γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)
Με το δεύτερο μυθιστόρημά του, το Χιόνισε στο Λιανοκλάδι, ο Ντίνος Σπυρόπουλος επανέρχεται στον κεντρικό χαρακτήρα του πρώτου μυθιστορήματός του, της Φαρμακωμένης, τον χωροφύλακα Θανάση Δαγρέ, και στον χώρο της ελληνικής επαρχίας της δεκαετίας του 1960. Αυτή τη φορά, η δράση τοποθετείται στην περιοχή της Φθιώτιδας την περίοδο 1966-1967, όπου υπηρετεί ο Δαγρές, που πλέον έχει αποκτήσει σύζυγο και παιδί και έχει προαχθεί σε ενωμοτάρχη.
Αρχές Δεκεμβρίου 1966 λοιπόν και ο Δαγρές δεν προλαβαίνει να χαρεί το γλέντι στο κοσμικό κέντρο της Λαμίας για τη βάφτιση του γιου του, γιατί τον καλεί το επαγγελματικό καθήκον: μια όμορφη νεαρή γυναίκα, η Πελαγία, έχει βρεθεί νεκρή στον σιδηροδρομικό σταθμό Λιανοκλαδίου μια νύχτα που ο σταθμός έχει αποκλειστεί λόγω χιονόπτωσης και ο ενωμοτάρχης πρέπει να προχωρήσει στις σχετικές έρευνες.
Αυτή είναι η αρχή της ιστορίας. Η αφήγηση παρακολουθεί την πορεία των ερευνών και των ανακρίσεων που διεξάγει ο Δαγρές, περνώντας από το μικροσκόπιο μια σειρά υπόπτων, από τον Στάθη, τον μέθυσο και κακοποιητικό σύζυγο της Πελαγίας, και την Αργυρώ, επιστήθια φίλη της από τη Βελανιδιά Φθιώτιδας, ώς τον υπολοχαγό Βλαστάρη, που φλερτάρει την Πελαγία στο μοιραίο τρένο προς το Λιανοκλάδι, και την τραγουδίστρια Ντόννα Ντάλια, που ταξιδεύει με το ίδιο τρένο. Παράλληλα, μέσα από μια σειρά αναλήψεων, γίνεται αναδρομή στο περιπετειώδες όσο και θλιβερό παρελθόν της Πελαγίας και σε μια παλαιότερη ιστορία ενός συγχωριανού της νεκρής, του θανατοποινίτη Μανόλη Φλέσσα, που είχε σκοτώσει τον βιαστή του παιδιού του, έναν μεγαλοκτηματία υπεράνω πάσης υποψίας.
Ο Σπυρόπουλος στήνει με μαεστρία μια ιστορία μυστηρίου σε επαρχιακό, αγροτικό φόντο, επιμένοντας να έχει ως κεντρικό ήρωα και εκπρόσωπο του νόμου έναν αξιωματικό της χωροφυλακής και όχι έναν αστυνομικό ή ντετέκτιβ. Κινεί με άνεση έναν χορό υπόπτων γύρω από τον Θανάση Δαγρέ, ο οποίος, συνεπικουρούμενος από τον έμπιστο βοηθό του, τον καλοκάγαθο Γιαννάκη, και καθοδηγούμενος πάντοτε από το εξειδικευμένο εγχειρίδιο «Η ανάκρισις μαρτύρων δολοφονίας», καταγράφει και την παραμικρή λεπτομέρεια, παρατηρεί ανθρώπινες συμπεριφορές, συνδυάζει γεγονότα και ανακαλύπτει βαθιά κρυμμένα μυστικά και ψέματα, κατορθώνοντας να διαλευκάνει το μυστήριο. Να διαλευκάνει, κατά το ήμισυ, γιατί στις τελευταίες αράδες του βιβλίου υπάρχει μια μεγάλη ανατροπή.
Εξοικειωμένος με τους κώδικες του αστυνομικού μυθιστορήματος και τοποθετώντας τους στην τοπογραφία και την κουλτούρα της ελληνικής επαρχίας της δεκαετίας του 1960, ο Σπυρόπουλος αποτίει φόρο τιμής στον αγαπημένο του Γιάννη Μαρή, βάζοντας έναν από τους χαρακτήρες, τη Σταυρούλα, σύζυγο του Δαγρέ, να διαβάζει στην εφημερίδα Ακρόπολις το μυθιστόρημα του Μαρή Υπόθεση εκβιασμού. Η παραπομπή στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα ίσως δεν είναι τυχαία: σε αυτό τα ερωτικά γράμματα που περιέχει μια κασετίνα, ενοχοποιούν τον εραστή της ηρωίδας για τον θάνατο του εφοπλιστή συζύγου της, ενώ στο μυθιστόρημα του Σπυρόπουλου ένα σύντομο γράμμα διαδραματίζει κομβικό ρόλο στη λύση του αινίγματος. Επιπρόσθετα, η επιλογή του Σπυρόπουλου να δώσει σκηνές της οικογενειακής ζωής του Δαγρέ, με έμφαση στις συζητήσεις με τη γυναίκα του, θυμίζουν αντίστοιχες σκηνές της οικογενειακής ζωής του αστυνόμου Μπέκα στα μυθιστορήματα του Μαρή αλλά και της οικογενειακής ζωής του επιθεωρητή Μαιγκρέ στα διάσημα αστυνομικά μυθιστορήματα του Ζωρζ Σιμενόν. Και στις τρεις περιπτώσεις οι σχέση των τριών ηρώων με τις συζύγους τους διακρίνονται από σταθερότητα, αλληλοκατανόηση και μια γαλήνια οικογενειακή καθημερινότητα, που αντιπαραβάλλεται έντονα με τον σκοτεινό κόσμο του εγκλήματος, τον οποίο καλούνται να αντιμετωπίσουν.
