της Βαρβάρας Ρούσσου
Στο αναλυτικό-κριτικό λεξιλόγιο επανέρχονται δυϊστικά αντιθετικές κατηγοριοποιήσεις που συντηρούν δίπολα. Τους σκέφτομαι ιδιαίτερα το τελευταίο διάστημα με αφορμή ορισμένες συλλογές, πρόσφατες ή λίγο παλιότερες: λυρικό/αντιλυρικό, κυριολεκτικό/μεταφορικό που μεταξύ τους συνδέονται κατά κάποιο τρόπο που θα επιχειρήσω να εξηγήσω. Παρά την περιγραφική χρησιμότητα των διπόλων δεν παύουν, όπως όλα τα δίπολα, να είναι προβληματικά και μάλιστα αν, πέρα από περιγραφικά, λειτουργούν και ως αξιολογικές κατηγορίες. Ιδίως η ταύτιση του λυρισμού με την ποιητικότητα και τον υψηλά μεταφορικό λόγο και συνεπώς το έλλειμμά της η κυριολεξία, η προφορικότητα και η πεζολογία αναπαράγονται σε κριτικά κείμενα. Η μεταφορά δεν εγγυάται την ποιητικότητα όπως η στεγνή κυριολεξία και αναφορικότητα δεν ταυτίζεται με την αυθεντική καταγραφή αλλά ούτε με την μη-ποίηση. Και εδώ έρχεται το ζήτημα «βίωμα» συζητημένο τελευταία, ταυτισμένο με την αδιαμεσολάβητη κυριολεξία ή την αφελή εξομολόγηση και στοχοποιημένο ως καταστροφική «εισβολή» στην ποίηση. Στο βιβλίο της Lyric Shame: The “Lyric” Subject of Contemporary American Poetry η Gillian White έδειξε την ιστορική πορεία της φόρτισης της κατηγορίας «λυρικό» που ταυτίστηκε σταδιακά με την εξομολογητικότητα το εγώ τον περιορισμό στο ιδιωτικό και ενίοτε με τον πολιτικό συντηρητισμό ενώ το αντιλυρικό με ακριβώς τα αντίθετα. Αν και η μελέτη αποδεικνύει την ανακρίβεια μιας τέτοιας απολυτότητας και όντως είναι δυνατό το λυρικό στοιχείο να απομακρύνει το βίωμα από την αφελή εξομολόγηση και να το στρέψει προς νέες σημασίες είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, εύκολο να το ενθέσει σχεδόν σε ένα έτοιμο απόθεμα τρόπων (σχημάτων λόγου θα έλεγα με έναν παλιότερο όρο). Έτσι εξομαλύνει, ωραιοποιεί, ιδίως το αρνητικό βίωμα και την εμπειρία, αισθητικοποιεί και σχεδόν τυποποιεί. Εξυπακούεται ως βάση του κειμένου αυτού ότι βίωμα δε σημαίνει απαραίτητα ό,τι το συγγραφικό υποκείμενο έχει ζήσει το ίδιο, εδώ όμως η συζήτηση μετατοπίζεται σε άλλα σημεία και θα μείνω μόνο στο ότι η συγγραφική φαντασία, επινοητικότητα, επεξεργασία κλπ δεν καταργεί την απόσταση από την εμπειρία ενός άλλου.
Στο κριτικό λεξιλόγιο αλλά και στον ίδιο τον ποιητικό λόγο το «λυρικό» συχνά ταυτίζεται, ασαφώς μάλλον, με την έντονη ή υπερβολική αισθηματολογία, την συγκινησιακή υπερφόρτιση την έμφαση στην εσωτερικότητα. Φυσικά, η ταύτιση δεν ισχύει αλλά η παρουσία τέτοιων στοιχείων χαρακτηρίζεται συχνά ως λυρισμός και συχνότερα συνδέεται με την αίσθηση του ατομικού, προσωπικού σε διάκριση από το συλλογικό, κοινωνικό. Όμως, δεν υφίσταται ένα αυτάρκες εγώ πριν από την κοινωνία, έξω από τις κοινωνικές σχέσεις και πριν από τη γλώσσα. Ακόμη και η πιο ιδιωτική εμπειρία αρθρώνεται μέσα σε ιστορικά, κοινωνικά, έμφυλα και πολιτισμικά σχήματα. Η ανάγκη να σηματοδοτηθεί η ποιητικότητα μπορεί να οδηγήσει σε συμβατικούς λυρικούς τρόπους και στην άμβλυνση μετατρέποντας την αρνητική συχνά εμπειρία σε σειρά μοτίβων. Το ζήτημα δηλαδή είναι όχι η παρουσία του λυρικού στοιχείου και ο βαθμός της αλλά η λειτουργία του, ο μετασχηματισμός του βιωματικού υλικού ή η υπαγωγή του σε αναγνωρίσιμους, τετριμμένους και δυσλειτουργικούς γι αυτό τρόπους.
