από τον Πάνο Ιωαννίδη
Η Μεγάλη Τέχνη, μεταξύ άλλων, ερευνά με τέτοιο τρόπο τα οικουμενικά, τα πανανθρώπινα ζητήματα, ώστε το αισθητικό στοιχείο να κυριαρχεί στο τελικό μορφολογικό αποτέλεσμα. Εντός της τελικής αισθητικής μορφής, λανθάνουν ως περιεχόμενα, η κοινωνιολογική ανάλυση, το ιστορικό αποτύπωμα, η επιστημονική εμβρίθεια και εν τέλει η φιλοσοφική πραγματεία. Ως εκ τούτου, τα μεγάλα έργα τέχνης, ακόμη και αν είναι διάφορα μεταξύ τους, εντασσόμενα σε έτερα δημιουργικά πεδία, όπως ας πούμε ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία, συνδέονται με αόρατο νήμα της καλλιτεχνικής αποτύπωσης. Και αυτό διότι, τα υπέρτατα νοήματα που κομίζουν προς το κοινό, επικοινωνούν, αλληλοεπιδρούν και εν τέλει αναδιαμορφώνονται μεταξύ τους.
Δυο τέτοιες περιπτώσεις, κατά την ταπεινή συγγραφική μου άποψη, είναι το μυθιστόρημα Πόλεμος και Πόλεμος του νομπελίστα πλέον Λάζλο Κρασναχορκάι (Πόλις, Ιωάννα Αβραμίδου) και η τελευταία ταινία του Γιώργου Λάνθιμου Bugonia (διανομή από την Tamweer στην Ελλάδα).
Στο αριστουργηματικό Πόλεμος και Πόλεμος γινόμαστε μάρτυρες δυο επάλληλων ιστοριών που διαπερνούν σαν λάμα την βαμβακένια υφή του ιστορικού χρόνου. Η πρώτη αφορά το σήμερα, όπου ο Κόριμ, υπάλληλος στα Γενικά Αρχεία μια μικρής ουγγρικής πόλης, ανακαλύπτει τυχαία, κατά τη διάρκεια της ρουτινιάρικης βάρδιας του, ξεχασμένο σε ένα φάκελο και ανέγγιχτο από ανθρώπινο χέρι, ένα χειρόγραφο. Πρόκειται για το γεγονός που θα καθορίσει τη βαρετή ζωή του, γιατί όπως αναφέρει και ο ίδιος, στα σαράντα τέσσερα του χρόνια, θεωρεί ότι δεν έχει αποκτήσει καμία γνώση γι αυτό που λέγεται Ζωή, νιώθει εντελώς ασήμαντος και δεν βρίσκει κανένα απολύτως νόημα στην ύπαρξη του. Όμως αυτό το χειρόγραφο θα του αλλάξει τη ζωή, θα πουλήσει το σπίτι του, θα εκποιήσει κάθε τι που ανήκει και θα πάρει το αεροπλάνο για να μεταβεί στη σύγχρονη σημερινή Βαβέλ, που δεν είναι άλλη από τη Νέα Υόρκη. Σκοπός του αναπάντεχου ταξιδιού του είναι η μετάδοση του νοήματος του χειρόγραφου στον κόσμο και στην ανθρωπότητα. Τι εμπεριέχει όμως αυτό το χειρόγραφο; Μέσα από τις περιγραφές του Κόριμ μαθαίνουμε για την χωροχρονική περιδιάβαση τεσσάρων ιπποτών στα χρόνια του Μινωικού Πολιτισμού, στη Μεσαιωνική Κολωνία, στη Ρωμαϊκή Βρετανία και στην Αναγεννησιακή Βενετία. Οι τέσσερις τους παραπέμπουν φυσικά στους Τέσσερις Ιππότες/Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, εκφράζοντας εντούτοις στην ιστορία του Κρασναχορκάι κατά κύριο λόγο το Καλό που με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τα βάζει με το Κακό, ή το παρακολουθεί να εξελίσσεται