Δευτέρα, 17 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΡΘΡΑ Λάρισα :Για την ιδιοπροσωπία των ελληνικών πόλεων (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

Λάρισα :Για την ιδιοπροσωπία των ελληνικών πόλεων (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
19

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

«Κυριακή μπούτι με πατάτες στο φούρνο/ και είναι πάντα Κυριακή μεσημέρι οι φίλοι» διαλέγω ένα ποίημα του Σωτήρη Παστάκα από τη συλλογή «Κυριακή κοντή γιορτή», εκδόσεις Τηλέγραφος: δεν σούρχεται στο μυαλό η Αθήνα μ’αυτό το ποίημα, είναι άλλος ο τροπισμός της, άλλοι οι ρυθμοί της. Έχει σχέση με τη Λάρισα του Σωτήρη Παστάκα, ποιητή και ψυχιάτρου, που σπούδασε στη Ρώμη, ήταν για χρόνια διευθυντής  στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο στο Δαφνί, και που έχει επιστρέψει κάποια χρόνια τώρα στην πατρίδα του τη Λάρισα.

Αμέσως αμέσως- χωρίς να είναι αυτή η πρόθεση του ποιήματος, βεβαίως- ήσυχα κλονίζεται ένα πολύ διαδεδομένο αγοραίο στερεότυπο, που θεωρεί δεδομένο γενικά και αόριστα ότι «όλες οι πόλεις στην Ελλάδα είναι ίδιες- και μάλιστα στο πρότυπο της σύγχρονης Αθήνας». Δεν είναι ίδιες. Και όχι μόνο από τον τρόπο που οι άνθρωποι περνάνε τις Κυριακές τους.

Έχω γνωρίσει πολλές πόλεις της χώρας μας από κοντά- από τα Χανιά και το Ηράκλειο, ως το Αίγιο, την Τρίπολη, την Καλαμάτα, τη Μονεμβασιά, και ως τη Βέροια, την Κοζάνη και την Κομοτηνή- είτε ως επισκέπτης για διακοπές ή ως κάποιου είδους περιηγητής, είτε επαγγελματικά- και η αλήθεια είναι ότι γνωρίζοντας έναν τόπο μελετώντας ένα τεχνικό (ή άλλου είδους) έργο γι’αυτόν μπορεί να διεισδύεις βαθύτερα και ουσιαστικότερα  στην ιδιοσυστασία του και στο είδος των ανθρώπων που τον συνιστούν. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Ας εστιαστούμε στη Λάρισα, με την οποία ξεκινήσαμε.

*

Βρέθηκα στη Λάρισα πριν από λίγο καιρό, για καλό σκοπό. Δεν την επισκέπτομαι συχνά, μα κάθε άλλο παρά άγνωστη μου είναι. Έχοντας τα Τρίκαλα ως γενέθλιο τόπο, αλλά και ως τόπο που έζησα την παιδική και εφηβική μου ηλικία, θεωρούσα πάντοτε ότι υπάρχει μια συνάφεια μεταξύ των πόλεων της Θεσσαλίας- πρώτα απ’όλα λόγω γειτνίασης-, όπως και μια σαφής διαφορετικότητα μεταξύ τους. Από τις επισκέψεις μας- με τους γονείς μου και τον αδελφό μου- και τις συναναστροφές μας εκεί, ενίοτε και τις διακοπές μας, ο Βόλος ήταν στο μυαλό μου ως μια στιβαρή δήλωση μοντερνικότητας, η Λάρισα ένα εντατικό μοτέρ δραστηριοτήτων που αντλούσε πόρους από τη γη του θεσσαλικού κάμπου, και η Καρδίτσα ένα συμπλήρωμα διαφορετικής υφής των Τρικάλων- ίσως επειδή είχαμε πολλούς συγγενείς εκεί.

