Πέμπτη, 16 Ιουλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ IN MEMORIAM Δημήτρης Δασκαλόπουλος- Ακροβασία σε ναρκοπέδια (γράφει ο Γιάννης Στρούμπας)

Δημήτρης Δασκαλόπουλος- Ακροβασία σε ναρκοπέδια (γράφει ο Γιάννης Στρούμπας)

0
405
O Δημήτρη; Δασκαλόπουλος κατά την απονομή του Βραβείου του Αναγνώστη για το σύνολο του έργου του, 2021.

 

γράφει ο Γιάννης Στρούμπας

Εξήντα χρόνια ποιητικού έργου συγκεντρώνει ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος στον τόμο Τα χρόνια που θά ’ρθουν (Ποιήματα 1958-2018). Ο συγγραφέας σημειώνει στο οπισθόφυλλο ότι στην έκδοση συσσωματώνονται όλες του οι συλλογές, και μάλιστα χωρίς τροποποιήσεις στο σώμα των ποιημάτων, πέρα από κάποιες «ελάχιστες, ασήμαντες διορθώσεις». Ο Δασκαλόπουλος τοποθετεί τον εαυτό του στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, επισημαίνοντας και τη διάθεσή του να συνομιλήσει στο προσωπικό του έργο «με το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν της ελληνικής ποίησης». Ενώ όμως –τόσο με τη δήλωσή του στο οπισθόφυλλο περί συνομιλίας με τους ποιητικούς προγόνους όσο και με την ίδια την κίνηση του συγκεντρωτικού της ποίησής του τόμου– υποδεικνύει το παρελθόν, δυναμιτίζει την υπόδειξή του με έναν τίτλο που αναφέρεται στο μέλλον («Τα χρόνια που θά ’ρθουν»), για να ακολουθήσει νέα έκρηξη μέσω του προσδιορισμού του τίτλου από τη χρονική σήμανση «(Ποιήματα 1958-2018)», η οποία επαναφέρει το βλέμμα στο παρελθόν. Η πρόθεση να τεθεί στο προσκήνιο η ποίηση και η λειτουργία της ήδη εξαρχής, από τον τίτλο του συγκεντρωτικού έργου, είναι σαφής.

Ο συσχετισμός παρελθόντος-μέλλοντος αποσαφηνίζεται όσο ο Δασκαλόπουλος ξεδιπλώνει τους στίχους του. «Τα χρόνια που θά ’ρθουν/ τα έχουμε κιόλας ζήσει σε βαθιά σιωπή»· κι επίσης «Τα χρόνια/ που θά ’ρθουν// έφτασαν» (ποίημα «Τα χρόνια που θά ’ρθουν» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα). Το μέλλον εντοπίζεται στο παρελθόν και το παρελθόν στο μέλλον, σε έναν αέναο κύκλο επαναληπτικότητας διά του συμφυρμού των εποχών. Η ανασκαφή του μέλλοντος από τον αρχαιολόγο, όσο οξύμωρη κι αν ακούγεται, εμπεριέχει τη δυνατότητα κατανόησης αλλά ταυτόχρονα ίσως κι ένα αίσθημα τελμάτωσης. Γιατί οι «λησμονημένες πράξεις» αλλά και όλα όσα ο ποιητικός ήρωας «θυμάται αμυδρά» ή «αγνοεί» ακυρώνουν την εκδήλωση κάθε συναισθήματος, θυμού κι οργής, τρυφερότητας κι αγάπης, εφόσον τα πάντα αποδεικνύονται παροδικά, περαστικά, μάταια (ποίημα «Η επιστολή» της ενότητας Υστερόγραφα). Ο ποιητής, ωστόσο, αγαπά να υπονομεύει τις δηλώσεις του. Έτσι, αφενός επιβεβαιώνει ότι «Τώρα τα ουσιώδη δεν υπάρχουν πια», αφετέρου τα «ουσιώδη» υφίστανται εντέλει ως τα «ελάχιστα» εκείνα που διασώζονται: «η αμμουδιά της θάλασσας/ το δροσερό αεράκι» (ποίημα «Τα ουσιώδη» της συλλογής Με δίχτυ τον άνεμο).

