από την Αλεξάνδρα Χαΐνη
Διάβασα το τελευταίο μυθιστόρημα της Elizabeth Strout «The Things We Never Say». Το είχα προπαραγγείλει προ αρκετών μηνών. Μετά έγινε ένα μπέρδεμα με την κάρτα μου και το έλαβα μία εβδομάδα αργότερα απ’ ό,τι το περίμενα. Το διάβασα σε 1,5 ημέρα. Και τώρα πια δεν έχω το τελευταίο βιβλίο της Elizabeth Strout να διαβάσω. Και αυτό με στενοχωρεί. Αν και όσο το σκέφτομαι τόσο περισσότερο χαίρομαι που είχα την ευκαιρία να το διαβάσω. Γιατί όταν διάβασα το προηγούμενό της βιβλίο προς στιγμήν φοβήθηκα ότι είχε αποφασίσει να σταματήσει το γράψιμο, ακόμη κι ότι δεν ήταν καλά – στην πορεία μάλιστα σκέφτηκα ότι μπορεί και άλλοι αναγνώστες της να ένιωσαν έτσι γι’ αυτό και έσπευσαν να ανακοινώσουν τις προπαραγγελίες. Μπορεί και όχι.
Παραληρώ αλλά μου το προκαλούν αυτό οι συγγραφείς που μου αρέσουν. Όπως η Strout. Που εκτός των άλλων με κάνει κάπως, αν όχι να ανανεώνω την πίστη μου στο ανθρώπινο είδος, τουλάχιστον να το συμπαθώ λιγάκι παραπάνω – να το κατανοώ περισσότερο, δηλαδή. Έχοντας διαβάσει πλέον και τα 11 βιβλία της, μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι η Elizabeth Strout αγαπάει βαθιά τους ανθρώπους. Τους βλέπει, καταλαβαίνει τις δυσκολίες, τις ατέλειες και τις αρρυθμίες τους, αλλά στο τέλος της ημέρας το πρόσημο είναι θετικό. Δεν δικαιολογεί τα κακώς κείμενα ή τις λανθασμένες επιλογές, αλλά αντιλαμβάνεται ότι εν τέλει όλα είναι ανθρώπινα. Δεν μιλάω για ακραίες καταστάσεις, άλλωστε οι ήρωες και οι ηρωίδες της είναι άνθρωποι καθημερινοί, μπορεί όχι ακριβώς της διπλανής πόρτας, αλλά σίγουρα, κάπου, κάποτε, όλοι και όλες έχουμε συναντήσει έναν άντρα ή μια γυναίκα που τους μοιάζει.
«Stroutland»
Εδώ, στο «The Things We Never Say», η Strout, αφού έχει κλείσει τους λογαριασμούς της με την Όλιβ Κίττριτζ, τη Λούσυ Μπάρτον και τους λοιπούς δορυφόρους τους, απομακρύνεται από την Πολιτεία του Μέιν, και μεταφέρει τη δράση σε κάποια παραθαλάσσια κωμόπολη της Μασαχουσέτης, βάζοντας στην πρώτη γραμμή τον Artie Dam, έναν καθηγητή ιστορίας στο τοπικό γυμνάσιο. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Strout επιλέγει άντρα πρωταγωνιστή, ωστόσο είναι η πρώτη φορά που βγαίνει από τον μικρόκοσμο όλων εκείνων των ηρώων, που όπως είδαμε τουλάχιστον στο προηγούμενο μυθιστόρημά της «Tell Me Everything» (βλ. σχετικό κείμενο στον Αναγνώστη: Elizabeth Strout ξανά), συνδέονταν σχεδόν ταχυδακτυλουργικά μεταξύ τους. Βέβαια δεν παρεκκλίνει εντελώς. Κινείται στο ίδιο σύμπαν, με χαρακτήρες φτιαγμένους από παρόμοια στόφα: μεσοαστοί Αμερικανοί, που ζουν μεσοαστικές ζωές σε μεσοαστικές πολιτείες. Ωστόσο, όπως σχολιάζει πολύ εύστοχα η εφημερίδα Financial Times, «το αποτέλεσμα, αντί για επαναλαμβανόμενο ή τυποποιημένο, είναι μια συμπαγής, συνεχώς επεκτεινόμενη λογοτεχνική γειτονιά, ένα είδος Stroutland, κάπου μεταξύ Μέιν και Μασαχουσέτης, την οποία καλούμαστε να επισκεφθούμε μέσω διαφορετικών μονοπατιών και περιοχών, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές».
Πολιτική θέση
Πέρα όμως από την αλλαγή περιβάλλοντος και την ανανέωση των χαρακτήρων, στο «The Things We Never Say» η Strout πάει ένα βήμα παρακάτω: παίρνει πολιτική θέση. Στα προηγούμενα βιβλία της είναι μεν σαφές ότι στέκεται πάντα στο πλευρό των κοινωνικά αδύναμων, εστιάζει στους ανθρώπους ταπεινής καταγωγής για παράδειγμα, στους μεροκαματιάρηδες –μην ξεχνάμε ότι η Λούσυ μεγάλωσε σε μια πολύ φτωχή οικογένεια, «δεν ερχόταν από χρήμα», όπως και πολλοί άλλοι ήρωες και ηρωίδες της- όμως πολιτική θέση δεν παίρνει ποτέ τόσο ξεκάθαρα.