Ήταν τέτοια η ένταση της διαφορετικότητας που αισθανόμουν σε αυτές τις παιδικές και εφηβικές συναναστροφές, που ενώ από τη μια μεριά με εξίταρε (κάτι σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων) και με ανακούφιζε (ο Κόσμος είναι πολύ μεγαλύτερος από τη γενέθλια πόλη και τους περιορισμούς της), από την άλλη επιθυμούσα μια κάποια ισορροπία- έναν μετριασμό του καινούριου και του διαφορετικού-, οπότε έσπευδα να αναζητήσω ένα σταθερό κοινό στοιχείο μεταξύ των πόλεων στους κινηματογράφους τους, τόσο στην ατμόσφαιρα που ήταν πανομοιότυπα ελκυστική, όσο και στις ταινίες που παιζόταν, για τις οποίες υπήρχε περίπου ένας κάποιος συγχρονισμός.

Αλλά, ας επιστρέψουμε στη σύγχρονη Λάρισα. Αν μείνουμε στενά και ρηχά στο χτισμένο περιβάλλον όπως αυτό έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες 6-7 δεκαετίες, σε διάφορα σημεία υπάρχουν όντως δυσκολίες για τον περιπατητή που αναζητά μια εμπνευστική αισθητική επικοινωνία (με τον τρόπο του ιστορικού κέντρου των ευρωπαϊκών πόλεων ή με τον τρόπο των κατεδαφισμένων πόλεων της Ελλάδας του μεσοπολέμου)- όπως άλλωστε ισχύει και για πολλές σύγχρονες ελληνικές πόλεις. Όμως, αυτή είναι η πρώτη και η εύκολη ανάγνωση- η δυναμική μιας πόλης είναι μια πολυσύνθετη υπόθεση, και πάντως δεν μπορείς επί της ουσίας να την ψηλαφήσεις, αν δεν έλθεις σε επαφή με τους ανθρώπους και κάποια από τα κάθε λογής (όχι μόνο τα τεχνικά, βεβαίως) έργα τους, στα οποία σημαντική θέση έχουν- εκτός από τα υλικά- τα «τοπία του μυαλού» (από την αντίληψη του παρελθόντος και τις διαθέσεις για το μέλλον, προσωπικά και συλλογικά, ως τα συγκεκριμένα έργα Τέχνης που έχουν σχέση με την πόλη).

Μια συνολική αποτίμηση της ιδιοπροσωπίας μιας πόλης είναι μια εξαιρετικά απαιτητική υπόθεση, και πάντως δεν αποτελεί αντικείμενο του παρόντος κειμένου. Σκοπός μας είναι να υποψιάσουμε για την ύπαρξή της, και να παρακινήσουμε σε μια κατά το δυνατόν δημιουργική προσέγγιση μιας πόλης όταν για λίγο ή πολύ συμβαίνει να τη συναναστρεφόμαστε. Πέρα από τη χαρά  μιας καινοτόμου επαφής, επωφελούμαστε και από την απομάκρυνσή μας από τη θεώρηση των πραγμάτων μέσα από αφελή αγοραία στερεότυπα, όπως μεταξύ άλλων είναι το ότι «ο κομψοπρεπής ή μη τρόπος με τον οποίο είναι χτισμένο ένας οικισμός σχηματίζει καθοριστικά τον χαρακτήρα των ανθρώπων που κατοικούν εκεί»: άλλο ένα στερεότυπο, που επιχειρεί να στήσει τα πράγματα με τα πόδια πάνω και το κεφάλι κάτω, για να ξεμπερδεύει. Η πραγματική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη, και ενίοτε πιο ευφορική απ’ότι στα κλουβιά των στερεοτύπων.

*

Στην πρόσφατη ωραία συναναστροφή μου με τη Λάρισα, μαζί με τις δημιουργικές κεφάτες συζητήσεις, τη γνωριμία του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης στην παλιά θολωτή πετρόκτιστη οθωμανική πυριτιδαποθήκη (η Λάρισα ήταν κόμβος της οθωμανικής στρατιωτικής ισχύος), όπως και της Πινακοθήκης Κατσίγρα (η Λάρισα έχει παράδοση σε σπουδαίους γιατρούς, και ο φημισμένος Κατσίγρας ήταν και κατ’εξοχήν φιλότεχνος- και η πόλη έχει σχέση με την ιατρική ακόμα περισσότερο σήμερα με την Ιατρική Σχολή και το Νοσοκομείο), και του αναστηλωμένου μεγάλου Θεάτρου της ελληνιστικής εποχής, προστέθηκε κι ένα πολύτιμο δώρο των φιλοξενούντων, ο τόμος «Λάρισα 8.000 νεότητας», έκδοση του Δήμου Λαρισαίων (2008).

