Τρίτη, 14 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ένας άλυτος κόμπος στο σαλόνι- με αφορμή τα βιβλία της νομπελίστας Χαν...

Ένας άλυτος κόμπος στο σαλόνι- με αφορμή τα βιβλία της νομπελίστας Χαν Γκανγκ ( του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
64

 

Του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

«…Βγες έξω τώρα!»

Εκείνη η φωνή.

Ο ήχος του ανέμου που μπαίνει από τα μικρά ανοίγματα του παραθύρου σφυρίζοντας μια χειμωνιάτικη νύχτα. Ο ήχος μιας σέγας που ουρλιάζει πάνω στο μέταλλο, το τζάμι του παραθύρου που ουρλιάζει πάνω στο μέταλλο, το τζάμι του παραθύρου που ραγίζει. Η φωνή σου.

Σύρθηκα κάτω και αγκάλιασα ξανά τα πόδια σου. Πραγματικά, δεν το ήξερες; Σε αγαπούσα. Όταν σε ένα ξέσπασμα ακατανόητης τρέλας πήρες ένα κομμάτι τρέλας πήρες ένα κομμάτι ξύλο και με χτύπησες στο πρόσωπο, όταν λιποθύμισα αμέσως, δεν είδες τα καυτά δάκρυα που έρεαν από τα μάτια μου;»

*

Το παραπάνω κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο «Μάθημα ελληνικών» της Χαν Γκανγκ, με μετάφραση από τα κορεάτικα της Αμαλίας Τζιώτη, εκδόσεις Καστανιώτη, 2026. Η Χαν Γκανγκ, γεννημένη το 1970, τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2024. Διάβαζα το βιβλίο στο λεωφορείο με το οποίο ταξίδευα από μια πόλη σε άλλη, με την άνεση που έχεις όταν δεν οδηγείς εσύ, αλλά σε πάνε άλλοι.

Αυτή η άνεση του περιβάλλοντος αναδείκνυε πιο έντονα τη στριμωγμένη ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος, όπου μια γυναίκα, που έχει χάσει την ικανότητά της για ομιλία- ένα σύμπτωμα σοβαρής ψυχοπαθολογίας- συναντά έναν άνδρα με τα δικά του υπαρξιακά αδιέξοδα, ριζωμένα στο παρελθόν, ο οποίος χάνει σταδιακά την όρασή του. Οι δυο πληγωμένες ψυχές ψηλαφούν αμήχανα την πιθανότητα μιας συνεύρεσής τους.

Η πρώτη μου αντίδραση, έχοντας κάπως προχωρήσει την ανάγνωση του βιβλίου, ήταν να το αφήσω στην άκρη. Ερχόμουν από μια δύσκολη κατάσταση, όπου είχαμε να λύσουμε κάποιους κόμπους (στο επαγγελματικό πεδίο ή στη ζωή συνολικά, αδιάφορο- το ίδιο επιβαρυντικό και στα δυο), με κόμπους που δεν είχαν να κάνουν με στεγνές υλικές δυσκολίες μα με ζητήματα ψυχοπαθολογίας χρονίζοντα και αενάως επαναλαμβανόμενα κάτω από ποικίλες μεταμφιέσεις.

Το ζητούμενο στην πραγματική ζωή ήταν να τα αντιμετωπίσουμε: να λύσουμε κατά το δυνατόν τους κόμπους, και να πάμε πιο πέρα. Όπως μας έλεγε σοφός καθηγητής στο Πολυτεχνείο: «Στο τέλος της ημέρας, οφείλουμε έστω και εναντίον όλων των αντιξοοτήτων να φτιάξουμε τη γέφυρα που απαιτείται από τις συνθήκες, ώστε να μπορέσουμε να περάσουμε απέναντι».