Δίπλα στους τρόπους που αναγνωρίζονται ως λυρικοί, εμφανίζονται συχνά ποιητικές πρακτικές που θεωρούνται αντιλυρικές και συχνά συνάπτονται με την κυριολεξία, την προφορικότητα, την πεζολογία ή τη χαμηλή συγκινησιακή ένταση. Οι τρόποι αυτοί δεν συνιστούν ενιαία ούτε αντίθετη περιοχή προς το λυρικό, (επειδή χρειάζεται να δούμε πέρα από δίπολα) μπορούν μάλιστα να συνυπάρχουν μαζί του στο ίδιο ποίημα. Είναι αυτοί, κυρίως γλωσσικής τάξης, καταλληλότεροι για την απόδοση του βιώματος; Είναι ποιητικοί ή αντιποιητικοί; Ούτε εδώ υπάρχει προνομιακός τρόπος. Η άμεση ονομασία του συναισθήματος και ο καθημερινός τόνος μπορεί να παραμένουν απλή καταγραφή και να αποδυναμώνουν τη βιωματική ένταση. Μπορούν όμως, σε συνδυασμό με θραυσματικότητα, συνειρμούς, εναλλαγές ή άλλες μορφικές πρακτικές, να εγγράφουν το βίωμα με ιδιαίτερη δραστικότητα. Το βιωματικό υλικό δεν εγγυάται το ποίημα ούτε όταν λυρικοποιείται ούτε όταν κατατίθεται με μεγαλύτερη κυριολεξία. Εξάλλου ας σκεφτούμε ότι η λογοτεχνία είναι στη βάση της βιωματική και δεν υπάρχει «ανεπεξέργαστο» βίωμα εκεί εφόσον μεσολαβεί η γλωσσική κατεργασία.
Η δραστικότητα, η ένταση, η συγκίνηση παράγονται με τη μορφική και ρητορική επεξεργασία του υλικού. Ενδεχομένως αυτά φαίνονται αυτονόητα κι όμως θεωρώ ότι δεν έχουν προσδιοριστεί με τρόπο ουσιαστικό έτσι ώστε όσο ο λυρισμός όσο και το θεωρούμενο αντίθετό του να λειτουργούν ως περιοχές κατακριτέες όταν συνδυαστούν με βιωματικό υπόστρωμα.
Ας δούμε τι συμβαίνει με το λυρικό στοιχείο και άλλους τρόπους σε δυο συλλογές.