Στο «The Things We Never Say» δεν καταγράφει απλώς την κατάσταση της Αμερικής στη διάρκεια της πρόσφατης προεκλογικής περιόδου, αλλά τοποθετείται καταφανώς κατά του Τραμπ (το βιβλίο διαδραματίζεται πριν και μετά τη δεύτερη θητεία του), ενώ υποστηρίζει ανοιχτά την Ουκρανία και την Παλαιστίνη, πονάει για τη Γάζα, για το μέλλον του πλανήτη εν γένει. Ωστόσο, ουδέποτε κατονομάζει τους ηγέτες των επιτιθέμενων χωρών ούτε όμως και τον Τραμπ. Οι ήδη αρκετά επιβαρυμένοι συναισθηματικά ήρωές της, εκείνοι τουλάχιστον που ανήκουν στο δημοκρατικό τόξο, υποφέρουν μέσα σε όλη αυτή τη βαριά πολιτικοκοινωνική συνθήκη, εκφράζουν τη δυσαρέσκεια και την ανησυχία τους – κάποιοι δε, πέφτουν σε βαθιά κατάθλιψη.
Μισές αλήθειες
Καταθλιπτικός είναι και ο Artie Dam, ο «Damn-dam» – όπως τον αποκαλούν χαϊδευτικά οι μαθητές του. Ένας πολύ καλός και ευαίσθητος άνθρωπος, φιλικός και αγαπητός στα παιδιά, που είχε μάλιστα ανακηρυχθεί «Δάσκαλος της χρονιάς», ο Artie έχει μπόλικους σκελετούς στη ντουλάπα του – μαζί με πολλά ζευγάρια λευκές κάλτσες· μια μάνα που μπαινόβγαινε στις ψυχιατρικές κλινικές, έναν πατέρα ήσυχο αλλά αδύναμο, μια αδελφή που χάθηκε πρόωρα χωρίς να προλάβει να βρει «λίγη γλύκα στη ζωή της», ένα τραγικό ατύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ως έφηβος τότε ο γιος του. Με δυο λόγια, πολλοί οι θάνατοι, πολλές οι μνήμες, πολύς κι ο πόνος.
Στα 57 του πλέον, ο Artie βασανίζεται. Έχει υπαρξιακές αγωνίες. Διερωτάται διαρκώς αν υπάρχει ελεύθερη βούληση. Πιστεύει ότι οι άνθρωποι δεν μιλάνε ουσιαστικά μεταξύ τους, ότι δεν συζητάνε τα ζητήματα που τους απασχολούν. «Αναρωτιέμαι γιατί οι άνθρωποι δεν λένε ποτέ κάτι αληθινό» θα πει στη γυναίκα του Evie, μετά από πάρτι σε γειτονικό σπίτι, για να λάβει την πιο αποστομωτική απάντηση: «Artie μην είσαι χαζός. Κανείς σε ένα κοκτέιλ πάρτι δεν πρόκειται να μιλήσει για την άμβλωση της κόρης του ή για την εξωσυζυγική του σχέση. Ειλικρινά τώρα.»
Ούτε ο ίδιος άλλωστε μιλάει στην Evie για όσα τον απασχολούν. Γιατί ο Artie έχει ένα μυστικό. Ή μάλλον δύο. Το ένα είναι ολόδικό του ενώ το δεύτερο βρίσκεται εκεί έξω ερήμην του και θα παραμείνει εκεί έξω μέχρι το τέλος. Δεν θέλω να πω περισσότερα γιατί θα υποπέσω στο αδίκημα του σπόιλερ.
Θα πω μόνο ότι μέσα σε αυτό το κλίμα και κάτω από μάλλον ασυνήθιστες συνθήκες, ο Artie θα σταθεί τυχερός: θα αποκτήσει έναν καινούργιο φίλο, που αν και ξένος ή μάλλον γι’ αυτό ακριβώς, θα γίνει το αποκούμπι του, θα του ανοιχτεί, θα του εκμυστηρευτεί πράγματα που δεν ομολογεί ούτε στον εαυτό του. Ακόμη και όταν στην πορεία μάθει ότι ο φίλος αυτός είναι υποστηρικτής του Τραμπ – η ίδια η φιλία θα βαρύνει περισσότερο από την πολιτική. Ένα δίλλημα στο οποίο ενδεχομένως να έχουμε βρεθεί κι εμείς – ειδικά στην παρούσα πολεμική εποχή που τα δίπολα μοιάζουν με μπετόν αρμέ.