Στο μυθιστόρημα που διάβαζα στο λεωφορείο, σε πλήρη ασυμφωνία με τη διάθεσή μου, ο κόμπος- το σύμπτωμα- ήταν στο επίκεντρο, στο κέντρο του σαλονιού της ζωής κατά κάποιο τρόπο, όπως ένα ακριβό βάζο ή οι πίνακες με τις προσωπογραφίες των προγόνων. Αδιαπραγμάτευτα ακίνητο, πέραν κάθε αμφισβήτησης ή της όποιας σκέψης να κουνηθεί από κει. Αντίθετα, όλη η έμφαση ήταν στο πώς θα οργανωθεί η ζωή γύρω γύρω από αυτό. Το σύμπτωμα, και πάλι το σύμπτωμα. Χωρίς κάποια σοβαρή μνεία στο πρόβλημα που προκαλεί το σύμπτωμα- ώστε να επιχειρηθεί μια προσπάθεια αναίρεσής του.

Παρ’όλα αυτά δεν έκλεισα το βιβλίο- κάτι με κρατούσε εκεί, κάτι κέντριζε το ενδιαφέρον μου, και άξιζε να το διερευνήσω. Στο μεταξύ- κι ενώ το ταξίδι με το λεωφορείο συνεχιζόταν- αναζήτησα με το κινητό μου περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της.

Η Χαν Γκανγκ, η Κορέα και ο Κόσμος

Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έχει εκδοθεί και το μυθιστόρημα «Η χορτοφάγος» της Χαν Γκανγκ, το 2020, όπως και το «Λευκό», το 2025. Στη «Χορτοφάγο», μια κατά τα άλλα συνηθισμένη γυναίκα αποφασίζει να σταματήσει να τρώει κρέας μετά από έναν εφιάλτη. Αυτή η επιλογή κλιμακώνεται σε μια ακραία ψυχική κατάσταση όπου η ηρωΐδα αρνείται την ανθρώπινη φύση της και προσπαθεί να μεταμορφωθεί σε φυτό. Ένα πολύ σκληρό έργο, με πολύ σωματικό και ψυχικό πόνο. Στο «Λευκό» ο θάνατος της μεγάλης αδελφής δυο ώρες μετά τη γέννησή της, είναι στο επίκεντρο όλης της ζωής της μικρότερης αδελφής.

Μεγάλη η συνάφεια αυτών των τριών έργων, όπως τουλάχιστον συνάγω από τις περιλήψεις που εμφανίζονται στο κινητό μου: ολόκληρες ζωές με αμετακίνητο ένα σύμπτωμα της ψυχοπαθολογίας, εγκατεστημένο στο σαλόνι της ψυχής, όπως βεβαίως και της πρακτικής, υλικής καθημερινότητας.

*

Ξανάνοιξα το «Μάθημα Ελληνικών» και το ξεφύλλισα. Μεγάλη η λεπταισθησία της γραφής, και υψηλής ποιητικής η κατάληξή του. Αντιγράφω φράσεις από «Το δάσος στα βάθη της θάλασσας»:

«Τότε ήμασταν ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα στο δάσος κάτω από τη θάλασσα/ Σε εκείνο το μέρος δεν υπήρχε ούτε φως ούτε ήχος…

…Παραμείναμε ξαπλωμένοι σε εκείνο το μέρος/ μέχρι που τελικά έβγαλες έναν ανεπαίσθητο ήχο, μέχρι που ανάμεσα από τα χείλη σου βγήκε μια στρογγυλή, λεπτή φυσσαλίδα.»

Και αλλού:

«Ήταν σαν να με φιλούσε ο χρόνος/ Κάθε φορά που τα χείλη συναντιόντουσαν, συσσωρευόταν ένα απέραντο σκοτάδι».

Αλλά ποιά είναι η λειτουργία της ποίησης εδώ;

Αν επιχειρήσω να τη δω σε σχέση με τα δικά μας τα ευρωπαϊκά των σχετικά πρόσφατων αιώνων, δεν έχουν συνάφεια με τον αγγλικό ρομαντισμό της ενεργητικής στάσης και της επέμβασης, με τον Λόρδο Βύρωνα και τους άλλους, μα ούτε με το είδος της παθητικότητας των γερμανών ρομαντικών που ονοματίζουν συγκεκριμένα την αιτία της διαρκούς θλίψης, που είναι συχνά ότι αποκλείεται- εξ αιτίας των άκαμπτων κοινωνικών δομών και διαχωρισμών συνήθως-  να έχουν ποτέ την παντοτινή αγαπημένη δίπλα τους. Αν πρέπει οπωσδήποτε να δώσω ένα όνομα, έναν χαρακτηρισμό, για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου, βλέπω, αισθάνομαι την ποίηση της Χαν Γκανγκ ως σαν «λεπταίσθητο γκροτέσκο».

