράφει ο Κόσμπι, «ότι έχει περάσει σε τόπους ανεξερεύνητους. Σε μια χώρα έκπτωτων ειδώλων και εκθρονισμένων αυτοκρατόρων. Σ’ ένα βασίλειο που κάθε παιδί πρέπει κάποια στιγμή να διασχίσει. Ένα ταξίδι που ξεκινάει μ’ εσένα να βλέπεις τους γονείς σου ως πλάσματα αλάνθαστα και τελειώνει με τη γύμνια της ανθρώπινης ιδιότητάς τους. Για τους περισσότερους το ταξίδι τελειώνει με μια αποδοχή, που ποτίζεται από νοσταλγία. Τους αγαπάμε τους γονείς μας όχι επειδή είναι τέλειοι, αλλά επειδή επιμένουν παρά τις ατέλειές τους. Σε κανένα μας δεν αξίζει απόλυτα η θεία Χάρη, αλλά η ομορφιά βρίσκεται στην προσπάθεια»!
![]()


















S. A. Cosby, Ο Βασιλιάς της Στάχτης. Μετάφραση: Γιώργος Μαραγκός, Εκδόσεις Gutenberg. Ιούνιος 2026. Αθήνα



