Τρίτη, 21 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Τα όρια της αυτοβιογράφησης στη σκηνοθεσία της μυθοπλασίας (της  Λίλας Κονομάρα)

Τα όρια της αυτοβιογράφησης στη σκηνοθεσία της μυθοπλασίας (της  Λίλας Κονομάρα)

0
134

 

της Λίλας Κονομάρα (*)

Η εποχή μας αρέσκεται στις κατηγοριοποιήσεις. Νέοι όροι, σχετικοί με την κατάταξη ενός λογοτεχνικού έργου, ξεπηδούν κάθε τόσο, όροι που λειτουργούν ενίοτε εις βάρος της πολυπρισματικότητας του. Ο όρος αυτομυθοπλασία είναι ένας απ’ αυτούς που χρησιμοποιούνται ευρέως τελευταία. Ακόμα και σήμερα, δεν αποτελεί  ακριβώς είδος, δεν θα το βρει κανείς στα ράφια των βιβλιοπωλείων, ίσως λόγω της αμφισημίας και του διφορούμενου χαρακτήρα του ο οποίος αυτομάτως θέτει διάφορα ερωτήματα.

Πρώτα απ’ όλα, αναρωτιέται κανείς ποια είναι τα όρια ανάμεσα σε μυθοπλασία και πραγματικότητα; Πώς και σε ποιο βαθμό η αυτομυθοπλασία διαφοροποιείται από την αυτοβιογραφία ή τα απομνημονεύματα; Η αυτομυθοπλασία απεικονίζει λιγότερο ή περισσότερο πιστά την πραγματικότητα; Πώς ανασυστήνεται ένα γεγονός, πώς αναπλάθεται ένα πρόσωπο; Ο Philippe Lejeune, στο πολύ γνωστό δοκίμιό του Το αυτοβιογραφικό σύμφωνο ορίζει την αυτοβιογραφία ως «Αναδρομική, σε πεζό λόγο, αφήγηση που κάνει για τον εαυτό του ένα πρόσωπο πραγματικό, προβάλλοντας την ατομική του ζωή και κυρίως την ιστορία της προσωπικότητάς του». Συνιστά ένα ψυχογράφημα και μπορεί κάλλιστα να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον λογοτεχνικό κείμενο. Αυτός όμως δεν θα μπορούσε να είναι και ο ορισμός της αυτομυθοπλασίας; Πολλοί θα αντιτείνουν ότι στην αυτομυθοπλασία, δεν έχουμε πιστή αναπαράσταση των γεγονότων. Και στην αυτοβιογραφία ωστόσο, όλοι μας γνωρίζουμε πόσο επισφαλής και άρρητα συνδεδεμένη με τον χρόνο είναι η μνήμη. Ποιο είναι αυτό το Εγώ που μιλάει κάθε φορά, το οποίο οι θεωρίες της Ψυχανάλυσης – εισάγοντας το Αυτό και το Υπερεγώ- κατέστησαν ακόμα πιο αδιαφανές και περίπλοκο; Ο Lejeune καταδεικνύει ακριβώς τη δυσκολία και τη ρευστότητα των ορίων ανάμεσα στον συγγραφέα, τον αφηγητή και τον ήρωα.

Ένα άλλο ερώτημα που τίθεται επίσης είναι μήπως μ’ έναν τρόπο, όλα τα λογοτεχνικά έργα δεν είναι σ’ ένα βαθμό αυτομυθοπλασία αφού δεν μπορεί να υπάρξει έργο έξω από τον συγγραφέα ο οποίος αντλεί πάντα από προσωπικές εμπειρίες και βιώματα. Πού θα κατατάσσαμε λόγου χάρη το έργο του Προυστ, της Ντυράς ή στα καθ’ ημάς, το μυθιστόρημα Η Κασσάνδρα και ο λύκος της Μ. Καραπάνου ή το Σαν μυθιστόρημα του Γ. Κιουρτσάκη;

Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και ένα ζήτημα ηθικής τάξεως. Νομιμοποιείται κάποιος να μιλάει για άλλους ανθρώπους του οικογενειακού ή φιλικού του περιβάλλοντος αποκαλύπτοντας τη ζωή τους;

Όσον αφορά τέλος τους αναγνώστες, πολλοί επικρίνουν τα έργα αυτομυθοπλασίας λέγοντας ότι στρέφουν το ενδιαφέρον τους προς το «déballage», το ξετύλιγμα δηλαδή, την αποκάλυψη απόκρυφων μυστικών της ζωής του συγγραφέα, ενισχύοντας έτσι την τάση τους να κοιτάξουν μέσα από την κλειδαρότρυπα, και όχι προς το  «emballage», τον τρόπο δηλαδή που ο συγγραφέας συνενώνει και συνταιριάζει όλα του τα υλικά.

Όπως και να ‘χει, ο όρος αυτομυθοπλασία, όπως και τα έργα που κατατάσσονται στην εν λόγω κατηγορία παρουσιάζουν μεγάλη άνθηση και αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί.

Μια πρώτη εξήγηση θα μπορούσε να αφορά την εποχή που διανύουμε. Ζούμε σε μία πραγματικότητα τόσο ρευστή, αν όχι δυστοπική όπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το εικονικό γίνονται όλο και πιο ασαφή. Σήμερα, στο διαδίκτυο, δεν γνωρίζουμε αν ο συνομιλητής μας είναι αυτός που ισχυρίζεται ότι είναι. Δεν γνωρίζουμε καν αν είναι άνθρωπος ή προϊόν Τεχνητής Νοημοσύνης. Όλη αυτή η ασάφεια δημιουργεί μια κρίση ταυτότητας, μια διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη για αυθεντικότητα και αυτογνωσία. Δεν είναι τυχαίο ότι σήμερα προωθείται κατά κόρον η ατομικότητα και η προσωπική προβολή μέσω των κοινωνικών δικτύων, επιβεβαιώνοντας την περιβόητη ρήση του Άντι Γουόρχολ: «Στο μέλλον ο καθένας θα είναι διάσημος για 15 λεπτά».