Άφησα για λίγο την αύρα αυτής της ποίησης να πλανάται, μέχρι που να βρεί τη θέση της, δηλαδή τη σχέση της με το βιβλίο- μέχρι που συνειδητοποίησα ότι είναι το «σύμπτωμα/ ο κόμπος/ στο σαλόνι» που δίνει τον τόνο εδώ. Μάλιστα, η ποίηση αυτή μοιάζει να «ελαφροπατάει», να «πατάει στα νύχια» γύρω γύρω από το σύμπτωμα, για να μην ακουστεί καν από το πρόβλημα που το προκαλεί, να μην το ενοχλήσει.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τελειώνει έτσι:

«Η ησυχία συσσωρεύτηκε σαν το χιόνι που σβήνει τα ίχνη για πάντα/ Έφτασε αθόρυβα μέχρι τα γόνατα, μέχρι τη μέση, μέχρι το πρόσωπο.»

«Σαν να προετοιμάζομαι για το ενδεχόμενο να εξαφανιστούν τα πάντα όταν ανοίξω και πάλι τα μάτια μου.»

*

Αισθανόμουν ιδιομόρφως μετέωρος σε σχέση με το βιβλίο «Μάθημα ελληνικών»: κάτι ιδιαίτερο φαινόταν να υπάρχει εδώ- δεν εννοούσα να κλείσω το βιβλίο-, μα αδυνατούσα να το φέρω στα δικά μου, να το κάνω να φωτίσει με κάποιο τρόπο πιο σταθερό.

Επιχείρησα να αναζητήσω τον ρόλο της ευρύτερης κοινωνίας στο βιβλίο, μήπως έτσι μου ανοιχτεί μια πόρτα. Ευθέως, η κοινωνία δεν πρωταγωνιστούσε στο έργο, μπορεί ακόμα και να έδειχνε απούσα, μα σ’αυτές τις περιπτώσεις θυμάμαι τον Ντελέζ στη Γαλλία του 1970 να λέει, περίπου: «Δεν μπορεί κάποιος να κάνει ψυχανάλυση και το σύμπαν του να αφορά μόνο το δωμάτιό του. Η ευρύτερη κοινωνία είναι εκεί και επηρεάζει».

Γνωρίζω μέσες άκρες ότι η Κορέα για δεκαετίες, μέχρι τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώρισε συλλογικά μια κατασύνθλιψη εξ αιτίας της φρικτής Κατοχής της από τους Γιαπωνέζους. Με τη λήξη του Πολέμου, οι Ιάπωνες μεν αποχώρησαν, πλην όμως η χώρα σε συνθήκες Ψυχρού Πολέμου χωρίστηκε σε Βόρεια και Νότια. Ο χωρισμός γρήγορα προκάλεσε έναν πολύ αιματηρό και συνολικά καταστρεπτικό εμφύλιο πόλεμο, με τις προστάτιδες δυνάμεις να πολλαπλασιάζουν την ένταση αυτού του εμφυλίου. Με τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και την οριστικοποίηση του χωρισμού των δύο τμημάτων, δεν ήταν μόνο η Βόρεια Κορέα που ζούσε σε ένα πολύ αυταρχικό καθεστώς: με άλλο τρόπο, η Νότιος Κορέα είχε ένα επί της ουσίας δικτατορικό καθεστώς, το οποίο- όπως μας βοηθούν οι σημαντικές σημειώσεις της μεταφράστριας να αντιληφθούμε- ως τη δεκαετία του 1960 είχε να αντιμετωπίσει βίαιες εξεγέρσεις του πληθυσμού. Μια βία έντονη και διάχυτη. Όπως σημειώνει η μεταφράστρια, τελικά ο Πρόεδρος εκείνης της περιόδου φυγαδεύτηκε από τη CIA στη Χονολουλού, ενώ ο γιος του αντιπροέδρου αυτοκτόνησε, αφού πρώτα σκότωσε τον πατέρα και την υπόλοιπη οικογένειά του.