Άκης Παρώδης, θλιμμένος βάτραχος εκδ. Ιωλκός 2024
Ο θλιμμένος βάτραχος είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Άκη Παρώδη που μάλιστα έλαβε και το βραβείο Ζαν Μωρεάς στην κατηγορία πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή. Ακολούθησε η δεύτερη συλλογή του Εντροπία μνήμης. Homo incurvatus in se (Ιωλκός 2025). Τα εικοσιεπτά ποιήματα της πρώτης του συλλογής (με το τελευταίο ποίημα, το τριμερές «Μυστικό» αριθμούν εικοσιεννέα) αντλούν από το ατομικό με το συναίσθημα να αποτελεί την κύρια αντίδραση. Στα ποιήματα ο λυρισμός φαίνεται να συνιστά ένα προϋπάρχον λεξιλόγιο και μια ρητορική ως δοχείο για το βίωμα το οποίο έτσι χάνει την ιδιοπροσωπία του, εξομαλύνεται και γίνεται σε κάποιες περιπτώσεις ποιητικό μοτίβο. Ταυτόχρονα αυτή η λυρική «μετάφραση» με ρητορικά σχήματα κοινότοπα και κοινότοπο λεξιλόγιο καταλήγουν σε προβλέψιμη σύμβαση. Όσο κι αν αυτές οι πρακτικές επιχειρούν να επικοινωνήσουν χωρίς κρυπτικότητα και να κάνουν το βιωματικό στοιχείο κοινό κτήμα εντέλει εξαιτίας του παγιωμένου συγκινησιακού λεξιλογίου αφαιρείται κάθε δυναμική: «η φωνή […] σπάει», «κόμπος στο λαιμό», «ανοιχτές πληγές», «χλωμό παρόν», «άγρυπνη νύχτα». «Μικρό κορίτσι ρωτάει τις μέλισσες / αν θα έρθει ποτέ το καλοκαίρι». Η κλισέ παιδικότητα ταυτισμένη με μια επίφαση αθωότητας και «φυσικής» ελευθερίας (μέλισσες, καλοκαίρι) και η ανάλογη νοσταλγία φορτίζει ως «ποιητικά» το λόγο δηλαδή λυρικά. Το ποίημα δεν χρειάζεται σχεδόν να κατασκευάσει τη συγκίνηση, επειδή την εισάγει έτοιμη το λεξιλόγιο. Ο κοινότοπος λυρισμός δεν σημαίνει απλώς τετριμμένες μεταφορές αλλά ότι η γλώσσα προσπαθεί συνεχώς να δηλώσει ότι είναι ποιητική. «Πότε θα σε δω»/ Γυρίζεις σαν εμμονή, σε γεύομαι και σε ακούω, μιλάς για λίγο,/ξαπλώνεις στο απέραντο σεντόνι που περιμένει ακόμα,/» («Λάσπη»). Στο «Υποκριτές» οι «άλλοι» συνιστούν κοινωνική παρουσία χωρίς κοινωνική λειτουργία στο ποίημα. «Βλέπω με γυάλινα μάτια/τα γυαλιστερά τους πρόσωπα./[…] Μέχρι να με κοιτάξουν./Μέχρι να μπορέσουν κι εκείνοι/να με δουν.».
Και οι δυο συλλογές του Παρώδη θέτουν ερωτήματα για το χειρισμό του βιώματος: αν η προφορικότητα, η κυριολεξία, ο αγοραίος λόγος μοιάζουν «ακατέργαστη» καταγραφή σε βαθμό που τίθεται το ερώτημα αν πρόκειται για ποίηση άλλο τόσο η κλισέ ρητορική και το εύκολο συναίσθημα τυποποιούν το βίωμα και το αισθητικοποιούν, εξωραΐζοντάς το ταυτίζοντας συνεπώς το λυρικό και την ποιητικότητα με μια απόσυρση στο εγώ. Το θέμα δεν είναι το βίωμα και η κοινότητα του βιώματος αλλά οι φθαρμένοι ρητορικοί τρόποι που δεν ανασυντάσσονται δημιουργικά. Ο τίτλος μάλιστα της δεύτερης συλλογής του Παρώδη δηλώνει την εγωτική τάση. Αυτή η συστροφή στο εγώ δεν το καθιστά βέβαια εξωκοινωνικό μιας και κανένα εγώ δεν προηγείται της γλώσσας και των κοινωνικών του διαμεσολαβήσεων. Όμως, εδώ, περιορίζει δραστικά το εύρος των σχέσεων που το ποίημα κατορθώνει να ενεργοποιήσει.
Κατερίνα Ντίνου, ξύλινο παιχνίδι, εκδ. 24γράμματα 2025
Ο τίτλος αλλά κυρίως ο υπότιτλος «Ποιητική νουβέλα» αποτέλεσαν το ερέθισμα για να διαβάσω τη συλλογή. Η αφηγηματικότητα που προοικονομείται από τον ειδολογικό χαρακτηρισμό, συνδυαστικά με το ποιητικό πλαίσιο, σχετίζεται με το αυξημένο αφηγηματικό στοιχείο που απαντά σε πολλές ποιητικές συλλογές και που επίσης συνδέεται με βαθμό προφορικότητας.