Έχοντας δηλωμένα μια πολύ αποσπασματική γνώση των πολιτιστικών αιχμών της πόλης, από τις πρόσφατες συμπυκνωμένες εμπειρίες συγκέντρωσαν για την ώρα την προσοχή μου τα έργα δυο ποιητών ψυχιάτρων. Ο πρώτος είναι ο Μάκης Λαχανάς (1924-2010), που γεννήθηκε στη Λάρισα από οικογένεια προσφύγων, ψυχίατρος με σπουδές στην Αθήνα και τη Γερμανία, γιατρός στο Αιγινήτειο και διευθυντής του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Κέρκυρας. Επίσης, δεινός διανοούμενος, συγγραφέας και μεταφραστής, με πιο γνωστό από τα έργα του σήμερα το «Η πόλις- μυθιστορηματική ανθρωπογεωγραφία της Λάρισας», εκδόσεις Αρμός, το οποίο ανέβηκε ως θεατρικό από το Θεσσαλικό Θέατρο.

Ο άλλος είναι ο Σωτήρης Παστάκας, που γεννήθηκε στη Λάρισα το 1954, σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη, και αφού εργάστηκε για χρόνια ως ψυχίατρος στην Αθήνα, επέστρεψε στη Λάρισα. Είναι ποιητής, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, ανθολόγος- με πολυάριθμα βιβλία στο ενεργητικό του.

Αφού συστήθηκα εξ αποστάσεως με τον Σωτήρη Παστάκα, εκείνος μου απάντησε με χιούμορ από «τα θερινά του ανάκτορα στον Πλαταμώνα»- μια από τις ωραίες προσβάσεις της Λάρισας στη θάλασσα-, μετά ανταλλάξαμε κάποια κείμενά μας, και γρήγορα βρεθήκαμε από κοντά στο «Μονόκλ» της οδού Φειδίου, σε μια ζεστή κουβέντα για την ποιητική συλλογή του «Λάρισα κλπ», εκδόσεις Θράκα (η Θράκα είναι ένα πολύ ζωντανό και αναβράζον ποιητικό κοίτασμα, με έδρα τη Λάρισα). Με όχημα αυτό το βιβλίο θα εξελιχθεί στη συνέχεια το παρόν κείμενο.

**

Λάρισα κλπ- κάποιοι δρόμοι ψηλάφησης του τροπισμού μιας επαρχιακής πόλης

Γράφει ο Σωτήρης Παστάκας στο ποίημά του «Άτα»:

«Οι κρύες μέρες με αποδυναμώνουν. /Βρίσκω παρηγοριά να βγαίνω για περίπατο στη γειτονιά μου/…/ Ο φούρναρης κάπνιζε ένα τσιγάρο στα σκαλιά. Ανέβηκε πάλι το ζάχαρο και φοβάται το αύριο. /Ο μπακάλης παντρεύει την κόρη και μου έκανε δώρο χυμό πορτοκάλι Όλυμπος του ενός λίτρου. /…πολύ καπνίζεις γιατρέ/…/ Έτσι τα βγάζουμε πέρα όλοι μας εδώ πέρα.»