Αυτά τα ιστορικά στοιχεία είναι πολύ ενδιαφέροντα για τον τρόπο διαβίωσης της κοινωνίας, μα δεν συνιστούν μια πυξίδα για τις δικές μας αναζητήσεις, πολύ περισσότερο όταν οι παραπάνω σκληρά εξουσιαστικές συνθήκες αντιμετωπίζουν μια ισχυρή, συνδυασμένη αντίσταση. Μια αντίσταση που ξεκινούσε ακόμα και με απροσδόκητο τρόπο: σκηνοθέτης του πολύ αξιόλογου νοτιοκορεάτικου κινηματογράφου περιέγραφε στους New York Review of Books, τις συνθήκες διαβίωσης της νιότης του ως πολύ καταπιεστικές, με τρόπο που θύμιζε τις μέρες της δικής μας Χούντας, μα ότι παράλληλα η μουσική και τα τραγούδια που ακούγανε από τον ραδιοσταθμό των αμερικάνικων βάσεων στη χώρα, τους ενέπνεαν να αναζητήσουν μια ελευθερία που δεν είχαν. Το ανατρεπτικό πνεύμα αντίστασης, με την παραπάνω έννοια, δεν  εμφανίζεται στο σύμπαν της Χαν Νταγκ, τουλάχιστον στα βιβλία της που μέχρι τώρα γνωρίζω.

Εδώ δεν αντιστεκόμαστε στον πειρασμό να αναγνωρίσουμε μια κάποια αναλογία με τις συνθήκες της γειτονικής Ιαπωνίας, όπου διαχρονικά, για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, επικρατούσαν καθεστώτα ασφυκτικής καταπίεσης, και εξαναγκασμένης συλλογικής και προσωπικής εσωστρέφειας. Ενδεχομένως μάλιστα κάποια έργα της σύγχρονης γιαπωνέζικης λογοτεχνίας να έχουν μια κάποια σχέση με την ατμόσφαιρα των βιβλίων της Χαν Γκανγκ, τουλάχιστον ως προς την εμμονή στο «να τοποθετηθεί το σύμπτωμα στο σαλόνι», πλην όμως η πρώτη μου εντύπωση είναι ότι στην Ιαπωνία αυτό εκδηλώνεται περισσότερο ως διαστροφή που αναζητά στην εξωστρέφεια την μεγέθυνσή της.

Αλλά όλα αυτά είναι πολύ ελλειπή, δεν μπορεί έτσι να προκύψει μια ασφαλής προσέγγιση και σύνδεση. Πέρα από το ότι προσωπικά δεν διαθέτω παρά μια εξαιρετικά αποσπασματική γνώση των κορεάτικων πραγμάτων, υπάρχει γενικά και μια πολύ μεγάλη δυσκολία προκειμένου να συναναστραφεί κανείς τις «μούσες των άλλων». Είναι χαρακτηριστική η απελπισία του Δάντη τον καιρό της εξορίας του από τη Φλωρεντία στη γειτονική Σιένα, ότι δηλαδή σε κανέναν Σιενέζο δεν έλεγε κάτι η Βεατρίκη, ούτε καν ως όνομα, κι αυτό ήταν πολύ σοβαρό αφού όλο του το έργο περιστρεφόταν γύρω από αυτή.

 

Οπότε;

Δεν ήμουν παρά ένας Έλληνας με μια πολύ αποσπασματική γνώση των κορεάτικων πραγμάτων, πόσο μάλλον της κορεάτικης τέχνης και λογοτεχνίας, μα την ίδια στιγμή είχα μια μετέωρη σχέση, μια εκκρεμότητα με το «Μάθημα ελληνικών» την Χαν Νταγκ- κάτι σ’αυτό είχε ευθεία σχέση με δικά μου ζητήματα, μα δεν ήταν εύκολο να το προσδιορίσω.

