Αναστασία Κάτσικα
Τα φρούτα τα προμηθευόμαστε πάντα από τα οπωροφόρα του παππού. Ο παππούς είχε ένα κτήμα με δέντρα λίγο έξω από την πόλη, κοντά στη θάλασσα. Το σπίτι, χαμηλοτάβανο και πλατύ, χτισμένο στη μέση του χωραφιού, μεγάλωνε ή μίκραινε ανάλογα με τις ανάγκες. Απ’ έξω είχε ένα γκρι, βρόμικο χρώμα ενώ από μέσα ήταν βαμμένο με πολλά χέρια πράσινης, πηχτής λαδομπογιάς. Ένα καλοκαίρι ο παππούς δοκίμασε να βάψει και τα κάγκελα με το ίδιο χρώμα αλλά το χρώμα δεν έπιασε πάνω στο μίνιο και τα κάγκελα, ενώ στην αρχή πρασίνισαν, ύστερα ξέρασαν τη μπογιά κι έμειναν ακίνητα και σκουριασμένα κάτω από τον ήλιο.
Στο βάθος του κτήματος συνωστίζονταν τα οπωροφόρα. Φυτεμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο, έσμιγαν τα κλαδιά τους και σχημάτιζαν μια στέγη για το καραφλό κεφάλι του παππού και ένα σκιερό καταφύγιο για τα έντομα. Το πηγάδι, βαθύ και σκοτεινό κρυβόταν κάτω από τα αγριόχορτα. Το νερό που ανέβαζε ο κουβάς, άλλες φορές ήταν γλυφό κι άνοστο κι άλλες φορές αλμυρό και γεμάτο άμμο. Αν ξεχνιόσουν κι έριχνες το αλμυρό νερό στα δέντρα, τα φύλλα τους έστριβαν και δίπλωναν κι έκρυβαν τη γυαλιστερή μεριά τους. Καμιά φορά κουλουριαζόταν στον κουβά και το φίδι του σπιτιού. Σοφό και κουφό έλεγε πάντα στα έντομα που κρέμονταν πάνω από το κεφάλι του: Ένα χωράφι είναι μόνο. Θα το προσπεράσεις. Θα φτάσεις στη θάλασσα. Τα φρούτα δεν ήταν ποτέ γλυκά. Άφηναν πάντα κάτι στυφό στο στόμα.
Κάθε καλοκαίρι, ένα δέντρο τρελαινόταν κι έβγαζε πάρα πολλά φρούτα. Δεν είχε σημασία αν ήταν παλιό ή νεότερο, μεγάλο ή μικρό. Λύγιζαν τα κλαδιά του από το βάρος κι ακουμπούσαν οι καρποί στο χώμα. Κανείς ποτέ δεν ήξερε ποιο θα είναι αυτό το δέντρο. Ούτε ο παππούς μπορούσε να μαντέψει. Απλά ένα πρωινό έβλεπε το δέντρο κατάφορτο ενώ τα άλλα δίπλα του απομάκρυναν τα κλαδιά τους αποκαλύπτοντας το νικητή. Αναγνώριζαν το βασιλιά του καλοκαιριού. Θυμάμαι ακόμα την παλιά μπανιέρα με τα μπρούτζινα πόδια που είχε περιμαζέψει ο παππούς από τα σκουπίδια, γεμάτη μέχρι πάνω με βερίκοκα πορτοκαλί, τραγανά και μακρόστενα. Εκείνη τη χρονιά είχε νικήσει μια κοντή βερικοκιά που δεν είχε ξαναδώσει καρπούς.
Όταν αρρώστησε ο παππούς, στην αρχή πηγαινοερχόμουν με τα λεωφορεία από το σπίτι στο νοσοκομείο, από τα σπίτι στο κτήμα. Δυσκολευόμουν να μεταφέρω φρούτα και ρούχα. Άρχισα να χρησιμοποιώ το παλιό αγροτικό του παππού. Με δυσκολία το έβαλα μπροστά.
Όταν πέθανε ο παππούς, μάζεψα όλα τα πράγματά του σε μεγάλες, μαύρες, πλαστικές σακούλες. Ένα πέπλο σκόνης τις σκέπασε γρήγορα. Καθόμουν στα σκοτεινά και τις πρόσεχα. Δεν ήθελα να αφήσω μόνα τους τα πράγματά του. Τα βράδια που το φεγγάρι ζεματούσε άρχισα να τριγυρνάω στο κτήμα. Μάζευα τα πεσμένα φρούτα και τα παράχωνα στο χώμα. Πίστευα ότι έτσι θα γλίτωνα από τη γλυκερή μυρωδιά τους. Όταν ξημέρωνε, έμπαινα στο αγροτικό. Άνοιγα τα παράθυρα κι ο αέρας με ξυπνούσε. Αισθανόμουν ότι από κάπου έπρεπε να ζητήσω συγγνώμη. Οδηγούσα με το χέρι στο χειρόφρενο. Δεν έπιαναν τα φρένα.
—————–
Άνοιξα τα μάτια μου και κατάλαβα ότι δεν ήμουνα στο σπίτι του παππού. Το φως δεν ήταν ξεκάθαρο και κίτρινο όπως στο κτήμα. Είχε μια γαλαζωπή, απόκοσμη απόχρωση. Οι πόρτες ανοιγόκλειναν και τα φορεία στριμώχνονταν έξω από την πόρτα του ασανσέρ. Ο φρεσκοβαμμένος διάδρομος είχε γεμίσει μαύρες δαχτυλιές. Ήμουνα σίγουρος ότι κάτι είχε μετακινηθεί στο εσωτερικό του κεφαλιού μου. Πονούσα. Δεν μπορούσα να θυμηθώ τη χθεσινή νύχτα. Θυμόμουνα μόνο τα οπωροφόρα να ανασηκώνουν τα κλαδιά τους για να υποδεχτούν το βασιλιά του καλοκαιριού. Πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια του κρεβατιού μου υπήρχαν κόκκινοι, πηχτοί λεκέδες. Λάθος, άκουσα τον παππού να φωνάζει με το στόμα γεμάτο κουκούτσια. Η λαδομπογιά είναι πάντα πράσινη.






