Σημείο πρώτο: «Η αλήθεια είναι ότι στην επαρχία γνωρίζεις τους ανθρώπους από κοντά. Προσωπικά.», αντιγράφω από το δικό μου βιβλίο «Μικρή Πόλη, μεγάλα μυστικά», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2000, με αφορμή τη δική μου γενέθλια πόλη, αν και ποτέ δεν ονοματίζεται στο βιβλίο. «Στην πρωτεύουσα, σε αντίθεση με την επαρχία, ο περιπτεράς δεν μπορεί παρά να εντυπωθεί στο μυαλό μας ως ένας άνθρωπος μέσα σ’ένα κουτί. Αυτή η παράσταση είναι αναμφίβολα πλούσια από πλευράς εντυπώσεων, αφού δεν αφορά κάτι το συνηθισμένο αλλά ένα σχεδόν μυθολογικό πλάσμα που μοιάζει με κένταυρο ή γρύπα, μόνο που, αντί να έχει κεφάλι ανθρώπου ή πουλιού και κάτω άκρα αλόγου ή λιονταριού, η σύνθεση είναι διαφορετική: πρόσωπο και στέρνο ανθρώπου, φτερά από εφημερίδες, ζώνη από σοκολάτες και καραμέλες και τέλος πόδια από περιοδικά. Μπορούμε να φανταστούμε αυτόν τον άνθρωπο αλλιώς; Αποκλείεται…Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο στην επαρχία. Τον περιπτερά θα τον δούμε στο γήπεδο με τον γιό του, στην κεντρική πλατεία να κάνει βόλτα με τη γυναίκα του, στη συνέλευση των γονέων μαθητών του γυμνασίου, στο καφενείο με τους φίλους του. Όλοι είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, κανονικοί. Θα τους δούμε να τρέχουν, να περπατάνε, να κάθονται, να χειρονομούν…»

Στην πρώτη ενότητα της συλλογής του με τίτλο «Περίπατοι», τα ποιήματα του Σωτήρη Παστάκα εμπεριέχουν τον αργόσυρτο ρυθμό μιας πολύ μεστής οικειότητας που έρχεται από μακριά, σχεδόν «πριν ο Κόσμος γίνει», τριγυρίζοντας σε κάθε λογής τοπόσημα του δημόσιου χώρου, από το σπίτι στη μια ή την άλλη πλατεία, στο Αλκαζάρ ή στο Γενικό Νοσοκομείο.

Έχει πολλή υλικότητα αυτή η συναναστροφή, που μπορεί να λειτουργήσει ως αντίβαρο στο αφηρημένο:

«Εδώ πέρα οι μανάδες κοιμούνται σε αναμμένα κάρβουνα/ πίνουν τον καφέ τρεις- τρεις/ βάφουν η μία τα μαλλιά της άλλης/ πηγαίνουν μαζί στη λαϊκή/ και γυρίζουν με φορτωμένα καροτσάκια/ δανείζονται ζάχαρη λεμόνια ταπεράκια…»

*

Αλλού, γράφει ο ποιητής με τίτλο «Τέμπη»:

«Η Λάρισα περιβάλλεται από πανέμορφα χωριά και φυσικά τοπία που αξίζει να επισκεφτεί κανείς./ Το Μεταξοχώρι, τ’Αμπελάκια, τη Ραψάνη, τα Τέμπη/ ένα μαγευτικό φαράγγι όπου ρέει ο ποταμός Πηνειός και το δάκρυ μας.»

Σημείο δεύτερο: Η πόλη δεν είναι μόνο το κέντρο της και οι γύρω γειτονιές της. Δεν είναι περιτειχισμένη, με σύνορα, και ακίνητη στον χώρο και στον χρόνο. Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη πόλη προσομοιάζει σε ρευστό που απλώνεται σε μια μεγάλη ενδοχώρα άλλου τροπισμού, που συμπλέκεται με τον κεντρικό.

Στην ενότητα της συλλογής με τίτλο «Περίχωρα» περιλαμβάνονται ποιήματα με τίτλους όπως «Πλαταμώνας», «Λίμνη Κάρλα», «Φεγγάρι», «Θεσσαλία», «Ραψάνη».

Οι τόποι δεν είναι ουδέτεροι, σημεία σε έναν χάρτη, ούτε ρηχά τουριστικοί. Είναι ποτισμένοι με βιώματα. Ξεκινάει ένα από αυτά τα ποιήματα, με τίτλο «Θεσσαλία»:

«Χθες βράδυ, ήρθε και με βρήκε ο πατέρας μου, κι ήταν είκοσι χρονών με τα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω,/ με το κοστούμι του φοιτητή και με το βλέμμα,/ εκείνο το αισιόδοξο βλέμμα για τη ζωή και τον κόσμο…»

Ένα ρευστό με αναβράζοντα βιώματα είναι η πόλη μαζί με την ενδοχώρα της- που έτσι εμπεριέχει και έναν πολύ συγκεκριμένο πολιτισμό των φαντασμάτων (χαρακτηριστικός ο τίτλος ποιήματος «Νεκροταφείο»).

