Τρίτη, 11 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Προσοχή, εύθραυστον (διήγημα της Μαριστέλλας Δούρου)

Προσοχή, εύθραυστον (διήγημα της Μαριστέλλας Δούρου)

0
69

Μαριστέλλα Δούρου (*)

 

Στις τρεις τα ξημερώματα, το κόκκινο Clio είχε καταλήξει μέσα σ’ ένα χωράφι, λίγα μέτρα χαμηλότερα από τον επαρχιακό δρόμο. Είχε περάσει ανάμεσα από δυο ελιές και είχε ακινητοποιηθεί λίγα εκατοστά πριν από μια ξερολιθιά. Εσύ στεκόσουν δίπλα στην πόρτα του οδηγού, νηφάλιος, και προσπαθούσες να καταλάβεις πώς ακριβώς είχες βρεθεί εκεί. Η ζώνη σού είχε κάψει το στήθος και η μέση σου πονούσε από τα τραντάγματα. Το καπό είχε διπλώσει και οι λαμαρίνες είχαν μαζευτεί σχεδόν ως το παρμπρίζ. Πάνω στον δρόμο δεν φαινόταν κανένα άλλο αυτοκίνητο· μόνο τα φώτα του Clio έπεφταν λοξά στα χόρτα.

Το κινητό σου άνοιξε για λίγα δευτερόλεπτα.

Ίσα που πρόλαβες να ειδοποιήσεις τον πατέρα σου. Ήρθε μαζί με τη μάνα σου. Μόλις σε είδαν όρθιο, ανάσαναν. Το επόμενο πρωί, όσοι περνούσαν από το σημείο ρωτούσαν αν ο οδηγός είχε βγει ζωντανός. Η μάνα σου μιλούσε με την ασφάλεια, ο πατέρας σου με την οδική. Όταν εκείνη ξεχνούσε κάποιον αριθμό, τον έδινε εκείνος. Όταν εκείνος μπέρδευε τα χαρτιά, του έδειχνε ποιο να κρατήσει. Για λίγες ώρες έμοιαζαν πάλι παντρεμένοι. Εσύ συνήθιζες να λες πως δεν είχες οικογένεια.
Κανονική οικογένεια. Από εκείνες όπου ο μπαμπάς και η μαμά μένουν μαζί. Κάθε φορά όμως που συνέβαινε κάτι κακό, οι δυο τους σου χαλούσαν το αφήγημα

Το αυτοκίνητο δεν ήταν η πρώτη λαχτάρα που τους είχες δώσει. Λίγο καιρό νωρίτερα είχες μπλέξει σ’ έναν καβγά, απ’ τον οποίο σου είχε μείνει για παράσημο ένας μώλωπας στο αριστερό μάτι. Το αριστερό είχε κλείσει και για λίγες μέρες έβλεπες μόνο από το δεξί. Μια άλλη φορά είχες πετάξει, μεθυσμένος, αυγά στο αστυνομικό τμήμα. Ο διοικητής ήταν θείος σου και τη γλίτωσες με μια επίπληξη. Δεν είχες και το καλύτερο όνομα στο χωριό. Το καταλάβαινες όταν πήγαινες στα σπίτια των φίλων σου. Οι γονείς τους σε κοιτούσαν κάπως — όχι ακριβώς εχθρικά· περισσότερο σαν να περίμεναν να επιβεβαιώσεις κάτι που είχαν ήδη αποφασίσει για σένα. Το επόμενο λάθος. Την επόμενη αφορμή για να πουν στα παιδιά τους να μην ξανακάνουν παρέα μαζί σου. Δεν είχαν εντελώς άδικο. Έμπλεκες πράγματι σε μπελάδες. Μόνο που εκείνοι δεν γνώριζαν καθόλου τα δικά τους παιδιά. Ή παρίσταναν πως δεν τα ήξεραν. Στο χωριό, άλλωστε, δεν έχει τόση σημασία τι κάνεις όσο το αν θα σε δει κάποιος συγχωριανός να το κάνεις.

Ένα πρωί μάζεψες τα πράγματά σου, πριν προλάβεις να τους δώσεις την επόμενη αφορμή. Βρέθηκες σε μια ισόγεια γκαρσονιέρα στα Πετράλωνα, σ’ έναν στενό δρόμο κοντά στις γραμμές. Ήταν το πρώτο σπίτι που είδες. Δεν ζήτησες να δεις δεύτερο. Από την είσοδο έμπαινες κατευθείαν στο μοναδικό δωμάτιο. Στα αριστερά ήταν το κουζινάκι με τον μαρμάρινο πάγκο, απέναντι η γωνιά όπου θα έμπαινε το κρεβάτι και στο βάθος ένα μπάνιο με σπασμένα γαλάζια πλακάκια. Ήταν αρκετό για μια καινούργια αρχή. Την πρώτη νύχτα σε ξύπνησε το τρένο. Πετάχτηκες από το στρώμα και για λίγο δεν ήξερες πού βρισκόσουν. Ύστερα άκουσες τις ρόδες πάνω στις ράγες, μια κόρνα στον δρόμο, ένα μηχανάκι που επιτάχυνε κάτω από το παράθυρό σου. Ανακουφίστηκες.
Ούτε κόκορας ούτε τζιτζίκια. Κανένας γνώριμος θόρυβος. Τίποτε που να μπορεί να σε γυρίσει πίσω.