Δεύτερη ποιητική συλλογή για την Ντίνου, δυο χρόνια μετά την πρώτη (Πέτρα αιώνια 2023, Μετρονόμος). Ο τίτλος ξύλινο παιχνίδι κυριολεκτεί: η διμερής αυτή σύνθεση, η ποιητική νουβέλα αποτελεί την ένστιχη πρωτοπρόσωπη αφήγηση μια ξύλινης κούκλας. Το πρώτο μέρος «Ζωντανεύουν στα χέρια σας» έχει δύο μέρη που απαρτίζονται από μικρότερα διακριτά μεταξύ τους ποιήματα, όμοια και το δεύτερο «Ο Μεγάλος Κόσμος». Οι συνδέσεις είναι πολλές από τον Πινόκιο έως τον Μολυβένιο στρατιώτη και το Toy Story τα παιχνίδια είναι φορτισμένα καθώς ανήκουν στην παιδική ηλικία, δίνονται δέκτες αγάπης, φίλοι, σύμβολα και αναμνήσεις. Αλλά ακόμη και αν δεν σκεφτούμε την κούκλα ως παιχνίδι αλλά ως άψυχο σώμα κούκλας ρούχων το πλαίσιο δεν αλλάζει: έχουμε μια κλασική κλισέ προσωποποίηση που δεν ανασημασιοδοτείται δημιουργικά και γόνιμα. Σχετικά γρήγορα είναι εμφανής ο συμβολισμός: μια ιστορία καταπίεσης αφηγημένη από μια ξύλινη όμορφη κούκλα-γυναίκα που έχει κάτοχο-κυρίαρχο «ο κάτοχος μου δεν άργησε ποτέ,», «όσο ο κάτοχός μου έλειπε» «άκουσα να λέει ο Κάτοχός μου,/εσύ φαίνεται θα έχεις πολλές φωνές ./Και θα είναι όλες δικές μου». Μια ιστορία εκμετάλλευσης μιας εγκλεισμένης γυναίκας «από δωμάτιο σε δωμάτιο/από χάρτη σε χάρτη/από ζωή σε ζωή/από κατοχή σε κατοχή/από ξύλο σε σάρκα.» Η κούκλα είχε όνομα και κάτοχο κάποια στιγμή αγοράζεται από άλλον και αλλάζει όνομα, το οποίο δεν αναφέρεται, όπως και κανένα άλλο, επιχειρώντας την πρόσληψη της ιστορίας ως γενικού συμβόλου. Βρίσκεται λοιπόν κλεισμένη εκ νέου σε ένα εχθρικό περιβάλλον νοσταλγώντας τον προηγούμενο εγκλεισμό. Όπως υπονοεί ο τίτλος του δεύτερου μέρους τα φυλακισμένα ξύλινα παιχνίδια αποδρούν με μια πλημμύρα που αποδίδεται στο ποίημα λυρικά. «μουσική αέρινη, σαν από κόσμο ξωτικών,/κάλυπτε τους θορύβους,/σύμμαχος και νοσταλγός των ημερών της/πρώτης κατοχής.». Ο συνδυασμός αφήγησης με λυρικό στοιχείο, το σχεδόν υπερφυσικό τέλος που ελευθερώνει οι κοινότοπες μεταφορές αποδυναμώνουν τελείως το σύμβολο. Η βία δίνεται υπαινικτικά και όχι με άμεσο τρόπο. Μετατίθεται έτσι σε ένα άλλο αφηγηματικό και συμβολικό επίπεδο. Αυτή η παραμυθιακή ή αλληγορική μετάθεση θα μπορούσε να απομακρύνει από την ωμή αναπαράσταση και να επιτρέψει μια άλλη οπτική ή να λειτουργήσει ανοικειωτικά. Όμως, αντ’ αυτού εξομαλύνεται μέσω ενός αναγνωρίσιμου, χρησιμοποιημένου και φορτισμένου συμβόλου (κούκλα). Το ερώτημα είναι πόσο μια δυνατή έμφυλη εμπειρία -μια κακοποιητική σχέση όπου η γυναίκα γίνεται απόλυτο θύμα και μάλιστα δένεται συναισθηματικά με «τον κάτοχό της»- χρειάζεται να αισθητικοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό. Να