Όταν, επομένως, «η μνήμη ρημάζει/ σαν αρχοντικό της Καστοριάς/ και ξαναγυρίζει στη σιωπή» (απόσπασμα Ι από την ενότητα «Υστερόγραφα στον Ερμόλαο» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα), μπορεί μαζί της να ρημάζει και η αρχοντιά. Κι όταν τα «βρομόνερα» πλημμυρίζουν «τ’ αβάδιστα χρόνια» –ο  Δασκαλόπουλος αναφέρεται ρητά στις συνθήκες πολιτικής κι εθνικής ανωμαλίας του 1948, του 1967 και του 1974– οι «νύχτες» θριαμβεύουν (απόσπασμα ΙΙ από την ενότητα «Σημειώσεις για μια “Ποιητική”» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα). Όμως από τη σιωπή αντλούνται και «τα φάρμακα της λύπης» κι από τον θάνατο μπορεί και πάλι να ξεπηδήσει η ζωή: «Εκδικείσαι τη φθορά/ αποσπώντας την καινούρια ζωή/ απ’ τα πλευρά του θανάτου» (ποίημα «[Υπέροχη στιγμή!]»). Παρά τις αντιξοότητες, υπάρχουν πάντα κι οι «μονάκριβες μέρες/ […] που θα ταιριάσουν/ τις ώρες στα μέτρα της ψυχής./ Να λέμε τη λέξη θάλασσα/ και να ορμάει κύμα μινωικό/ στις ακρογιαλιές της Εύβοιας ταξιδεύοντας/ τα μαδημένα φτερά του Ίκαρου./ Να λέμε τη λέξη πατρίδα/ και να παίρνουν φωτιά οι ντάπιες της Ύδρας» (απόσπασμα VII της συλλογής Γράμματα στον Ερμόλαο). Ιδού το αίτημα που προτάσσει ο ποιητής: το αντάμωμα με το συναίσθημα, τον πόθο, τη σύνδεση με το παρελθόν και την παράδοση, την ταύτιση με την εκρηκτικότητα, τη φλόγα και το πάθος. Τα «λάφυρα» για τον Δασκαλόπουλο είναι το φυσικό τοπίο, τα πλατάνια, το νερό, το ερημοκλήσι και οι αρχαίες κολόνες (ποίημα «[Λάφυρα σκορπισμένα στην πλαγιά]» της συλλογής Αλφαβητάρι)· ο τόπος και η παράδοση, το παρελθόν και το παρόν συνθέτουν το όλο.

Οι ίδιες αντιθέσεις μετατρέπονται και σε λόγο για την ποίηση. Έτσι, «η ποίηση δεν υπάρχει παρά στους στίχους,/ είναι το φάντασμα της ζωής./ Και η ζωή είναι ένα ραντεβού με τον θάνατο/ που ολοένα αναβάλλεται/ από τυχαία περιστατικά» (ποίημα «Χειμωνιάτικο απόγευμα» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα). Απ’ τη ζωή και τον θάνατο ο ποιητής μεταβαίνει στο φως και το σκοτάδι, με την πολιτεία, παρόλο που φέρει «ιθαγένεια σκότους», να μην εμποδίζει τελικά τη θέαση του φωτός (ποίημα «Σκοτεινή πανσέληνος» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα). Κι αυτό γιατί ο ίδιος ο ποιητής «χειρίζεται τη διάλεκτο του μαύρου ιδίως/ όπως ομιλείται μεσουρανούντος του ήλιου» (ποίημα «Βιογραφικό σημείωμα» της συλλογής Υπαινιγμοί). Μάλιστα, ο Δασκαλόπουλος δεν αρκείται απλώς στην προφανή αντίθεση «μαύρο-ήλιος», αλλά αυξάνει την απαιτητικότητα αισθητοποιώντας την ακοή («διάλεκτος» και «ομιλείται») διά της οράσεως («του μαύρου» και «του ήλιου»). Πρόκειται για δεξιότητες που φωτογραφίζουν σαφώς ποιητή, όπως άλλωστε και το ίδιο το «Βιογραφικό σημείωμα» που τις περιλαμβάνει. Στην πορεία αυτή, τα «σιγανά ποτάμια» που «Όταν είναι ήρεμα κατεβάζουν/ νερά χαριτωμένα κι όταν πεισμώσουν αποκαλύπτουν/ πέτρες, χώματα και πνιγμένους» (ποίημα «Τα σιγανά ποτάμια» της ενότητας Υστερόγραφα), δεν είναι άλλα από τους ποιητές. Άλλωστε, «Η ποίηση είναι πορεία/ σε ναρκοπέδιο./ Οι τυχεροί θα επιζήσουνε// – κι οι γυμνασμένοι» (απόσπασμα VI από την ενότητα «Σημειώσεις για μια “Ποιητική”» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα). Και ποιος πιο «γυμνασμένος» από τους ίδιους τους ποιητές, ώστε να ακροβατούν πορευόμενοι μέσα σε ναρκοπέδια;

