Τετάρτη, 8 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Για την Ρένα Χατζηδάκη (της Βαρβάρας Ρούσσου)

Για την Ρένα Χατζηδάκη (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
28

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Απρόσμενο αλλά σημαντικό εκδοτικό εγχείρημα αποτελεί το βιβλίο που περιλαμβάνει το ποιητικό και μεταφραστικό έργο της Ρένας Χατζηδάκη με τη φιλολογική επιμέλεια της Μαρίας Ν. Ψάχου. Όπως ισχύει πάντοτε σε περιπτώσεις τέτοιων εκδόσεων δίνεται η δυνατότητα να προσεγγίσουμε το έργο μιας/ενός δημιουργού από καιρό εξαντλημένο. Πέρα όμως από αυτό το προφανές δημιουργείται το πλαίσιο επαναπροσδιορισμού αυτού του έργου, η εκ νέου αντιμετώπισή του δηλαδή στη συνθήκη παραγωγής του αλλά κυρίως η διερεύνηση της πρόσληψής του στη δική μας συγχρονία, εκτιμώντας το εύρος και τη δυναμική του στο πέρασμα του χρόνου.

Στην περίπτωση της Χατζηδάκη μάλιστα την οποία, συνήθως, γνωρίζουμε μόνο από την Κατάσταση πολιορκίας η παρούσα έκδοση αποδεικνύει ότι θα την αδικούσαμε εάν, μέναμε μόνο σ’ αυτή τη σύνθεσή της, παρά τη σημασία της. Συνεπώς, αυτή η εκδοτική αφορμή μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο για μια αναθεωρητική μελέτη.

Στο βιβλίο περιλαμβάνονται, τα πρώιμα ποιήματα της Χατζηδάκη Ποιήματα της μαθητρίας Ρένας Χατζηδάκη έτος 1968, η Κατάσταση Πολιορκίας και ανέκδοτα πεζά και ποιήματά της καθώς και μεταφράσεις: ξαναβρίσκουμε μετά από μισό αιώνα το σημαντικό κείμενο του Σαρτρ «Ο Μαύρος Ορφέας» που δημοσιεύτηκε στην Επιθεώρηση Τέχνης μαζί με μια ανθολόγηση μεταφρασμένης νέγρικης ποίησης το 1965. Την ενότητα αυτή συνοδεύουν επιστολές του Λέοπολντ Σεντάρ Σενγκόρ,  προς τη Χατζηδάκη (μτφρ. Κ. Ζωιτοπούλου Μαυροκεφαλίδου). Παρακολουθούμε επομένως όχι μόνο την ποιητική πορεία της, από τα πρώτα εφηβικά χρόνια της, το 1958, έως περίπου το 2000 στη συγγραφή του πεζού «Ποιητικό αφήγημα».

Την έκδοση κλείνουν εκδοτικό σημείωμα και αναλυτικό επίμετρο («Ενοποιώντας τη ζωή της…Για την ποιήτρια Ρένα Χατζηδάκη») της Μαρίας Ν. Ψάχου.

Όπως εξηγεί αναλυτικά η επιμελήτρια, το αρχείο της Χατζηδάκη πέρασε σε αγαπημένους φίλους κληρονόμους οι οποίοι το παραχώρησαν στα ΑΣΚΙ ενώ και άλλο αρχειακό υλικό χρησιμοποιήθηκε για το σημαντικό αφιέρωμα στην ποιήτρια από τον Γιώργο Χρονά στο περιοδικό Οδός Πανός το 2005. Ωστόσο «δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί το σύνολο του αρχείου της με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή, για την ώρα, η επίτευξη της εκδοτικής πληρότητας όσον αφορά στην παρουσίαση του συνόλου του ποιητικού έργου της (219-220). Είναι σημαντικές οι εκτενείς αναφορές στο αρχείο καθώς πρόκειται για ιστορία που επαναλαμβάνεται σε ποικίλες παραλλαγές για πολλούς καλλιτέχνες και λογοτέχνες των οποίων τα κατάλοιπα περνούν από πολλές περιπέτειες. Εντέλει, η συγκεκριμένη έκδοση βασίστηκε σε ποιήματα και μεταφράσεις που εκδόθηκαν ή δημοσιεύτηκαν ενόσω η Χατζηδάκη ήταν εν ζωή, αν και, όπως επισημαίνει κατ’ επανάληψη η Ψάχου δεν εντοπίστηκαν αρκετά χειρόγραφα της ποιήτριας.