μέσω διαφόρων μορφών πολέμου. Εδώ η αιωνόβια παρουσία του Κακού δεικνύεται από τον Μάστεμαν, έναν σκοτεινό τύπο, έναν Σατανά με αιώνια αντοχή στην χρονική εξέλιξη, πανταχού παρών και κομιστή του σκότους, που είναι το αντίπαλο δέος των τεσσάρων ιπποτών στην χρονική περιδίνηση τους. Ο Κόριμ λοιπόν, θα βρει την άκρη στη Νέα Υόρκη, θα φιλοξενηθεί με το αζημίωτο από έναν κακόβουλο συμπατριώτη του, έναν έμπορο του θανάτου, μπλεγμένο σε ύποπτες υποθέσεις και αδιαφανείς συναλλαγές, και θα αρχίσει να δημοσιεύει σε συνέχειες στο διαδίκτυο το ιστορικό χειρόγραφο. Θα μιλάει εκστασιασμένος για το περιεχόμενο στην συμβία του συμπατριώτη του, η οποία δεν μιλάει ουγγρικά, αλλά σταδιακά ούσα μάλιστα κακοποιημένη συστηματικά από τον σύντροφο της, θα αρχίσει να καταλαβαίνει. Εδώ έχουμε έναν ευφυή συγγραφικό υπαινιγμό, ότι η παναθρώπινη οικουμενική γλώσσα γίνεται κατανοητή ακόμη και όταν οι κώδικες και τα σύμβολα της διαφέρουν από στόμα σε στόμα και από λαό σε λαό. Εν κατακλείδι, ο Κόριμ θα μας δείξει τον σημερινό πόλεμο που συμβαίνει, θα τον συνδέσει με τον Πόλεμο της Ανθρωπότητας ενάντια στο Κακό, λέγοντας μας κάπου προς το τέλος, ότι διαχρονικά εκείνοι που διαφεντεύουν τον κόσμο, έχουν ως κυρίαρχο μέσο όχι μόνο την καταπίεση και την κακότητα, αλλά και την αφομοίωση στο εκάστοτε σύστημα όσων αντιστέκονται και την συνακόλουθη αλλοτρίωση τους, με αποτέλεσμα να γίνονται ίδιοι και απαράλλαχτοι με αυτό που πολεμούσαν.
Συνακόλουθα, στη Bugonia του Γιώργου Λάνθιμου, που επιγραμματικά σημαίνει «γέννηση των μελισσών από τα κουφάρια νεκρών βοδιών», γινόμαστε θεατές ενός δράματος που κινείται γύρω από τα όρια της επιστημονικής φαντασίας. Ο Τέντι, ένας ιδιωτικός υπάλληλος που πιστεύει ακράδαντα σε θεωρίες συνωμοσίας, με χόμπι τη μελισσοκομία, σε συνεργασία με τον αυτιστικό ξάδελφο του, απαγάγουν την Μισέλ Φούλερ, επικεφαλής της πολυεθνικής φαρμακευτικής εταιρείας Auxolith με σκοπό να σώσουν την ανθρωπότητα. Ο λόγος της απαγωγής εδράζεται στο γεγονός ότι ο Τέντι θεωρεί ότι η Μισέλ Φούλερ είναι εξωγήινη, προερχόμενη από τον γαλαξία της Ανδρομέδας, που έχει έρθει στον πλανήτη Γη, μαζί με άλλους ομοειδείς της, για να τον καταστρέψουν. Της ξυρίζει τα μαλλιά μόλις την απαγάγουν, γιατί στα μαλλιά της βρίσκεται η κρυφή δύναμη της και η δυνατότητα να επικοινωνεί με την Ανδρομέδα. Για να αποδείξει το αληθές του λόγου του, ο Τέντι υποβάλει στη Μισέλ ένα τρομερό ηλεκτροσόκ το οποίο ο οργανισμός της αντέχει, ενισχύοντας τις υποψίες του ότι πρόκειται για εξωγήινη. Σημειώνεται ότι, η μητέρα του απαγωγέα Τέντι, έχει συμμετάσχει στο παρελθόν σε