από τον Πάνο Ιωαννίδη
θα ‘πρεπε να ξέρεις γρήγορα ή αργά/κι οι αθώοι ένοχοι θα γίνουν (Παιδί Τραύμα-Το Φόρεμα)
Οι παραπάνω στίχοι ανήκουν σε ένα ωραίο τραγούδι από το Παιδί Τραύμα, έναν τραγουδοποιό της δικής μου γενιάς. Η διαλεκτική τους σημασία είναι μεγάλη· αργά ή γρήγορα κι οι αθώοι θα γίνουν ένοχοι, σε έναν κόσμο που τα όρια ανάμεσα στο νόμιμο, στο ηθικό και στο παράνομο, γίνονται ολοένα πιο δυσδιάκριτα. Πρόκειται για στίχους άρρηκτα δεμένους με την προοπτική της ενηλικίωσης: κάποιος που παύει να είναι παιδί, οφείλει να παίζει το παιχνίδι των μεγάλων, στο οποίο mutatis mutandis οι νόμοι των ισχυρών, συχνά της ζούγκλας κατισχύουν του θετικού δικαίου.
Στο αστυνομικό μυθιστόρημα, με την ευρεία έννοια του όρου, παρατηρείται τον τελευταίο καιρό, ας πούμε από την καραντίνα και μετά, ίσως και πιο πριν, μια τάση που φανερώνει τις πάμπολλες αποχρώσεις του γκρίζου. Θα με πείτε τώρα, πως αυτό είναι το νουάρ, οπότε οφείλω να γίνω πιο συγκεκριμένος. Αναφέρομαι στην κατάσταση όπου τα όρια ανάμεσα στους καλούς, άρα και αθώους (εκπρόσωποι του νόμου) και στους κακούς και προφανώς ενόχους (παραβατικοί τύποι), θολώνουν. Πράγμα που σημαίνει ότι είναι ζήτημα της νουάρ αφήγησης να ξεκαθαρίσει σε ποια όχθη ανήκει ο καθένας. Αυτό το αφηγηματικό φαινόμενο, παρατηρείται και σε αρκετές αστυνομικές σειρές, όπου συχνά ένας μπάτσος, αγαπημένος ήρωας το κοινού, σε βαθμό έντονης ταύτισης αποκαλύπτεται να έχει βουτήξει το χεράκι του στο μέλι της διαφθοράς, ενώ ένας κακοποιός άλφα τάξης έχει πράξει σύμφωνα με τα χρηστά ήθη της νομιμότητας.
Τούτη η δυναμική ή ακριβέστερα η επιλογή αφήγησης, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν αντανακλά τίποτα περισσότερο, από το πόσο δύσκολη έχει γίνει η διαβίωση στις δυτικές κοινωνίες μας. Ίσως σηκώσετε χέρι για να υποβάλετε ένσταση λέγοντας ότι έτσι ήταν, είναι και θα είναι. Θα αντιτείνω λέγοντας ότι όσο ο δημόσιος χώρος υποχωρεί προς χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, το πράγμα γίνεται όλο και πιο δύσκολο. Και αυτό που μένει για να κατανοήσουμε την κατάσταση των πραγμάτων, δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαλεκτική.
Μια τέτοια περίπτωση είναι το νέο μυθιστόρημα του Ίαν Ράνκιν, Το μπλε του μεσονυκτίου (Μεταίχμιο, Χίλντα Παπαδημητρίου), μια ακόμη περιπέτεια με τον δικό μας άνθρωπο, τον Επιθεωρητή Τζον Ρέμπους. Η μεγάλη διαφορά με τα προηγούμενα μυθιστορήματα, (είκοσι πέντε στο σύνολο τους, εκ των οποίων δεκατρία μεταφρασμένα από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο), είναι ότι εδώ ο Ρέμπους βρίσκεται στη φυλακή. Είναι καταδικασμένος για ισόβια, λόγω της απόπειρας δολοφονίας που είχε διαπράξει, σύμφωνα με τον εισαγγελέα, εναντίον του προαιώνιου εχθρού του, του Μπιγκ Τζερ Κάφερτι, ενός ανθρώπου της νύχτας και πρώην αρχηγού της Μαφίας. Αυτό το στοιχείο είναι ο θεμέλιος λίθος του βιβλίου μια και ο σπουδαίος Σκοτσέζος επιλέγει να ρίξει τον ήρωα του, στην αντίπερα όχθη, εκεί που διαβιώνουν όσοι μέχρι πρόσφατα κυνηγούσε.