Η Χατζηδάκη έγραφε από νωρίς, όπως φαίνεται από τα εφηβικά της ποιήματα, που εκδόθηκαν εν αγνοία της, από τη μητέρα της Λιλή Ζωγράφου, το 1958, ενώ η νεαρή Ρένα ήταν μόλις δεκαπέντε ετών. Πέρα από τον εφηβικό και πρωτόλειο τόνο τους την απογοήτευση και τη μόνωση, το κλίμα της επαρχίας όπου μεγάλωσε: «Θάθελα νάμαι ένας στεγνός επαρχιώτης/χωρίς καθόλου ανησυχίες/και δίχως άλλα ενδιαφέροντα, εκτός/ από το ποιος παντρεύτηκε και ποιος/αρραβωνιάστηκε.» και « Ν΄ αναγκαστείς να ζήσεις μήνες, χρόνια/(τι λέω, αιώνες)/ σε μια απομακρυσμένη πολιτεία/επαρχιακή-/» προοιωνίζονται στοιχεία της μετέπειτα γραφής της. Διαφαίνεται ένα πνεύμα ανεξάρτητο όπως και η συνείδηση της γυναικείας υπόταξης, ιδίως στην επαρχία: «Η πιο σκληρή στιγμή για μια κοπέλα είναι/σαν καταλάβει πως δεν θα΄ρθει «των παραμυθιών/ο Πρίγκιπας»…/[…].

Αυτός ο εφηβικός σκεπτικισμός τροφοδοτείται αργότερα και, νομίζω, συντελεί στην επιλογή της σαρτρικής μετάφρασης του «Μαύρου Ορφέα». Ο Σάρτρ διαβάζει το 1948 την ποίηση των μαύρων γαλλόφωνων ποιητών ως πράξη ιστορικής, πολιτικής και υπαρξιακής αντιστροφής: ο μαύρος ποιητής παίρνει τη γλώσσα του αποικιοκράτη και τη στρέφει εναντίον του. Αν και σήμερα μπορεί να γίνει λόγος για οικειοποίηση της μαύρης ποίησης από την προνομιούχα γαλλική διανόηση, στη χρονική στιγμή παραγωγής του το κείμενο αντιμετωπίζει αυτήν την ποίηση ως επιστροφή στο σώμα, στη μνήμη, στη φυλή, στην αποικιακά τραυματισμένη ταυτότητα. Παράλληλα, πέρα ή και ταυτόχρονα με τη νεγροσύνη (ο όρος τότε δεν είχε λάβει την αρνητική σημασία του) διακηρύσσεται η σημασία του οικουμενικού σοσιαλισμού που υπερβαίνει το φυλετικό. «Τουλάχιστον ελπίζαμε να ξαναβρούμε λίγη απ’ τη μεγαλοσύνη μας στα οικεία μάτια των Αφρικανών. Μα δεν υπάρχουν πια οικεία μάτια: υπάρχουν τ΄ άγρια και λεύτερα βλέμματα που κρίνουν τη χώρα μας.[…] Και να μας ξοφλημένους, κ οι νίκες μας, με την κοιλιά στον αέρα,…».

Αυτή τη στάση κρίνει σημαντική μεταφραστική επιλογή η Χατζηδάκη το 1965, χρονικό σημείο παγκόσμια κρίσιμο, με έντονο αναβρασμό.