*

Στο ποίημά του «Εθνική Οδός», ο Σωτήρης Παστάκας ξεκινάει:

«…δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω/ Λάρισα πάω, για Λονδίνο…»

Και παρακάτω:

«Στο ΚΤΕΛ Αθηνών- Λαρίσης τρία κορίτσια άγνωστα μεταξύ τους κοιμούνται στην ίδια στάση του εμβρύου…/ Ένα κορίτσι που κοιμάται είναι όλα τα γυναικεία ονόματα από καταβολής παραδείσου…»

Σημείο τρίτο: Οι ζωές των ανθρώπων της πόλης δεν είναι πακτωμένες σε μια ιδεατά περίκλειστη γεωγραφία- μα εξακτινώνονται με σπουδές, με ταξίδια, με επαγγελματικές αναζητήσεις σε πολλά «αλλού». Το σύμπαν του συλλογικού βίου είναι σε διαρκή ώσμωση με κοντινούς ή μακρινούς πολιτισμούς.

Οι τίτλοι ποιημάτων της συλλογής «Λάρισα κλπ» αναφέρονται μεταξύ άλλων στη Ρώμη, στην Ηρακλειά, μα οι αναφορές απλώνονται και σε μια σειρά μικρότερων ή μεγαλύτερων τόπων, όπως στο έργο «Πράγματα που έκανα μια φορά στη ζωή μου».

Και, πάντως, τα πράγματα δεν είναι απλά:

«Γιατί, κάθε ταξίδι είναι μια επιστροφή/ μέσα στα όνειρα των άλλων»

*

ο Σωτήρης Παστάκας

Από την άλλη, δρα και μια κεντρομόλα δύναμη. Το Τέταρτο Σημείο θα μπορούσε να έχει τον συγκεκριμένο τίτλο ενός από τα ποιήματα: «Γιατί δεν φεύγουμε απ’τη Λάρισα;»

Γράφει ο Σωτήρης Παστάκας:

«Γιατί ο κόσμος δεν τέλειωσε το 1999/ Γιατί ο χρόνος περνάει γρήγορα όταν διασκεδάζουμε/ Γιατί η μνήμη καίγεται σαν φιλμ στο σινεμά/ …/Γιατί η πόλη φλέγεται με την ΑΕΛ στην Πρώτη Εθνική/ Γιατί δεν κλαίει κανείς στην πόλη μας/ Γιατί χρειαζόμαστε ένα διαλειμματάκι/…/ Γιατί το ουΐσκι σερβίρεται με πρόβειο κεμπάπ/…/Γιατί η ελπίδα είναι ένα πληγωμένο άλογο/…/Γιατί δεν έχει αερολιμένα η Λάρισα ούτε λιμάνι»

Στην πραγματικότητα, με το μοτίβο της «αιώνιας παραμονής» εμπλέκεται και το μοτίβο της «αιώνιας επιστροφής». Και τα δυο μαζί συνθέτουν το μοτίβο της «αιώνιας αναφοράς». Είναι χαρακτηριστικός ο τίτλος της συλλογής δοκιμίων του ψυχαναλυτή D. W. Winnicott (1896- 1971), που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2025 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου: «Σπίτι είναι εκεί απ’όπου ξεκινάμε».

**

Περισσότερα

Επιχειρήσαμε μια χαρακτηριστική πρώτη περιδιάβαση τροπισμών της επαρχιακής πόλης στην Ελλάδα- αλλού, στην Ευρώπη ή στον πλανήτη, μπορεί να είναι αλλιώς, εδώ μιλάμε για τη γειτονιά μας. Η συνδρομή της ποίησης του Σωτήρη Παστάκα είναι πολύτιμη, με την έντονη αντίληψη της υλικότητας που διαθέτει, δίνοντας έτσι ένα στέρεο, βαθύ υπόβαθρο στο αφηρημένο (η ψυχιατρική του ιδιότητα είναι αξεχώριστη από την ποιητική).