Το γεγονός που λειτουργεί ως συμβάν για να πάρει μπρος η αφήγηση, είναι η δολοφονία ενός βαρυποινίτη κρατούμενου που διαμένει στην ίδια πτέρυγα με τον Ρέμπους. Δεν είναι δύσκολο να γίνει κατανοητό, ότι το λαγωνικό που κοιμάται μέσα στον ισοβίτη πλέον επιθεωρητή ξυπνά απότομα. Προς αυτή την κατεύθυνση τον ωθεί και το σμήνος των παλιών συναδέλφων του, μεταξύ των οποίων και η αγαπημένη φίλη του, η Σίβον Κλαρκ, το θηλυκό του alter ego, που καταλαμβάνει τη φυλακή και ξεκινά τις έρευνες για τον εντοπισμό του δράστη.
Ρέμπους (rebus), σημαίνει οπτικός γρίφος που αποτυπώνει εικόνες και σύμβολα, κρύβοντας την σημασία των λέξεων και των πραγμάτων. Και σε αυτό το σημείο, όχι μόνο το γενικό στοιχείο με το επίθετο του ήρωα του, αλλά και το ειδικό, με την φυλακή που του επιβάλει έναν σαφέστατο περιορισμό κινήσεων, βρίσκεται η μαεστρία του Ράνκιν. Γιατί ο Ρέμπους εισέρχεται κατά τον τρόπο αυτό στην εγελιανή διαλεκτική, στην ταυτότητα της ταυτότητας (μπάτσος με τα όλα του) και της μη ταυτότητας (φυλακισμένος). Και είναι αναγκασμένος να παίζει τα ρέστα του σε διπλό ταμπλό για να επιβιώνει μέσα στον καθημερινό ζόφο της φυλακής, αλλά και για να διατηρεί την αξιοπρέπεια του, όπως και να ελπίζει σε μια αποφυλάκιση, δεδομένου ότι δεν σκότωσε τον Κάφερτι, πράγμα που αποδείχτηκε, αλλά μόνο ήθελε να τον εκφοβίσει. Το περιβόητο δίλημμα των φυλακισμένων αποκτά άλλη διάσταση σε αυτό το μυθιστόρημα.
Εκτός της φυλακής, η κοινωνία με επίκεντρο την κοινότητα της Αστυνομίας, παρουσιάζεται ως ένας Καφκικός Πύργος, όπου καθείς και καθεμία έχει τον ρόλο του και ξέρει ποια είναι τα όρια του. Όμως άλλο πράγμα η θεωρία και άλλο πράξη, και κατά συνέπεια, υπάρχουν αστυνομικοί που έχουν είτε με τη θέληση τους, είτε χωρίς αυτήν, πάρε δώσε με ποινικούς κρατούμενους, όπως και υπάρχουν αστυνομικοί που είναι πιο καθαροί και από το γάργαρο νερό. Επίσης οι δημοσιονομικές περικοπές που γίνονται κατά κανόνα προς χάριν της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, δυσχεραίνουν το έργο των οργάνων τάξης, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους κακοποιούς.
