Δευτέρα, 10 Αυγούστου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ  Επίδαυρος 5, «Αντιγόνη», Σοφοκλής, Όγεν: το μόνο κοινό ήταν ο τίτλος ...

 Επίδαυρος 5, «Αντιγόνη», Σοφοκλής, Όγεν: το μόνο κοινό ήταν ο τίτλος (της Όλγας Σελλά)

0
56

 

της Όλγας Σελλά

Ερχόταν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αλλά με εξαιρετικές συστάσεις, ο Νορβηγός  χορογράφος, συγγραφέας και σκηνοθέτης Άλαν Λουσιέν  Όγεν. Ίδρυσε δική του ομάδα χορού, τους winter quests το 2006, σε ηλικία 28 ετών, και από το 2013 είναι ο μόνιμος χορογράφος του Εθνικού Μπαλέτου Νορβηγίας.  Είναι δε από τους πρώτους προσκεκλημένους χορογράφους στο Tanztheater Wuppertal  της Πίνα Μπάους, μετά το θάνατό της, για να χορογραφήσει την ομάδα της.

Φέτος έφτασε στην Επίδαυρο με την «Αντιγόνη», βασισμένη στο ομώνυμο έργο του  Σοφοκλή. Που είχε και χορό και λόγο. Το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου την περασμένη Παρασκευή είχε περίπου 4.000 θεατές, λογική προσέλευση για μήνα Αύγουστο και για έναν άγνωστο στην Ελλάδα καλλιτέχνη.

Όσοι βρεθήκαμε προσδοκούσαμε να δούμε κάτι πολύ ιδιαίτερο. Και η αλήθεια είναι ότι η παράσταση ξεκίνησε γοητευτικά. Μια γυναίκα κατέβηκε από το κοίλον προς την ορχήστρα, κρατώντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο χέρι της. Ανεβαίνει στην ξύλινη πλατφόρμα που κάλυπτε την ορχήστρα και αρχίζει να μαδάει το λουλούδι, δημιουργώντας έναν μικρό λοφίσκο με ροδοπέταλα. Δεν ακουγόταν παρά μόνο ο γκιώνης εκείνες τις στιγμές. Πάνω στην ορχήστρα βρίσκονταν επτά ξύλινες κατασκευές, σαν ισόπλευρο Γάμα, που συμβόλιζαν τις επτά πύλες της Θήβας. Εμφανίζεται τότε ένας άντρας, τον οποίο οδηγεί ένα νεαρό αγόρι (που υποθέτουμε ότι είναι ο  Τειρεσίας, γιατί κανείς από τους ηθοποιούς και τους χορευτές δεν δανείζεται τα ονόματα της τραγωδίας, χρησιμοποιούνται τα δικά τους)  και αφηγείται συνοπτικά όσα συμβαίνουν στην ιστορία της Αντιγόνης.

Και από εκείνο το σημείο και μετά αρχίσαμε να βλέπουμε μικρές διαδοχικές σκηνές, που αποσπασματικά ή καθόλου παρέπεμπαν στο μύθο της Αντιγόνης. Κυριαρχούσε στις περισσότερες το δίπολο έρωτας-θάνατος, με όλες τις μορφές τους –τις τρυφερές, τις σκληρές, τις βίαιες. Ή τον βιασμό, τον σαδισμό, τη σκληρότητα, τον πόλεμο, τον θάνατο ξανά. Και όλα θίγονται σ’ αυτές τις μικρές σκηνές: από την πασίγνωστη φράση του ανθρώπου  που έχασε τη ζωή του στην Αμερική «I can’t breath», μέχρι το προσωποποιημένο ρομπότ, η Αλέξα,  που συνομιλεί με μια ηλικιωμένη γυναίκα και είναι η μόνη της παρέα.

Και κάποια στιγμή, μια γυναίκα, κάνοντας πίνακα την επιφάνεια αυτών των ξύλινων Γάμα, αρχίζει να γράφει ονόματα από την ελληνική μυθολογία (κάποια από τα οποία δεν τα έχουμε ξανακούσει) και να αφηγείται τον τρόπο που έχασαν τη ζωή τους: Ιφιμέδια, Αρπαλύκη, Αλόπη, Λαοδάμεια, Φαίδρα, Άσπαλις, Ιφιγένεια, Κλυταιμνήστρα, Κανδάκη, Αντιγόνη, Πολυξένη, Ινώ, Καλλιστώ, Ιππολύτη, Αριάδνη… Μέριλιν Μονρόε, Μπρίντεϊ Σπίαρς! Ο Άλαν Λουσιέν Όγεν θεωρεί ότι όλες είναι γυναικοκτονίες: «Το όνομά μου είναι μια ουλή στο λαιμό της ιστορίας» ακούγεται.  Και μετά το γυναικείο σώμα γίνεται παιχνίδι και άθυρμα, σε μια χορογραφική αποτύπωση, στα χέρια των ανδρών επί σκηνής.

Η αλήθεια είναι ότι από ένα σημείο και μετά δεν υπήρχε αφήγηση, ούτε συγκεκριμένη ιστορία. Υπήρχαν αποσπασματικές σκηνές, ασύνδετες. Άλλες ωραίες, όπως εκείνη η καταπληκτική με τον Κρέοντα, που ρίχνει χώμα, γέρνοντας το κεφάλι του, στο νεκρό σώμα του Πολυνείκη. Ή εκείνη που ένας ώριμος άντρας ενώνει ξανά τα ξεφτισμένα ροδοπέταλα και ξαναφτιάχνει, όπως μπορεί, το χαλασμένο λουλούδι. Και είναι η στιγμή που ακούγεται η πιο τρυφερή φράση της παράστασης: «Ανδρική χειρονομία: ζημιά, επιδιόρθωση και ο χρόνος που χρειάζεται».