Η δική μας περιδιάβαση εδώ  κάθε άλλο παρά είναι εξαντλητική (δεν γράφουμε εγκυκλοπαίδεια), και ενώ οι τροπισμοί συγκροτούν ένα κάποιο υπόβαθρο για την ανάγνωση της επαρχίας σε αντιδιαστολή με την πρωτεύουσα, η ιδιοπροσωπία κάθε πόλης ξεκινά από δω και πέρα, κι έχει να κάνει με χίλιους δυο παράγοντες, από το είδος της παραγωγής σε κάθε τόπο, τη γεωγραφική θέση, τις κλιματικές συνθήκες, την προϊστορία, ως τον ευρύτερο Πολιτισμό των Φαντασμάτων, και άλλα πολλά.

Καμμιά πόλη δεν είναι ίδια με την άλλη- παρά την πρώτη εντύπωση. Η κάθε μια συνιστά ένα δικό της σύμπαν, και ένας σύγχρονος Μάρκο Πόλο που ενδιαφέρεται γι’αυτά, έχει πολλούς ιντριγκαριστικούς προορισμούς για τις αναζητήσεις του.

 

 

Επίμετρο 1

(από το βιβλίο «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Λαλβίνο, μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2004)

Ο Μεγάλος Χαν ρωτάει τον Μάρκο Πόλο: «Όταν θα επιστρέψεις στη Δύση, θα επαναλάβεις στον κόσμο σου τις ίδιες αφηγήσεις για τις πόλεις που κάνεις σ’εμένα;»

«Εγώ μιλώ, μιλώ», λέει ο Μάρκο, «μα όποιος ακούει, συγκρατεί στο μυαλό του μονάχα τις λέξεις που περιμένει να ακούσει. Άλλη είναι η περιγραφή του κόσμου όταν την ακούς με καλή διάθεση, άλλη εκείνη εκείνη που θα κάνει τον γύρο των χαμάληδων και των γονδολιέρηδων στο ισόγειο του σπιτιού μου τη μέρα της επιστροφής μου, άλλη εκείνη που θα μπορούσα να υπαγορεύσω σε προχωρημένη ηλικία, αν συνέβαινε να φυλακιστώ από Γενοβέζους πειρατές και να με ρίξουν στο ίδιο κελί με έναν συγγραφέα βιβλίων περιπέτειας. Αυτό που κυβερνά την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί.»

«Είναι φορές που μου φαίνεται ότι η φωνή σου έρχεται σ’εμένα από μακριά” λέει ο Κουμπλάϊ Χαν, “ενώ εγώ είμαι φυλακισμένος σ’ένα φανταχτερό και αβίωτο παρόν, στο οποίο όλες οι μορφές της ανθρώπινης συμβίωσης έφτασαν στα άκρα του κύκλου τους και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιες νέες μορφές θα πάρουν. Και ακούω από τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν, και για τις οποίες, ίσως, μετά τον θάνατό τους, θα ξαναζήσουν.»

 

Επίμετρο 2

Εκείνο το ωραίο βράδυ που έβγαλαν καρέκλες έξω από το βιβλιοπωλείο «Μονόκλ» στην οδό Φειδίου των Αθηνών- μακρινός απόηχος καλοκαιριού από την πόλη της παιδικής μου ηλικίας-, για να κουβεντιάσουμε την ποιητική συλλογή «Λάρισα κλπ», ρώτησα τον Σωτήρη Παστάκα για έναν πολύ ιδιαίτερο παιδικό μου φίλο:

«Αλήθεια, επειδή υπολόγισα πρόχειρα τα χρόνια, τον καιρό που ξεκίνησες την ψυχιατρική θητεία σου στο Δαφνί, μήπως είχες συμπέσει καθόλου με τον…;» Ο άνθρωπος για τον οποίο τον ρώτησα, σπουδαγμένος γιατρός, είχε ξεκινήσει την ειδικότητά του στην ψυχιατρική εκεί, μα μετά στραβοπάτησε, δεν είχε καλό τέλος.