Πέρα από το αστυνομικό ενδιαφέρον, που διατηρείται αμείωτο ως την τελευταία σελίδα, ο Σπυρόπουλος στο Χιόνισε στο Λιανοκλάδι ενδιαφέρεται να αποδώσει το κοινωνικό κλίμα στην ελληνική επαρχία της περιόδου, με τις έντονες κοινωνικές πιέσεις και προκαταλήψεις, που δεσμεύουν και ενίοτε καταστρέφουν τις ζωές των ανθρώπων, ειδικά των γυναικών, που βιώνουν σε καθημερινή βάση την υποταγή και την υποτίμηση. Έτσι προσεγγίζει το ζήτημα της ενδοοικογενειακής βίας και της συζυγικής κακοποίησης αλλά και της κανονικοποίησής της μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο της ελληνικής επαρχίας, μέσα από την περίπτωση της Πελαγίας, που κακοποιείται από τον άντρα της, τον Στάθη, και προσπαθεί να καλύψει τα σημάδια στο πρόσωπό της με το τσεμπέρι, για να μην δώσει λαβή σε κουτσομπολιά, ενώ η μητέρα της της απαντά στερεότυπα: «Έτσι είναι οι άντρες. Να ’χα τον πατέρα σου κι ας μου έκανε και χειρότερα» (σ. 12). Επίσης, ασκεί κριτική στα ήθη της εποχής, που δέχονται την απιστία του άντρα αλλά δεν συγχωρούν την απιστία της γυναίκας, και ευνοούν τη σεξουαλική παρενόχληση της γυναίκας από τον άντρα. Τέλος, στιγματίζει την υποκρισία της τοπικής κοινωνίας που αφήνει ανενόχλητο τον πλούσιο τσιφλικά που κακοποιεί ανήλικα κορίτσια.
Επιπλέον, αποτυπώνεται με ζωηρά χρώματα η ταραγμένη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας τους τελευταίους μήνες πριν από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, με τους αξιωματικούς να οραματίζονται τη «σωτηρία» της χώρας από τους πολιτικούς. Πολύ εύστοχο είναι το επεισόδιο με τους τέσσερις ταξίαρχους στα Λουτρά της Υπάτης, που ονειρεύονται το μέλλον της Επαναστάσεως και τραγουδούν εμβατήρια. «Η εθνική υπερηφάνεια είχε κυριεύσει και τους τέσσερις. Ενθουσιασμένοι κουνούσαν με το ρυθμό του εμβατηρίου τα πόδια τους μέσα στις ιαματικές μπανιέρες και δημιουργούσαν τρικυμία. Αυτήν την τρικυμία σκόπευαν να προκαλέσουν και στην αγαπημένη τους πατρίδα» (σ. 224-225).
Ο συγγραφέας σκιαγραφεί επιδέξια το προφίλ, το ψυχολογικό υπόβαθρο και τα κίνητρα των υπόπτων, και διατηρεί υποδειγματικά την αγωνία του αναγνωστικού κοινού μέχρι την τελική λύση του αστυνομικού γρίφου. Όπως και στη Φαρμακωμένη, έτσι και εδώ διακρίνονται κινηματογραφική γραφή, αφηγηματική οικονομία, έντονη πλοκή, καταιγιστική δράση και καλά οργανωμένη παρουσίαση των χαρακτήρων. Και εδώ, δεν ακολουθεί γραμμική χρονική εξέλιξη στο μυθιστόρημά του, αφού η αφήγηση διακόπτεται από χρονικές ασυνέχειες και αναδρομές και διανθίζεται με αποσπάσματα από άρθρα εφημερίδων του τοπικού Τύπου και δελτία ειδήσεων του ραδιοφώνου.
Ο Σπυρόπουλος ανανεώνει την εγχώρια αστυνομική λογοτεχνία και δίνει ένα ακόμη μυθιστόρημα που διαβάζεται ευχάριστα, συγκινεί, προβληματίζει, χαρακτηρίζεται από σασπένς, προκαλεί νοσταλγία, προσφέρει ενδιαφέροντες χαρακτήρες και αποτελεί πρώτης τάξεως υλικό για κινηματογραφική ή τηλεοπτική μετάπλαση.
(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Info:
Ντίνος Σπυρόπουλος, Χιόνισε στο Λιανοκλάδι, Πρώτη Ύλη, Αθήνα 2026.





















![Σκόρπιες αστυνομικοφανείς[;] σκέψεις ενός μη- ειδικού συγγραφέα (του Γιάννη Πανούση)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/07/r46669-218x150.webp)