Η Strout δίνει έναν ολοκληρωμένο κεντρικό ήρωα – δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνος και το ξέρει, από την άλλη αποτελεί από πολλές απόψεις «την ενσάρκωση του αμερικανικού ονείρου». Η συγγραφέας παρουσιάζει όλες τις πλευρές του, τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις του, ξετυλίγει τα τραύματά του· δεν επιδιώκει να τον λυπηθούμε, να τον καταλάβουμε επιδιώκει, όπως πάνω κάτω καλούμαστε σε αυτή τη ζωή να καταλάβουμε και τους εαυτούς μας. Δίπλα του η σύζυγός του Evie, ψυχοθεραπεύτρια, πραγματίστρια και αφοπλιστικά ειλικρινής, που παρότι πασχίζει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν, εμφανίζεται αρκετά δυνατή, και ικανή να κρατάει εκείνον και τον γάμο τους σε κάποια ισορροπία. Από τους υπόλοιπους χαρακτήρες, και είναι αρκετοί -εκτός από τον Rob, τον γιο με τον οποίο ο Artie έχει μια σχέση ξεχωριστή-, ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στους μαθητές του, την αδέξια και φοβισμένη Rhonda και τον παραλίγο παραβατικό Danny Marino, για τους ο οποίους ο Artie ως δάσκαλος θα παίξει καταλυτικό ρόλο, αλλάζοντάς τους, εν τέλει, τη ζωή.
Προοικονομία
Το βιβλίο είναι γραμμένο στο γνωστό ύφος της Strout: καθημερινός, άμεσος λόγος και φυσικοί διάλογοι· σημασία στις μικρές και φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες που όμως κάνουν τη διαφορά· αρκετές περιγραφές των εξωτερικών χώρων και των αλλαγών του φυσικού περιβάλλοντος στο πλευρό ή κόντρα στους ήρωες· συχνά flashback και άλματα από τη μικρή στη μεγάλη εικόνα και τούμπαλιν. Υπάρχει όμως στο «The Things We Never Say» ένα στοιχείο που το διαφοροποιεί από τα προηγούμενα μυθιστορήματά της: μιλάω για την προοικονομία του – η οποία εδώ ξεπερνά τον ίδιο τον όρο, με την έννοια ότι η συγγραφέας δεν μας προϊδεάζει απλώς για όσα θα συμβούν στις επόμενες σελίδες, αλλά ως παντογνώστρια αφηγήτρια, μας τα αποκαλύπτει επακριβώς καταφέρνοντας ωστόσο να μην χάσει το κείμενο τη γοητεία του ούτε όμως κι εμείς, οι αναγνώστες, το ενδιαφέρον μας. Κάθε αποκάλυψη, δε, την τοποθετεί σε παρένθεση, σα να μας επιτρέπει/προτρέπει να διαβάσουμε το κείμενο χωρίς αυτήν.
Η φωνή της Strout, εξάλλου, είναι ζωντανή και πανταχού παρούσα· σχολιάζει, εξηγεί, σε κάποιες φάσεις αποδομεί ακόμη και τις σκέψεις των ηρώων της. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάποια στιγμή, μετά από μια παράσταση όπου χόρευε ένα αρκετά γεμάτο κορίτσι, ο εντυπωσιασμένος Artie σκέφτεται ότι τελικά «ο κόσμος άλλαζε» για να έρθει στην επόμενη παράγραφο η Elizabeth να πει: «Με τη διαφορά ότι όχι».
Δεν είναι ότι η συγγραφέας υποτιμά τον ήρωά της, απλώς τον προσγειώνει (κι εμάς μαζί του) φέρνοντας τη φωνή της λογικής στο προσκήνιο, μακριά από συναισθηματισμούς και ευσεβείς πόθους. Κι αυτό το κάνει συχνά και χωρίς περιστροφές, προσφέροντάς μας έναν αξέχαστο χαρακτήρα και ένα βιβλίο βαθύ που παρότι αρκετά πονεμένο, στην τελική αφήνει μια γεύση αισιοδοξίας, και, το είπα και στην αρχή, ανανεωμένης πίστης στο ανθρώπινο είδος.
Who is who: Η Elizabeth Strout γεννήθηκε το 1956 στο Πόρτλαντ του Μέην. Σπούδασε στο Bates College και αποφοίτησε με πτυχίο στην αγγλική φιλολογία το 1977. Δύο χρόνια αργότερα, πήρε πτυχίο νομικής από το Syracuse University College of Law. Μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου έγινε βοηθός στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Κοινοτικού Κολεγίου του Μανχάτταν. Το τρίτο μυθιστόρημά της «Όλιβ Κίττριτζ» (2008) κέρδισε το 2009 το Pullitzer Prize for Fiction και διασκευάστηκε στην ομώνυμη τηλεοπτική σειρά. Το «Αχ, Ουίλλιαμ!» («Oh William!», 2021) συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα των βραβείων Booker 2022.
INFO: Έξι βιβλία της Elizabeth Strout κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Δείτε τα εδώ.






