Η λογοτεχνία, αντανακλώντας τα σημεία των καιρών, στρέφεται προς την οικογένεια. Τα λογοτεχνικά έργα που φέρνουν στο προσκήνιο την οικογενειακή ιστορία έχουν αυξηθεί σημαντικά. Ίσως επειδή η οικογένεια αποτελεί τον μοναδικό σταθερό πυρήνα στις μέρες μας, τον χώρο όπου εκδηλώνονται για πρώτη φορά πολλές σκέψεις και συναισθήματα και όπου διαμορφώνεται σταδιακά ο χαρακτήρας και η ταυτότητα του καθένα.

Μια δεύτερη εξήγηση είναι ότι η αυτομυθοπλασία ήταν και είναι ένας τρόπος να μιλήσει κανείς για θέματα επώδυνα ή ταμπού όπως η σεξουαλικότητα, το φύλο, οι ρατσιστικές και άλλες προκαταλήψεις γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε από διαφόρων ειδών μειονότητες. Μέσω αυτής, ο συγγραφέας μπορεί να προστατευτεί, να αποφύγει προβλήματα με τον νόμο, αλλά και ταυτόχρονα να πάρει απόσταση από την προσωπική του εμπειρία. Η αυτομυθοπλασία συνιστά καταφύγιο, αλλά είναι και πράξη απελευθέρωσης και δικαίωση.

Το τελευταίο μου βιβλίο, μία νουβέλα με τον τίτλο Μια τρίχα που γίνεται άλογο (εκδ. Καστανιώτη), θα μπορούσε να ανήκει στην κατηγορία της αυτομυθοπλασίας αν και αυτό δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου. Αφορά την αδελφική σχέση, μια σχέση κομβική στη ζωή όλων, η οποία γεννάει πολλά και ετερόκλητα συναισθήματα. Τι γίνεται λοιπόν όταν σε μια τέτοια σχέση υπεισέρχεται η τρέλα; Ο αδελφός μου έπασχε από ψυχική ασθένεια, ως εκ τούτου είχα προσωπικά βιώματα και γνώριζα καλά τις ψυχικές πραγματικότητες που διαμορφώνονται σε τέτοιου είδους καταστάσεις. Για πάρα πολλά χρόνια, δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό να ασχοληθώ με αυτό το θέμα. Ίσως δεν ήμουν έτοιμη ούτε ψυχικά ούτε συγγραφικά. Γράφουμε πάντα τα βιβλία που είμαστε έτοιμοι να γράψουμε. Όταν τελικά το έγραψα ωστόσο, το βιβλίο δεν απεικόνιζε την πραγματικότητα της ζωής μου, ούτε ως προς τους χαρακτήρες ούτε ως προς τα γεγονότα. Αυτό κάνει η λογοτεχνία. Μεταπλάθει την πραγματικότητα και αφήνει το κείμενο να λειτουργήσει ελεύθερο, με τρόπους που ενίοτε ο συγγραφέας ούτε καν υποψιάζεται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού κάτι που μου επεσήμαναν διάφοροι αναγνώστες καθώς και ο μεταφραστής του βιβλίου στα γαλλικά. Το τριτοπρόσωπο «του» που επανέρχεται στο βιβλίο, δεν είναι πάντα σαφές σε ποιον από τους δύο αδελφούς αναφέρεται, υπάρχει μια διαρκής μετακύλιση, ένας υπόγειος διάλογος ανάμεσά τους. Υπερβαίνοντας τις προθέσεις μου, η αφήγηση κατάφερε να αποτυπώσει  αυτό που είναι η πιο σημαντική αλήθεια σ’ αυτού του είδους τις σχέσεις, το γεγονός δηλαδή ότι ο ένας δεν μπορεί να διαχωρίσει τη ζωή του από τη ζωή του άλλου, έχουμε να κάνουμε με μια διττή, πάσχουσα ύπαρξη.

Υπάρχει λοιπόν, για να επιστρέψουμε στα αρχικά ερωτήματα, ένα πρώτο επίπεδο που αφορά το εναρκτήριο γεγονός. Στη συνέχεια υπάρχει η συγγραφική πρόθεση η οποία συνιστά μια δεύτερη πραγματικότητα όπου η αλήθεια συγχέεται ενίοτε με την επιθυμία να γραφτεί μια ωραία ιστορία. Τέλος υπάρχει μια τρίτη πραγματικότητα, αυτή που διαμορφώνει το ίδιο το κείμενο και η οποία καταφέρνει να υπερβεί τις δύο προηγούμενες αποτυπώνοντας συχνά την ουσία πολύ καλύτερα από την πιστή καταγραφή των γεγονότων.

 

(*) Με βάση την ομιλία της Λίλας Κονομάρα στο 1ο Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Σητείας που εγκαινιάστηκε φέτος από τη Στέγη Βιτσέντζος Κορνάρος. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στις 12-14 Ιουνίου 2026.

Προηγούμενο άρθροΦεστιβάλ Επιδαύρου 3: «Άλκηστις», Ευριπίδης, Δ. Καραντζάς – Η πλάστιγγα έγειρε στην τραγωδία ( της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΤο γενικό πνεύμα της ποίησης του Γιώργου Βέη (του Βασίλη Ζηλάκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