Έπιασες γρήγορα δουλειά στο τσιπουράδικο του Μελέτη. Ήταν στη γειτονιά σου. Περνούσες ένα απόγευμα, είδες την πόρτα ανοιχτή και ρώτησες αν χρειάζονταν κάποιον. Σε πήραν αμέσως. Το μαγαζί ήταν στενόμακρο, με την μπάρα δεξιά και τα τραπέζια κολλημένα σχεδόν το ένα στο άλλο. Στο βάθος είχε μια μικρή υπερυψωμένη πίστα, αρκετή για ένα μικρόφωνο και δυο ηχεία. Στον τοίχο απέναντι από την είσοδο υπήρχε μια ασπρόμαυρη ταπετσαρία: η Τζάνις Τζόπλιν, ο Μπομπ Μάρλεϊ, ο Φρέντι Μέρκιουρι, ο Λέμι, ο Τσιτσάνης και ο Τζόνι Κας, όλοι γύρω από ένα τραπέζι, μια παρέα που δεν είχε υπάρξει ποτέ. Δεν είπες τότε στον Μελέτη ότι δεν αναγνώριζες σχεδόν κανέναν. Οι πελάτες στέκονταν μπροστά στην ταπετσαρία και έβγαζαν φωτογραφίες. Ύστερα από δυο ποτηράκια, κάποιοι έπαιρναν το μικρόφωνο και τραγουδούσαν στην πίστα. Οι γυναίκες που έρχονταν είχαν άλλον αέρα από τις κοπέλες του χωριού. Μέχρι τότε πίστευες πως τέτοιες γυναίκες υπήρχαν μόνο στην οθόνη του κινητού σου. Τώρα βρίσκονταν μπροστά σου. Ζητούσαν πάγο, έξτρα λεμόνι, έναν ακόμη γύρο σφηνάκια. Άφηναν το κραγιόν τους στα ποτήρια και ψίχουλα στα τραπέζια.
Υπήρχαν στ’ αλήθεια. Εσύ, αμήχανος και έξω από τα νερά σου, δεν τολμούσες να σηκώσεις το βλέμμα. Είχες και μια μόνιμη αγωνία μήπως η προφορά σου σε πρόδιδε. Παιδί από την Πελοπόννησο, φοβόσουν πως κουβαλούσες ακόμη στο στόμα σου το νι και το λι.

Ένα βράδυ η Βλασία, μια πελάτισσα του μαγαζιού, σου είπε «καλησπέρα» με λι. Λίγο αργότερα έδειξε προς τον δρόμο.
— Το ΚΡΝ είναι δικό μου. Αν ενοχλεί κανέναν, πες μου να το μετακινήσω.
Στο «νι» της άκουσες καθαρά εκείνο που τόσο φοβόσουν στο δικό σου στόμα.
Στο δικό της σου φαινόταν χαριτωμένο. Τόσο σου χρειάστηκε για να πιστέψεις σ’ ένα σημάδι που σου έλεγε να τη γνωρίσεις καλύτερα: ένα λι, ένα νι και τρία γράμματα σε μια πινακίδα αυτοκινήτου. Έλα όμως που για τη Βλασία ήσουν αόρατος. Ή, ακόμη χειρότερα, ανεπιθύμητος. Από τότε, όποτε ερχόταν, πότε την κερνούσες ρακές, πότε της έκανες κομπλιμέντα για τα φορέματά της. Τίποτα. Εκείνη έλεγε ένα ξερό «ευχαριστώ» και γύριζε αμέσως στη φίλη της. Παρά την αδιαφορία της Βλασίας, όταν την άκουσες να λέει στον Μελέτη πως μετακόμιζε και χρειαζόταν κόσμο για κουβάλημα, προσφέρθηκες αμέσως.