Τη μετάφραση αυτή ακολουθεί μικρή ανθολογία μαύρης ποίησης βασισμένη στην αντίστοιχη ανθολογία του Σενγκόρ. Η επιλογή είναι χαρακτηριστική του πνεύματος τόσο του «Μαύρου Ορφέα» όσο, και κυρίως, του πνεύματος της Χατζηδάκη που επιθυμεί να αναδείξει τη μαχητικότητα και ελευθεροφροσύνη όσο και το λυρικό πνεύμα της μαύρης ψυχής.

Αυτή η επιμονή στην ελευθερία έκφρασης, βούλησης, επιθυμίας χωρίς την οποία η ζωή γίνεται αβίωτη, υποκινεί την Κατάσταση Πολιορκίας. Όπως επισημαίνει η Ψάχου («η Ιστορία είναι η αφορμή», 251-252) η σύνθεση υπερβαίνει την αντίσταση στη δικτατορία, στοιχείο στο οποίο, κατά την εύστοχη παρατήρηση, έμεινε η κριτική (251). Διαφεύγει δηλαδή από το επίκαιρο και μεταστρέφεται σε έρωτα στη ζωή, στο αγαπημένο πρόσωπο, στην ίδια την ελευθερία ως απόλυτη βιοτική συνθήκη. Η σύνθεση βέβαια αντιμετωπίζεται σχεδόν πάντοτε συνδεδεμένη τόσο με την κομβική μελοποίησή της όσο και με το χωρόχρονο της δημιουργίας της: δικτατορία, φυλάκιση της Χατζηδάκη οπότε και γράφτηκε το ποίημα, ανωνυμία της αρχικής κυκλοφορίας του και βέβαια ο τρόπος με τον οποίο κατέληξε στα χέρια του Θεοδωράκη. Είναι γεγονός, πάντως, όπως εξάλλου η Ψάχου αναφέρει (241), ότι αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, με την έκδοσή της το 1974 η Κατάσταση Πολιορκίας δεν κίνησε κριτικό ενδιαφέρον ανάλογο της απήχησης που είχε η σύνθεση στη δικτατορία και της εντύπωσης που έκανε σε ποιητές από την ίδια περίοδο όπως η Τζένη Μαστοράκη, την άποψη της οποίας δικαίως περιλαμβάνεται (242-43).

Παράλληλα με τη σημασία της μετάφρασης του «Μαύρου Ορφέα» και της ανθολογίας τοποθετώ τα ανέκδοτα ποιήματα. Από τα πρώτα, με χρονολόγηση 1961, στέκομαι στο «Η νύφη» με υπότιτλο «(Μια φωτογραφία)». Η Χατζηδάκη εδώ προηγείται αλλά και συνδέεται άμεσα με ποιήτριες της γενιάς του ’70 (Μαστοράκη, Παπαδάκη για τη νύφη και το γάμο) μέσω της υπόγειας ειρωνείας με την οποία ερμηνεύει μια παλιά φωτογραφία νύφης. Εν μέσω των διεκδικήσεων που το δεύτερο φεμινιστικό κύμα αρχίζει πια συλλογικότερα και δυναμικότερα να προτάσσει, η Χατζηδάκη με τη φανταστική ιστορία που αποδίδει ποιητικά στη νύφη συμπυκνώνει, χωρίς συμβολισμούς, με τρόπο άμεσο, τη γυναικεία υποταγή, την πορεία μια ζωής χωρίς επιλογές: «Κάτι στο χαμόγελο είναι σαν ψέμα σαν πλήγωμα». Στο ίδιο γενικότερο αμφισβητισιακό κλίμα της δεκαετίας του ’60 τοποθετούνται οι στίχοι: «Οι στίχοι που ονειρεύομαι καίγονται μέσα στο αλκοόλ/Κι εγώ μέσα στη λήθη που ζητούσα.». Ενδιαφέρον έχει η μετακίνηση από το α ενικό στο α πληθυντικό με το οποίο η Χατζηδάκη εκπροσωπεί τη γενιά της (βλ. Ψάχου 256).