Η λύση ήλθε εξαίφνης. Έχοντας επιστρέψει πια στην πόλη του προορισμού μου, κι αφού ανακατεύτηκα ξανά ποικιλοτρόπως με πρόσωπα και καταστάσεις, η ουσία του έργου της Νταγκ σε σχέση με τα συμβαίνοντα εδώ αποκαλύφθηκε πολύ καθαρά στα μάτια του μυαλού μου: ζούμε σε μια χώρα όπου πολύ συχνά, συλλογικά και προσωπικά, μαθαίνουμε ή συνηθίζουμε να ζούμε με «το σύμπτωμα εγκατεστημένο στο κέντρο του σαλονιού μας». Ολόκληρες ζωές βιώνονται γύρω γύρω από το άθικτο σύμπτωμα- συχνά χωρίς όλη αυτή η πρωτοκαθεδρία του συμπτώματος και η αδιάκοπη αναφορά σ’αυτό να αφήνουν χώρο να αναζητηθεί επί της ουσίας το πρόβλημα που το προκαλεί διαχρονικά.

*

Πάλι εξαίφνης, συνειρμικά βρίσκομαι να σιγανοτραγουδώ Διονύση Σαββόπουλο, με τα λόγια του να συναντούν από εντελώς αλλού τη θερμοκρασία της Χαν Νταγκ:

«Σβήνουν τα βήματα, στη σκάλα κανείς/ θα πλανηθούμε μοναχοί/ θάλασσες, πόλεις, έρημοι σταθμοί

Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή/ τί να καταλάβουμε οι φτωχοί/ τί να καταλάβουμε οι φτωχοί»

 

Όταν η γνήσια, ουσιαστική Τέχνη της Μεθορίου λειτουργεί με υψιπέτεια  και όχι ως κούφια, ανερμάτιστη μίμηση της τέχνης του «Κέντρου»- τότε το πεδίο απεύθυνσής της παύει να είναι αυτό «του φτωχού συγγενούς από την επαρχία», και παίρνει τη σοβαρή θέση της στην κεντρική σκηνή της διαχρονίας των περιπετειών της ανθρωπότητας. Τώρα καταλαβαίνω αυτούς που βράβευσαν με Νόμπελ την Χαν Νταγκ.

 

 

Επίμετρο 1

«Όλη η γνήσια Τέχνη προσεγγίζει κάτι που είναι εύγλωττο, μα δεν μπορούμε ακριβώς να το αντιληφθούμε. Εύγλωττο γιατί αγγίζει κάτι θεμελιώδες. Πώς το ξέρουμε; Δεν το ξέρουμε. Απλά το αναγνωρίζουμε.

Η Τέχνη δεν μπορεί να χρησιμεύσει στην εξήγηση του μυστηριώδους. Αυτό που η Τέχνη κάνει είναι να μας διευκολύνει στο να το προσέξουμε. Η Τέχνη ξεσκεπάζει το μυστηριώδες. Κι αφού προσεχτεί και ξεσκεπαστεί, αυτό γίνεται ακόμα πιο μυστηριώδες» μας λέει ο John Berger.

 

Επίμετρο 2

Αφού είχα ολοκληρώσει το παρόν κείμενο, πληροφορήθηκα ότι μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη ένα καινούριο βιβλίο της Χαν Γκανγκ, με τίτλο «Ανθρώπινες Πράξεις», σε μετάφραση Μαρίνας Αγαθαγγέλου. Εννοείται ότι έσπευσα να το αγοράσω. Διαβάζοντας το οπισθόφυλλο, η (ευχάριστη) έκπληξή μου ήταν μεγάλη- η έκπληξη αφορά μια επιθυμητή, μα απρόβλεπτη ολοκλήρωση. Θα επανέλθω στο έργο της Γκανγκ, όταν έλθει η ώρα.

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων», όπως και το σύνολο του έργου του στα ελληνικά, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο μαγαζί μια τρύπα (διήγημα του Κώστα Μίντζηρα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