της Έφης Κατσουρού
Ξεκινώντας, θα ήθελα να ομολογήσω ότι μέσα στις αρκετές συλλογές ποιημάτων από τη σύγχρονη ελληνική παραγωγή, που διαβάζω κάθε χρόνο, λίγες είναι αυτές, που μου δημιουργούν το αίσθημα της αναγνωστικής απόλαυσης. Για αρκετές, μπορεί να αναγνωρίζω την αισθητική, γλωσσική ή λογοτεχνική τους αξία, σε άλλες να επικροτώ τον κοινωνικό ή υπαρξιακό προβληματισμό τους, λίγες όμως είναι εκείνες που μου δημιουργούν το αίσθημα της ικανοποίησης όταν τις διαβάζω, την ανάγκη να επιστρέψω ξανά στις σελίδες τους. Η ποιητική συλλογή του Θανάση Μωραΐτη, Πορτοκαλιάς καμώματα και ιδιοτροπίες των νερών στο σώμα της Ελένης, είναι μία από αυτές, τις λίγες ανά έτος περιπτώσεις, που αναγνωστικά μου γεννούν το αίσθημα της ευδαιμονίας. Σε μία πρώτη σχηματοποιημένη ανάγνωσή της, αποτελεί μια ποιητική σύνθεση με αφηγηματική ροή που έρχεται να συνομιλήσει με σύγχρονους όρους με τη λαϊκή παράδοση, το δημοτικό τραγούδι αλλά και βασικά μοτίβα της ελληνικής ποίησης του μοντερνισμού. Ήδη από τον τίτλο της δηλώνει τον παραμυθητικό χαρακτήρα της αφήγησής της και εισάγει τα βασικά σύμβολα του μύθου της: η Ελένη και η πορτοκαλιά, σε πρώτο επίπεδο, η θάλασσα και τα νερά, το υγρό στοιχείο, στα μετόπισθεν. Λέξεις όλες τους, που δεν είναι άμοιρες ιστορίας, φέρουν το ειδικό φορτίο του κατοικημένου ποιητικού λόγου, το οποίο ακούσια ή εκούσια, επωμίζεται η νέα γραφή. Από την ωραία Ελένη της Τροίας και των τραγικών έως τις Ελένες του Ελύτη, του Σεφέρη και του Ρίτσου, και την μικρή, μικρή πορτοκαλένια του Ελυάρ και του Ελύτη, και τη θηλυκή εκφορά της θάλασσας, οι μύθοι συναιρούνται και συνειδητά αλληλοεπιδρούν στους στίχους του Μωραΐτη καθώς, όπως ο ίδιος διαπιστώνει, έχουν υποχρέωση τα ποιήματα / να συζήσουν με την Ελένη. Και τότε η θάλασσα συμφωνεί και ανάβει τσιγάρο.
Η θάλασσα, που φέρει αδιαπραγμάτευτα το πρόσωπο γυναίκας, άλλοτε ρημαγμένης, άλλοτε σοφής, άλλοτε αμάραντης μέσα στην ιδέα του έρωτα διατρέχει όλη την σύνθεση κατά μήκος της, σπέρνοντας αλήθειες. Η γιαγιά θάλασσα και η γιαγιά πορτοκαλιά είναι οι μεγάλες δυνάμεις, αυτές που ξέρουν τον πόθο και τον χαρίζουν, αυτές που ξέρουν τον πόνο και τον ρουφούν. Αυτές, που μαζί με τον ποιητή, προφέρουν τις ακαριαίες δηλώσεις και κάνουν τους στίχους να καταλαμβάνουν τη θέση αφορισμού:
Με το νερό όλα κόβονται
Η φθορά -λένε οι λιμενεργάτες- / τρέχει πιο γρήγορα απ’ τα νερά / […] / Προφανώς τέτοια τους λέει η θάλασσα / τέτοια λένε
Τα αληθινά δάκρυα μόνο στον έρωτα και στα ναυάγια έχουν / σώμα
Τα όνειρα είναι εκπαιδευμένα να περιμένουν το αύριο
Εγώ σας μιλώ: η βουή του πελάγου / που πουλήθηκε κάποτε -φρέσκο κυδώνι / για ένα ρεφρέν
Με ρητορείες χάνουν τα νερά / την παρθενιά τους
Και ακριβώς αυτή είναι η ευφυία του Μωραΐτη, ότι ενώ η ποίησή του είναι εσωτερικά στοχαστική, σε κανένα σημείο της δεν υποκύπτει στον πειρασμό της ρητορείας. Ό,τι λέγεται, λέγεται αναίμακτα, οι αισθήσεις και τα σώματα διατηρούν την παρθενιά τους, ώστε κάθε ηδονή να είναι από την αρχή. Με άλλα λόγια, έχοντας μαθητεύσει στο δημοτικό τραγούδι, ο ποιητής επαναδιατυπώνει τη λαϊκή παράδοση, μας επιστρέφει στο ακατέργαστο αίσθημα που υπήρχε στους λαϊκούς μύθους συμπράττοντας ταυτόχρονα με το όνειρο, όπως γίνεται αντιληπτό στον υπερρεαλισμό. Ο ερωτισμός που εκπέμπουν οι στίχοι καταφέρνει να είναι ισόρροπα και ισότροπα σάρκινος και αιθέριος, να διατηρεί την αγνότητα μέσα στην ηδονή και να μεταλαμβάνει την ουσία του αισθήματος μέσα από το σώμα:
Οι ρόγες των νερών, σαν αντίκρυσαν την Ελένη / ανασηκώθηκαν, έγιναν σύκα / που, λίγο να τ’ αγγίξεις τον Αύγουστο / ανοίγουν τα πόδια τους
Τα νερά, με υπομονή καρέκλας / περιμένουν στο λιμάνι / και το σώμα της Ελένης / ντρέπεται με λευκό πουκάμισο / Σώμα γυναίκας απ’ αυτά που, / σαν τα δει ο Ιούλιος / χωρίζει τη γυναίκα του.