Την ίδια περίοδο ένα νέο κορίτσι εξαφανίζεται και η κινητοποίηση για να βρεθεί είναι μεγάλη. Ο Ράνκιν δίνει μια αφηγηματική στροφή, για να ρίξει ο αναγνώστης ένα κριτικό βλέμμα προς τη λεγόμενη συμβατική κοινωνία, προς τα ευκατάστατα μεσοαστικά προάστια, όπου όμως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Από τους διαλόγους και τις σιωπές, αναδεικνύεται η σοβούσα κρίση της πυρηνικής οικογένειας, που έχει στο επίκεντρο της την ανευθυνότητα των ενηλίκων, αλλά και την υποβάθμιση της αξίας της εργασίας, η οποία ωθεί τους γονείς να εργάζονται μακριά από τα παιδιά τους. Και εδώ όλα φαίνονται καφκικά, μα με έναν ξεκούρδιστο τρόπο που μας κάνει και χαμογελάμε πικρά. Ίσως για να μην κλάψουμε, γιατί η σύγχυση των εφήβων, η αδυναμία τους να προβάλλουν αξίες και οράματα από τον πραγματικό κόσμο και να παραδειγματιστούν από τους γονείς τους είναι κάτι παραπάνω από έντονη. Το ρευστό είναι τους και η αναπόφευκτη ανάγκη τους για πειραματισμό, τους στρέφει στην εικονική πραγματικότητα του ψηφιακού κόσμου με ανεξέλεγκτα αποτελέσματα.
Η μαεστρία του Ίαν Ράνκιν φαίνεται και εδώ: ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι οι δυο υποθέσεις συνδέονται με κάποιον τρόπο, αλλά θέλει να μάθει πως. Έτσι το whodunnit της αγγλοσαξονικής σχολής, στην οποία παραμένει πιστός, καίτοι Κέλτης, μετατρέπεται σταδιακά σε page turner, μέχρι την Κάθαρση. Πλείστα τα στοιχεία που δίνονται, ώστε η πολιτισμική οπτική μας πάνω σε αυτό το διαμαντάκι από τον Βορρά να διευρύνεται προσπαθώντας να κατανοήσει την σχέση ανάμεσα στο αφηγηματικό φαινόμενο και στην πραγματικότητα. Τα κατάλοιπα της καραντίνας, είναι παρόντα, προσιδιάζοντας την κοινωνία με φυλακή, λόγω της κατάστασης εξαίρεσης που επιβλήθηκε. Οι αρτηριοσκληρωτικοί κανόνες ιεραρχίας που τηρούνται πιστά από τα μέλη των συμμοριών, δεν διαφέρουν ιδιαίτερα από την καπιταλιστική λογική που λευκού κολλάρου που διέπει τον πατέρα της εξαφανισμένης Τζασμίν. Και τα νταλαβέρια που κάνουν αρχιμαφιόζοι στις φυλακές με τους δεσμοφύλακες για να έχουν την άνεση τους, ταιριάζει γάντι με το σκάκι που παίζουν επικίνδυνοι αστυνομικοί με κακοποιούς με σκοπό μια επικείμενη προαγωγή.
Η αλληγορία σταματά εκεί που οφείλει, στο σημείο δηλαδή που ξεκινά ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα. Ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, ή αν θέλετε, μια επίκαιρη πολιτισμική εκροή που αναφέρει το έγκλημα ως συμβάν με την πολιτική έννοια του όρου. Και ως εκ τούτου η αφηγηματική διαδικασία διερεύνησης του εγκλήματος και των κενών που αφήνει να διαφανούν, συνιστά μια εύλογη ματιά πάνω στην πορεία των κοινωνιών και στην εξέλιξη του πολιτισμού μας.
Ίαν Ράνκιν- Το μπλε του μεσονυκτίου, μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίο, Μεταίχμιο



















![Σκόρπιες αστυνομικοφανείς[;] σκέψεις ενός μη- ειδικού συγγραφέα (του Γιάννη Πανούση)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/07/r46669-218x150.webp)