Η ποιητική ενότητα «Τρεις πρόλογοι κι ένας επίλογος στη χηρεία της λευτεριάς», και πάλι από τα ανέκδοτα, θα μπορούσε, ίσως, να διαβαστεί ως συνέχεια της Κατάστασης Πολιορκίας αλλά σε ένα συγκείμενο όπου όλα αλλάζουν και όπου το όραμα της ελευθερίας δεν πραγματοποιείται. Η ματαίωση αποδίδεται ως «χηρεία της λευτεριάς»: «Ντυμένη τη βαριά χηρεία της λευτεριάς/[…]Ωστόσο, επιμένοντας./». Ωστόσο, στην τετραμερή σύνθεση, όπως και στο ποίημα «Μύχιον» (σημειώνω ότι όλα αυτά φέρουν χρονολόγηση 1983) υπάρχει ο εξομολογητικός τόνος, η απεύθυνση σε ένα «εσύ» που δεν συμπορεύεται με την ποιητική φωνή και που αυτή επιχειρεί να το πείσει και να το φέρει κοντά της. Ορισμένοι στίχοι τείνουν προς μια έμφυλη ρευστότητα όπως «Σερνικοθήλυκη η φωνή σου υγραίνει τους/μυχούς μου,…» που, σε ένα μόνο σημείο, μπορεί να συνδυαστεί με μια αποστροφή σε ένα θηλυκού γραμματικού γένους «εσύ»: «Αν δε σ’ είχα ποτέ ολοδική μου/είχα δικό μου το κορμί σου, μέσα στη νύχτα, όπως κανείς.». Πάντως ένα αξιοπρόσεκτο στοιχείο αυτού του ποιητικού έργου σε όλο το ανάπτυγμά του είναι η αισθησιακή σωματικότητα και η αντίληψη του κόσμου μέσω του σώματος, στοιχείο που δεν προσέχθηκε καθώς το βάρος, ιδίως με την Κατάσταση πολιορκίας, έπεσε στην πολιτική πλευρά αυτής της ποίησης. Λυρική εικονοποιΐα, στίχοι που μοιάζουν άμεσοι, σχεδόν ανεπεξέργαστοι και διαρκής μετάβαση από το προσωπικό στο πολιτικό/συλλογικό είναι τα γνωρίσματα της ενότητας και βέβαια η ανάγκη της Χατζηδάκη να «εκφράσει εμφατικά τη λαχτάρα της νεότητάς της και πάλι για ένα ουρανό».

Τέλος, το ποιητικό αφήγημα «Τα κυκλικά ερείπια-Το μεταφυσικό κουτσό» αποτελεί  μορφικό πειραματισμό, μια ειδολογική μείξη με στοιχεία παραλόγου, θραυσματικό λόγο, εξωτερίκευση μύχιων εσωτερικών συγκρούσεων, ίσως λόγος επηρεασμένος από την ψυχαναλυτική ιδιότητα και εμπειρία της ποιήτριας και πάντως μια στροφή στον εαυτό με διαρκείς δηλώσεις μόνωσης, ματαίωσης και απογοήτευσης που οδηγούν στην απομάκρυνση από τους άλλους.

Η Μαρία Ψάχου που προσεγγίζει με επιστημονική εμβρίθεια και αναγνωστική συγκίνηση  το έργο της Χατζηδάκη επισημαίνει αρκετές φορές ότι, όσο αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας και απαρτίζει την έκδοση, έχει στοιχεία που το κάνουν να αφήνει το ιδιαίτερο στίγμα του και γι αυτό αξίζει να επανέλθουμε διεξοδικά σε αυτό. Το βιβλίο αυτό ας είναι η πρώτη αφορμή για αρχειακή έρευνα και κειμενική μελέτη.

 

Ρένα Χατζηδάκη του Μύρωνα, Ποιήματα-Μεταφράσεις. Φιλολογική επιμέλεια-Επίμετρο Μαρία Ν. Ψάχου, εκδ. Τεύθις 2025

Προηγούμενο άρθροΌταν οι αστέρες του Mundial τραγουδούσαν (του Γιάννη Μουγγολιά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