Κι άλλες, οι περισσότερες, που λειτούργησαν μ’ έναν τρόπο επίμονα επαναλαμβανόμενο και  διόλου πρωτότυπο. Όπως ήταν η διαρκής κίνηση των ξύλινων κατασκευών, που επιχειρούσαν να παραπέμψουν σε διάφορες σκηνικές συνθήκες –κάτι που στην αρχή ήταν ωραία ιδέα, αλλά επαναλήφθηκε τόσες φορές που έγινε κουραστικό. Όπως ήταν η σύνδεση της Αντιγόνης με τις γυναικοκτονίες του τότε και του σήμερα μ’ έναν τρόπο αυθαίρετο και ετσιθελικό σε πολλά σημεία της παράστασης. Ήταν ο διδακτικός τρόπος με τον οποίο ενέταξε φράσεις ή κινήσεις, με τις οποίες οι γυναίκες ζητούν βοήθεια όταν κινδυνεύουν. Μια υπαρκτή και σκληρή πραγματικότητα του σήμερα, που εντάχθηκε όμως με τρόπο τουλάχιστον άστοχο στην παράσταση.

Το πρόβλημα σ’ αυτή την παράσταση δεν ήταν ότι ο Άλαν Λουσιέν Όγεν θέλησε να παρουσιάζει την προσωπική του ανάγνωση στο έργο του Σοφοκλή. Ούτε ότι θέλησε να το μπολιάσει με σύγχρονα διακυβεύματα. Αυτό συμβαίνει με τα μεγάλα έργα: διαβάζονται εις τους αιώνας των αιώνων με τον τρόπο που κάθε εποχή αναγνωρίζει τον εαυτό της σ’ αυτά.

Το πρόβλημα ήταν ότι αυτό που παρουσίασε δεν είχε ειρμό, δεν είχε μια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, δεν άντλησε παρά ελάχιστα από το κείμενο στο οποίο βασίστηκε, δεν ανέδειξε τα θέματα που απασχολούσαν τον Σοφοκλή, αλλά μόνο όσα ο ίδιος ο Όγκεν ήθελε να επισημάνει, κι ας απομακρύνθηκαν εντελώς από τις αναζητήσεις του αρχαίου κειμένου, με τρόπο που αλλοίωναν τη σκέψη και τον προβληματισμό του συγκεκριμένου αρχαίου δράματος. Ακόμα και σε κάποιες σκηνές που φάνηκε ότι συνομιλεί με το αρχαίο κείμενο, τελικά ήταν σκηνές με φανταχτερή ποπ εκτέλεση και περιττά «πλουμίδια», που περισσότερο έδιναν ένα τόνο συνθήματος και απευθύνονταν στο θυμικό, παρά σε ουσιαστικό προβληματισμό.

Τέλος παρότι χοροθέατρο, κυριάρχησε ο λόγος. Και είναι σίγουρο ότι έχουμε δει πολύ καλύτερες χορογραφίες από καλλιτέχνες με πολύ λιγότερα μέσα και πολύ μικρότερη διαδρομή.

Στα θετικά στοιχεία της παράστασης ήταν η μουσική, οι φωτισμοί και οπωσδήποτε ο ζήλος, η αφοσίωση και η φινέτσα με τον οποίο υπηρέτησαν το εγχείρημα όλοι οι συντελεστές επί σκηνής. Αλλά δεν ήταν αρκετά.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία – Χορογραφία: Alan Lucien Øyen, Καλλιτεχνικοί συνεργάτες: Andrew Wale, Daniel Proietto, Σκηνικά: Åsmund Fæarvaag, Κοστούμια: Stine Sjøgren, Φωτισμοί: Martin Flack, Ήχος Gunnar Innvær, Βίντεο: Mathias Grønsdal, Φωτογραφίες: Mats Bäcker, Τεχνική διεύθυνση: Chris Sanders, Διεύθυνση σκηνής: Daniel Hones, Γκαρνταρόμπα: Anna Lena Dresia

Παραγωγή: winter guests, Συμπαραγωγή: Fondazione Teatro di Roma, The Norwegian Opera and Ballet, Centro Servizi Culturali Santa Chiara Εκτέλεση παραγωγής: Essar Gabriel, Υπεύθυνοι παραγωγής: Ornella Salloum, Syv mil / Tora De Zwart Rørholt, Ingrid Saltvik Faanes (για την ομάδα winter guests)

Με την υποστήριξη Arts Council Norway City of Bergen

Ευγενική παραχώρηση χώρου προβών Pina Bausch Zentrum

Παίζουν: Enoch Grubb, Douglas Letheren, Pascal Marty, Antonin Monié, Nazareth Panadero, Julie Shanahan, Fernando Suels Mendoza, Meng-Ke Wu

Προηγούμενο άρθροΟι ιστορίες πρώτη ύλη για…escape rooms (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΥγκ Παγκάν: “Το νουάρ μυθιστόρημα, μια σύγχρονη σιωπηλή τραγωδία” (συνέντευξη στην Βίκυ Χασάνδρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