Το φιλί υπάρχει ως σύμβολο ερωτικό και υπονοεί την ολοκληρωτική ένωση:
πρέπει να έχεις τρόπους ευγενικούς / και να ‘σαι φιλημένος / για να δεχτεί το ναυάγιο ν’ ανασυρθεί από σένα
Την ώρα που με φιλούσες / έμειναν έγκυος τα νερά / Ο ήλιος ντράπηκε κι άλλαξε πλευρό
Στην άλλη μεριά του καπνού / π’ ανεβαίνει απ’ το φιλί σου […]
Πέρα από τα σχήματα λόγου με έμφαση στις προσωποποιήσεις (ευθεία παραπομπή στο δημοτικό τραγούδι) και τις νοηματικές και αφηγηματικές ροές του λόγου, που ακολουθούν ένα ιδιαίτερο ειρμό ακροβασίας μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού, το ίδιο μοτίβο, με συνέπεια ακολουθείται και στη γλωσσική/συντακτική δομή των ποιημάτων. Εκφράσεις, όπως αυτή που προηγήθηκε (έμειναν έγκυος τα νερά) με λογικές και συντακτικές ασυνέχειες συναντώνται και σε άλλα σημεία και τα νερά / στις πορτοκαλιές τοκίζουν τα δάκρυα / σαν εγώ ή ο φόβος έχει πανσέληνο ή κοπιάστε οι επόμενοι / κρίμα που θα γίνεται εγώ ανατρέποντας τη ίδια τη γλώσσα, διαμορφώνοντας ένα τοπίο γλωσσικών εκπλήξεων. Ταυτόχρονα, η επιμονή του Μωραΐτη να απαλείφει φωνήεντα «γδέρνοντας» τις λέξεις του με αποστρόφους, ακόμη και όταν αυτό δεν είναι απαραίτητο, αποτελεί μία ακόμη άτυπη συμφωνία με την μήτρα που τον γεννά, το δημοτικό τραγούδι. Μια υπακοή στους κανόνες του εφαρμοσμένη στον ελεύθερο στίχο, με τέτοιο τρόπο ώστε να δηλώνει ότι πρόκειται για μία συνειδητή επιλογή που έρχεται μόνο για να υπενθυμίσει την καταγωγή του.
Έξω, όμως, από αναλύσεις και κριτικές διαπιστώσεις, το σημαντικότερο είναι ότι η Ελένη και οι πορτοκαλιές της αποτελούν ένα ολοκληρωμένο ποιητικό βίωμα, που από την ανάγνωσή του αναβρύζει το αίσθημα μιας τζούρας τσιγάρου μετά από καιρό αποχής, μιας γερής γουλιάς αλκοόλ αργά τη νύχτα στο μπαλκόνι στην πρώτη καυτή νύχτα του καλοκαιριού, ενός δυνατού οργασμού που περίμενες καιρό – αυτό το γλυκό μούδιασμα που στιγμιαία αίρει τη μοναξιά του σύμπαντος. Ή μήπως την εξάρει;
Και από το τέλος στην αρχή στους πρώτους στίχους…
Γύρισα το πορτοκάλι ανάποδα· / και πάλι μόνος ήμουν
![]()




















![«Δυσκολοδιάβατη [η] μεμβράνη που μας χωρίζει από τον κόσμο» (της Ανδρονίκης Τασιούλα)](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/06/PORTOLAGOS_VISTONIDA_XANTHI_OITOPOIMAS_KATHIMERINI_DT_0925-61-2-218x150.jpg)