Ο Δασκαλόπουλος επεκτείνει τον λόγο για την ποίηση εισάγοντας στους στίχους του και τις προσωπικές του προγραμματικές δηλώσεις ποιητικής. Ποιήματα ή και τίτλοι ενοτήτων ή συλλογών όπως «Διάθεση», «Επιστροφές» και «Υπαινιγμοί» δηλώνουν ακριβώς τις ποιητικές στοχεύσεις. Η απραξία («λησμονηθήκαμε/ στα δίχτυα της απραξίας», ποίημα «Καθημερινότητα» της συλλογής Απόπλους), η νοσταλγία («τα πλοκάμια της νοσταλγίας», ποίημα «Fragmenta» της συλλογής Απόπλους), η αναπόληση («σπίτι/ στοιχειωμένο από νοσταλγία κι αναπόληση», ποίημα «Το παράξενο σπίτι» της συλλογής Επιστροφές), η σιωπή και η ακινησία («Τα δέντρα παραδομένα στη σιωπή/ ο αγέρας πηχτός το τοπίο ακίνητο», ποίημα «Στιγμή» της συλλογής Με δίχτυ τον άνεμο) είναι περιπτώσεις διαθέσεων, τις οποίες πραγματεύεται στους στίχους του ο ποιητής. Ακόμη και η επιλογή του των, σε αρκετές περιπτώσεις, μονολεκτικών τίτλων στα ποιήματά του είναι ενδεικτική ακριβώς της διάθεσής του για τη σύλληψη της στιγμής, της συγκεκριμένης θεματικής και διάθεσης, του σημείου της επικέντρωσης.

Οι στιγμές του Δασκαλόπουλου υπόκεινται σε περαιτέρω επεξεργασία, καθώς ο ποιητής κάποτε σωματοποιεί τα άυλα. Έτσι, οι κραυγές γίνονται ηρώα, οι στιγμές χάνουν το κεφάλι τους, οι ώρες πλήττονται από αναπηρίες: «κραυγές σφαγμένων που έμελλαν/ να γίνουν ηρώα./ Αποκεφαλισμένες στιγμές/ ανάπηρες ώρες» (ποίημα «[Μαχαίρια σταυρωτά]» της συλλογής Αλφαβητάρι). Παράλληλα, η αντικατάσταση των προσώπων από έννοιες αφηρημένες προσδίδει διαστάσεις καθολικές στο μερικό, ενώ στιγματίζεται και η βαναυσότητα ενός εγκλήματος πια διαχρονικού. Σε άλλη του εκδήλωση, ο ποιητικός λόγος του Δασκαλόπουλου λειτουργεί πολύσημα, αφενός επιβεβαιώνοντας κι αφετέρου αναιρώντας τις εκφερόμενες διαπιστώσεις. «Ξέρεις, απ’ όλα τα μέσα συγκοινωνίας/ τα πιο σαράβαλα είναι οι λέξεις» (μότο στην ενότητα «Υστερόγραφα στον Ερμόλαο» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα) δηλώνει ο ποιητής, υπονοώντας μεν την υστέρηση των λέξεων μπροστά στη σωματική ή και την ψυχική επαφή, ανατρέποντας δε όσα μόλις σημείωσε μέσα από τον πολύ προσεκτικό χειρισμό των λέξεων, οι οποίες, από μεταφορικά μέσα («μέσα συγκοινωνίας») μετατρέπονται σε μέσα συν-κοινωνίας, συνύπαρξης, μέθεξης, αλληλεγγύης. Κι από «σαράβαλα» οι λέξεις αποδεικνύονται τα ταχύτερα αγωνιστικά αυτοκίνητα, που δεν αρκούνται μόνο να διακινούν νοήματα σε πλαίσιο τοπικό, αλλά επεκτείνουν τη διακίνηση σε πλαίσιο χρονικό, και μάλιστα σε ταξίδια διάρκειας αιώνων.