Τον γνώριζε καλά. Μιλήσαμε γι’αυτόν. Όπως και για το στραβοπάτημά του. «Έχω γράψει ολόκληρο κείμενο για τον άνθρωπο αυτόν, στο βιβλίο μου ^Ο δόκτωρ Ψ ανάμεσα στους άλλους^». «Κι εγώ!» του λέω, στο βιβλίο μου «Μικρή Πόλη, μεγάλα μυστικά».

Θα πάρω οπωσδήποτε κι αυτό το βιβλίο του Παστάκα. Μέχρι τότε, αντιγράφω από το δικό μου:

Τί όμορφα που θα είναι…

Είναι ψηλός, λεπτοκαμωμένος, με ωραία λιτά χαρακτηριστικά. Πλησιάζει τα πενήντα, αλλά τίποτε πάνω του δεν προμηνύει τα γερατειά- περισσότερο μοιάζει με έφηβο που μεγαλοδείχνει. Έχει τρόπους λεπτούς, σχεδόν εύθραυστους, μάτια θλιμμένα και στοχαστικά. Οι κινήσεις του είναι ζωηρές, μα συχνά και αδέξιες. Δεν μπορείς να μην προσέξεις αυτόν τον άνθρωπο σε μια κοινωνική συναναστροφή, έχει κάτι που τον κάνει να μην μοιάζει με τους άλλους(…)

«Δηλαδή», θα μου πείτε, «μας τον συστήνεις; Είναι καλός; Να τον κάνουμε παρέα;» (…) «Είναι μόνος;» ρωτάνε κάποιες καλοφτιαγμένες ώριμες κυρίες, και μας κλείνουν το μάτι.

Ναι, είναι μόνος. Όταν μάλιστα έρχεται να μείνει για λίγες μέρες στη γενέθλια πόλη δεν είναι απλώς μόνος, γίνεται σχεδόν αγοραφοβικός. (…) Κι όταν μιλάει το κάνει με δυσκολία, σαν να του βγαίνουν οι λέξεις με το τσιγκέλι. Με τα μάτια χαμηλωμένα, όλος αμηχανία, είναι σαν να υπομένει στωϊκά όλη αυτή την κοινωνική δοκιμασία.

(…) Ο άνθρωπος αυτός, όταν έφυγε με υψηλούς στόχους και μεγάλες προσδοκίες από την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, δεν φανταζόταν ότι τα πράγματα θα είχαν αυτή την κατάληξη. (…) Έφυγε για να γνωρίσει τον κόσμο και για να βοηθήσει τον κόσμο να γίνει καλλίτερος- σαν τον Ζορρό ή τον Κόκκινο Κουρσάρο, τους ήρωες της παιδικής του ηλικίας. Έφυγε καβάλα στ’άλογο κι ήθελε να βγάλει φτερά για να πάει στον ουρανό.

«Και, τί κέρδισε;» θα μου πείτε. «Τόσο ποδοβολητό, τόση προσπάθεια, τόση ενατένιση, για να καταλήξει αμήχανος να πιάσει μια θέση στη γωνιά;» (…)

(…)Μα πάλι, δεν είναι και τόσο μεγάλος για να τα μαζεύει. Δεν είναι ακόμη τελειωμένος. Και τι όμορφα που θα είναι, πόσο γοητευτικά, όταν έρθει η ώρα που θα αποφασίσει να ανοίξει τη σκουριασμένη εξώπορτα και τα μεγάλα παντζούρια, όταν βαλθεί να καθαρίσει το δίπατο παλαιϊκό σπιτικό του…

Κι αφού ξεσκονίσει όλα τα έπιπλα, αφού γυαλίσει όλα τα σκεύη και στρώσει τα χαλιά, αφού συμπληρώσει στους πολυελαίους τα κεριά που τους λείπουν, τι όμορφα που θα είναι να οργανώσει εκεί μια λαμπρή γιορτή (…) Μη διστάσετε εκείνη την ώρα. Η γιορτή είναι και για σας, η πόρτα θα είναι ανοιχτή, και ο οικοδεσπότης, κομψός, υψιπετής και χαλαρωμένος, μ’ένα χαμόγελο θα σας περιμένει…

 

(*)  Οι φωτό είναι από το clickatlife-naftemporiki

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΌπως η Αλίκη (διήγημα της Γεωργίας Συλλαίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