Ξεκινήσατε νωρίς την Κυριακή. Σε εντυπωσίασε πόσα βιβλία είχε. Όσο βρίσκονταν στα ράφια δεν φαίνονταν πολλά· μόλις όμως μπήκαν στις κούτες, έγιναν ασήκωτα. Παρ’ όλα αυτά, έκανες πως οι κούτες δεν σου φαίνονταν βαριές. Έσφιγγες τα δόντια, τις κουβαλούσες δυο δυο και προσπαθούσες να μη λαχανιάσεις μπροστά της. Ήταν κι άλλοι φίλοι της εκεί, οπότε το κουβάλημα μοιράστηκε. Κάποια στιγμή φώναξε το όνομά σου και αναθάρρησες.
Ήθελε απλώς ένα χεράκι στην κουζίνα. Ήταν ένα μικρό δωμάτιο. Δύο άνθρωποι μετά βίας χωρούσαν να σταθούν δίπλα δίπλα. Οι άδειες κούτες είχαν στοιβαχτεί δίπλα στο ψυγείο και πάνω στον πάγκο υπήρχαν εφημερίδες, δυο ρολά κολλητικής ταινίας κι ένας μαύρος μαρκαδόρος. Η Βλασία στεκόταν μπροστά στον νεροχύτη και τύλιγε τα πιάτα ένα ένα σε φύλλα εφημερίδας. Εσύ, σκυμμένος πάνω από την ανοιχτή κούτα στο πάτωμα, τα τοποθετούσες το ένα πάνω στο άλλο. Κάθε φορά που ακουμπούσαν, έβγαζαν έναν λεπτό, καθαρό ήχο.

Τον ίδιο ήχο έβγαζαν τα γυαλικά στο πορτμπαγκάζ, όταν αφήνατε το πρώτο σπίτι σας, λίγες μέρες αφότου οι γονείς σου σού είχαν ανακοινώσει ότι θα χώριζαν. Δεν έμοιαζε με αποχαιρετισμό τότε. Η μάνα σου στεκόταν στο κέντρο του σαλονιού και εξέταζε ένα ένα τα γυαλικά.
— Αυτό είναι ξεχωριστό κομμάτι. Γνήσια πορσελάνη. Να το πάρεις, είπε.
Κανείς δεν τη ρώτησε αν ήταν αλήθεια. Οι κούτες είχαν γεμίσει τις γωνιές: σκισμένα λούτρινα, παιδικά κουτιά με αυτοκόλλητα, σεμεδάκια, τραπεζομάντιλα που έβγαιναν από το ντουλάπι μόνο τις γιορτές. Ο πατέρας σου τύλιγε το τασάκι του σε μια εφημερίδα. Το ξανάβγαζε κάθε τόσο, τίναζε μέσα τη στάχτη του και το τύλιγε πάλι. Μπήκατε όλοι στο αυτοκίνητο. Δεν άνοιξε κανείς το ράδιο. Οι κούτες έτριζαν στις στροφές και τα γυαλικά μέσα τους έβγαζαν εκείνον τον λεπτό, καθαρό ήχο που μόλις είχες ακούσει. Η μάνα σου ξεκίνησε πάλι την ίδια ιστορία. Εκείνη με την κυρία που πουλούσε παγωτά.
Και με σένα.
— Ήσουν δεν ήσουν τεσσάρων, είπε, και η κυρία Λίτσα μάς είπε πως της είχες πει ότι μια μέρα θα χωρίσουμε.
Δεν απάντησες. Άκουγες μόνο τη μηχανή του αυτοκινήτου και τα γυαλικά στο πορτμπαγκάζ. Μόνο ένα ράγισε τελικά. Δεν το ακούσατε τότε.

Όταν σήκωσες το βλέμμα, η Βλασία σε κοιτούσε. Κρατούσες ακόμη ένα πιάτο πάνω από την ανοιχτή κούτα.
— Μη φοβάσαι τόσο, είπε. ΙΚΕΑ είναι.
Το τύλιξες προσεκτικά στην εφημερίδα και το ακούμπησες πάνω στα υπόλοιπα. Καθώς έσκυβες, η μπλούζα σου κατέβηκε λίγο και φάνηκε το σημάδι από τη ζώνη στο στήθος.
— Πού το έπαθες αυτό, ρε συ;
Τράβηξες την μπλούζα ψηλότερα.
— Δεν είναι τίποτα.
Ύστερα πήρε τον μαρκαδόρο από τον πάγκο, έγραψε «ΚΟΥΖΙΝΑ» στο πλάι της κούτας και τράβηξε μια γραμμή από κάτω.
— Αυτή θα έρθει μαζί μας στο αυτοκίνητο. Θα την κρατήσεις στα πόδια σου ως το καινούργιο σπίτι;
Έσκυψες και την πήρες στα χέρια σου.
— Θα την κρατήσω.
Στο αυτοκίνητο ακούμπησες την κούτα στα πόδια σου και πέρασες τα χέρια γύρω της. Στην πρώτη στροφή, τα πιάτα μετακινήθηκαν και ακούμπησαν το ένα στο άλλο.

Το σημάδι από τη ζώνη σε τράβηξε στο στήθος.
Έσφιξες την κούτα πάνω σου, ώσπου τα πιάτα σώπασαν.

 

——————

(*) Η Μαριστέλλα Δούρου εργάζεται ως κοινωνική λειτουργός. Έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ψυχιατροδικαστική και σπουδάζει Ψυχολογία. Γράφει διηγήματα και μικρές ιστορίες.

 

Προηγούμενο άρθρο7+1 βιβλία καλής ελληνικής λογοτεχνίας και για την παραλία (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