Τη συγκαλυμμένη πολυσύνθετη λειτουργία ο Δασκαλόπουλος άλλοτε την αποκαλύπτει μέσα από εμφανείς αντιθέσεις, από δίπολα όπως «εξουσία των κήπων – πεσμένα φύλλα του φθινοπώρου», «εξουσία των ήχων – δυνατότητες της σιωπής», «εξουσία του θανάτου – αέναη ανανέωση της ζωής», «καμπύλη μέρα – εφήμερο του σκότους», δίπολα που συναπαρτίζουν κι επεξηγούν εκείνο του τίτλου «Εφήμερη αιωνιότητα» (ποίημα της συλλογής Με δίχτυ τον άνεμο), το οποίο επιβεβαιώνει τη διάθεση της πολυσημίας διά αναιρέσεων, εφόσον στον βαθμό που η αιωνιότητα περιορίζεται από το εφήμερο, στον ίδιο βαθμό και το εφήμερο αναιρείται από την αιωνιότητα. Οι διαπιστώσεις του ποιητή, διεκδικώντας την καθολικότητα και τη διαχρονικότητα, υποστηρίζονται επίσης από τη λειτουργία ιστορικών προσώπων, όπως η κυρά Φροσύνη (ποίημα «Γιάννενα» της συλλογής Με δίχτυ τον άνεμο), τα οποία απεκδύονται την ιστορικότητά τους αναλαμβάνοντας σύγχρονες ενσαρκώσεις (η Φροσύνη καταλήγει να εκτρέφει στη λίμνη των Ιωαννίνων «γουλιανούς και καραβίδες/ γλύνους και τσίμες»), ενώ ο ίδιος στόχος υποστηρίζεται παράλληλα κι από διατυπώσεις αποφθεγματικές, όπως «Ο χρόνος είναι ποτάμι δίχως πηγές και κοίτη/ φίδι που τρώει την ουρά του» (απόσπασμα VII της συλλογής Γράμματα στον Ερμόλαο).

Οι τεχνικές του Δασκαλόπουλου κινούνται με ευχέρεια από την υπηρέτηση των διανοημάτων σε εκείνη της ψυχογράφησης. Οι «ύστατες αναστολές/ που θα πυρπολήσουν/ την κάμαρά μας» (απόσπασμα VΙ από την ενότητα «Σώμα του καλοκαιριού» της συλλογής Κλειδούχος μοίρα), πέραν του ερωτικού τους φορτίου, συνιστούν αντιστροφή της αφλογιστίας που συνήθως επιφέρουν οι αναστολές. Ο ποιητής ωστόσο, διεισδύοντας στον ανθρώπινο ψυχισμό, ανασύρει στην επιφάνεια τη μεγιστοποίηση του ερωτικού πόθου που εντείνεται ενίοτε ακριβώς λόγω των αναστολών. Οι αντιστροφές διακινούν άλλοτε και το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, υποδεικνύοντας μια αφύσικη τάξη πραγμάτων: «Οι κερκίδες γέμισαν λιοντάρια/ κι οι θεατές περίτρομοι στον στίβο» (ποίημα «[Τίποτα δε βγήκε αληθινό]» της συλλογής Αλφαβητάρι). Στην ψυχογράφηση συντελούν και οι εικόνες, με την ανθρώπινη κατάπτωση να παριστάνεται μέσω της κλίσης του κορμιού, που θυμίζει δέντρα γερμένα από τον άνεμο: «η μορφή της έχει πάρει/ μια κλίση απροσδόκητη, όπως γέρνουν τα δέντρα/ χτυπημένα απ’ τον άνεμο,/ όπως γέρνουν τα όνειρα χτυπημένα απ’ τα χρόνια» (ποίημα «Προσωπογραφία» της συλλογής Επιστροφές).

Η στοχαστική ποίηση του Δασκαλόπουλου χαρακτηρίζεται ως επί το πλείστον από μια διάθεση συνομιλίας, έναν τόνο χαμηλόφωνο και μια κατακτημένη μέσα απ’ τα χτυπήματα της ζωής σοφία: «Πριν μας σκεπάσουν τα κύματα ας προφτάσουμε/ να στείλουμε το λιτό μήνυμα/ που θα μιλάει για ό,τι βαθιά αγαπήσαμε/ και θα δείχνει πως αξιωθήκαμε κάποτε/ ν’ αντικρίσουμε τον ουρανό με όλα του τ’ αστέρια/ σε στάση γαλήνης και ικεσίας» (ποίημα «Ενδόμυχο» της συλλογής Επιστροφές). Το ύφος του ποιητή, ωστόσο, εμφανίζει διακυμάνσεις. Η ανάγκη για την κατάδειξη της υποκρισίας των «επισήμων» το καθιστά δηκτικό, επιθετικό, ανελέητο: «Πρόσωπο φαγωμένο απ’ τη δοσοληψία/ τυφλό κι αθέατο σαν τον υποβολέα./ Μορφή οξειδωμένη απ’ τη συναλλαγή/ σφιγμένο μαύρο ρούχο νεκροθάφτη./ Μην αποστρέφεις τον καθρέφτη/ τον γνώρισες καλά τον χαμαιλέοντα/ υποκριτή αστέ μου, ταριχευμένε νεόπλουτέ μου!» (ποίημα «[Πρόσωπο φαγωμένο απ’ τη δοσοληψία]» της συλλογής Αλφαβητάρι). Αλλού κυριαρχεί η ειρωνεία, ακόμη κι ο αυτοσαρκασμός, όπως στο καρυωτακικό υφολογικά «Spleen (c. 2000 μ.Χ.)» (από τη συλλογή Κλειδούχος μοίρα): «Βιβλιογράφοι, φοιτητές, μετά μανίας/ θα σκύψουνε στα δόλια μου χαρτιά/ κι ιστορικοί της σύγχρονης λογοτεχνίας/ θα ταξιδέψουνε την αφεντιά μου μακριά».