μεταποιηθεί δηλαδή σε ένα κείμενο που δεν ισορροπεί ως ποιητική -η ένστιχη δομή, οι απόπειρες δραστικών διασκελισμών για ένταση, το κοινότοπα λυρικό στοιχείο- ούτε ως νουβέλα -η αφήγηση είναι επίσης κοινότοπη και χαλαρή όσο και το ίδιο το παραμυθιακό υπόβαθρο-. Περιγραφικοί και αφηγηματικοί οι στίχοι συχνά με μια πεζολογία που δεν εξυπηρετεί («Το άλλο πρωί ξύπνησα με έναν παγωμένο τρόμο,/όσο να’ναι μια αλλαγή στέγης δημιουργεί/ανασφάλειες, καινούργιοι συγκάτοικοι με πρόσωπα/από πορσελάνινη λάμψη,/μάτια ψυχρά με κοιτούσαν αδιάκριτα, ειρωνικά,/ ανήσυχα/») αναλώνονται συχνά σε λεπτομέρειες που θα άρμοζαν σε πεζό αλλά μειώνουν την πυκνότητα και την ένταση της ποιητικής φόρμας που έχει επιλεγεί. Η γυναίκα γίνεται με το σύμβολο της κούκλας ένα απόλυτο αντικείμενο και η συνθήκη εξάρτησης και υποτέλειας μεταβάλλεται σε αισθητική παράσταση μέσα από μια λυρική εξομάλυνση της έμφυλης βίας. Η κοινοτοπία του συμβόλου δεν αποτελεί από μόνη της πρόβλημα αλλά γίνεται προβληματική εφόσον η σύνθεση δεν δημιουργεί αρκετή απόσταση από τις ήδη παγιωμένες σημασίες της κούκλας ως παθητικού, όμορφου και διαθέσιμου γυναικείου σώματος. Η σχετική συναισθηματική πρόσδεση στον κάτοχο, ο φόβος ακόμη και η τελική λύση προς μια ελευθερία ρομαντικοποιούνται: «Είπε φωναχτά το καινούργιο μου όνομα./Υπάκουσα./Με κοιτούσε και το βλέμμα του με χάραζε/ορίζοντας τις θέσεις των σπλάχνων μου,/εισχωρούσε στα βάθη ενός ασπρόμαυρου κάδρου/ποτίζοντας με χρώμα από τα κλαδιά μέχρι τις/ ρίζες του./Φοβήθηκα μην καταλάβει./». Αυτό που ορίζει την κούκλα-γυναίκα, η υποταγή ακόμη κι αν σπάει στο τέλος επιφέρει μια κάθαρση παραμυθιακή που δεν λειτουργεί επειδή δεν υπάρχει απόσταση από το παγιωμένο σχήμα της παθητικής γυναίκας. Το αφηγηματικό και λυρικό στοιχείο λοιπόν εδώ λειτουργούν επιβαρυντικά στη συλλογή και στη στόχευσή της.
Το ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί είναι ως αντιπαράδειγμα να γίνει εξέταση μιας ποιητικής συλλογής όπου ο λυρισμός κατορθώνει να αποδώσει την ένταση του βιώματος. Αφήνοντας τους πόλους, προκειμένου να μην δημιουργηθεί ένα νέο δίπολο στη θέση όσων περιέγραψα, θεωρώ, και νομίζω είναι κοινή αίσθηση, ότι η η επεξεργασία και η λειτουργική αναγκαιότητα αποτελούν το κλειδί. Και αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αναγκαστικά το δίπολο αλλά με τη σκέψη της αποδόμησής του και τη γενικότητα των επιθέτων (το σύνηθες «καλή ποίηση») χωρίς δηλωμένα κριτήρια ας πούμε ότι η καλή ποίηση δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην «ισορροπία». Μπορεί να είναι ακραία λυρική ή ακραία πεζολογική και να λειτουργεί.






