Η συνομιλία με τον Καρυωτάκη είναι μία μόνο περίπτωση που επαληθεύει τη διατυπωμένη στο οπισθόφυλλο πρόθεση του Δασκαλόπουλου να συναντήσει «το απώτερο και το πρόσφατο παρελθόν της ελληνικής ποίησης». Ο ποιητής άλλοτε υποδεικνύει άμεσα τους ποιητικούς συνομιλητές με στίχους τους που ενσωματώνονται στα δικά του ποιήματα ή τίθενται ως μότο: Σαπφώ, Αισχύλος, Πλούταρχος, Χορτάτσης, Σολωμός, Παλαμάς, Σεφέρης, Ελύτης· κι άλλοτε η επικοινωνία είναι υποδόρια, με τον εντοπισμό της να ανατίθεται στον ίδιο τον αναγνώστη. Το «αξόνι που σκούριασεν» (απόσπασμα ΙΙΙ της συλλογής Επιστροφές) παραπέμπει στον Σικελιανό (ποίημα «Πνευματικό εμβατήριο»). Οι στίχοι «Κλείσαμε τα παράθυρα ανάψαμε όλα τα φώτα/ να κρατηθεί η μέρα στο ύφος που ξέραμε» (ποίημα «[Σκοτείνιαζε σαν ξεκαθάρισαν τα μαντάτα]» της συλλογής Αλφαβητάρι) ανακαλούν τους μοιρολατρικούς ήρωες του Καβάφη με τα υψωμένα γύρω τους τείχη (ποίημα «Τείχη»). Τίτλοι όπως «Σώμα του καλοκαιριού» (ενότητα της συλλογής Κλειδούχος μοίρα) και «Κλίμα της απουσίας» (ποίημα της συλλογής Επιστροφές) προέρχονται αυτούσιοι κατευθείαν από τον Ελύτη. Στοχαστικά ποιήματα όπως η «Αλληλεγγύη» (από  τη συλλογή Νέκυια) ανασυνθέτουν ένα κλίμα σεφερικό, καθιστώντας εμφανές πως η διάθεση συνομιλίας με τους ποιητικούς προγόνους αφορά μεν στοχαστικές προσεγγίσεις, αγγίζει δε και το ύφος και την ατμόσφαιρα.

«Κι αν δεν μπορώ παρά να μιλώ/ για πράγματα που δεν αρέσουν/ είναι γιατί δεν έχω άλλη φωνή», επιμένει ο Δασκαλόπουλος στο ποίημα «Σχόλιο» (από τη συλλογή Νέκυια), υπενθυμίζοντας εμμέσως τον στίχο του Σεφέρη «Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές» (ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός»). Ο ποιητής, ωστόσο, όχι μόνο συναντά την ποικιλοχρωμία των φωνών των ποιητικών προγόνων, αλλά βρίσκει και τη δική του φωνή, διά της οποίας καθοδηγεί τον αναγνώστη του μέσα από το ποιητικό του ναρκοπέδιο. Αν το αίτημα που προτάχτηκε ως μότο της συγκεντρωτικής έκδοσης ήταν «δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε», όπως το διατυπώνει ο Καρυωτάκης, τότε ο Δασκαλόπουλος μπορεί να προσδοκά ότι «Τα χρόνια που θά ’ρθουν» θα το δικαιώσουν, όντως «θα ταξιδέψουνε την αφεντιά [τ]ου μακριά», και μάλιστα με πολύ περισσότερους στίχους.

 

 

 

Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Τα χρόνια που θά ’ρθουν (Ποιήματα 1958-2018), εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2022

 

Προηγούμενο άρθροΜικρά και περίεργα από τον κόσμο του βιβλίου (3) (γράφει η Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθρο«Σλήμαν ΙΙΙ», Χάινερ Γκαίμπελς: μια θαυμάσια έναρξη για το Φεστιβάλ Αθηνών (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