πειράματα της Auxolith με σκοπό την αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, αλλά αντί για να βελτιώσουν την κατάσταση της, την μετέτρεψαν σε φυτό. Ο Τέντι θέτει μια διορία τεσσάρων ημερών στη Μισέλ, μέχρι την έκλειψη Σελήνης, να διαπραγματευτεί με τα πλάσματα της Ανδρομέδας, ώστε να αποτραπεί η μαζική εισβολή των τελευταίων στην ατμόσφαιρα της Γης, Στον αντίποδα, η Μισέλ του προσφέρει το κίνητρο να την απελευθερώσει λέγοντας του ότι μια νέα θεραπεία που βρίσκεται υπό έγκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες, και που έχει ολοκληρωθεί από την Auxolith, θα κάνει καλά τη μητέρα του. Η Μισέλ είναι ένα ανώτατο εταιρικό στέλεχος που ζει μέσα στα πλούτη και ξέρει να κάνει τους άλλους να εργάζονται για την ίδια και την εταιρία, ακόμη και όταν τους μειώνει το ωράριο για να τους δεσμεύσει περισσότερο στον οργανισμό και στους στόχους της πολυεθνικής. Συνάμα ο Τέντι ο οποίος εργάζεται ως χαμηλά αμειβόμενος μισθωτός για μια θυγατρική της Auxolith, έχει υποστεί κακοποίηση ως παιδί από κάποιον άνθρωπο που πλέον είναι Σερίφης της περιοχής και ανήκει στον ευρύτερο οικογενειακό του κύκλο. Το ανθρωποκυνηγητό που εξαπολύεται για να βρεθεί ο παραβάτης που απήγαγε ένα σημαίνον στέλεχος της κοινωνίας δεν φέρει ιδιαίτερα αποτελέσματα. Οι διάλογοι ανάμεσα στον Τέντι και στη Μισέλ, εκφράζουν δυο ολοκληρωτικά διαφορετικούς κόσμους που αδυνατούν όχι να συνυπάρξουν, αλλά να επικοινωνήσουν στοιχειωδώς, και οι μέλισσες που δεν μπορούν να αναπαραχθούν επαρκώς, λόγω και της δραστηριότητας της Auxolith στην περιοχή, δίνουν το πλαίσιο εντός του οποίου τοποθετείται η κινηματογραφική αφήγηση.
Με ποιον τρόπο συνομιλούν αυτά τα δύο σπουδαία έργα τέχνης;
Αμφότερα αναφέρονται στο τέλος, στο τέλσον με την αρχαιοελληνική έννοια, το κατ΄ επιφάνεια πέρας, στο οριακό δηλαδή εκείνο σημείο που αν το διασχίσεις είσαι κάπου άλλου. Σε μια no man’s land όπου το ανθρώπινο παύει να υπάρχει όπως το γνωρίσαμε, και ξεκινά μια δυστοπία, όπου βασικές λειτουργίες του κόσμου μας, όπως για παράδειγμα η αναπαραγωγή των μελισσών και η διδαχή από την τέχνη τίθεται εν αμφιβόλω.
Και οι δυο ήρωες, ο Κόριμ και ο Τέντι, θέλουν να προστατέψουν την ανθρωπότητα να μην περάσει αυτό το όριο. Ο Κόριμ ως άλλος Προμηθέας κομίζει όχι τη φωτιά, αλλά ένα καταπληκτικό χειρόγραφο, ικανό κατά την άποψη του, να βγάλει τους ανθρώπους από το τέλμα, τη λήθη, από το πεδίο όπου κυριαρχούν ο ζόφος, η απανθρωπιά και η κακοποίηση του αδύνατου από τον ισχυρό. Γι’ αυτό και τους το προσφέρει γενναιόδωρα στον κόσμο χωρίς υστεροβουλία και δίχως να αποσκοπεί σε ιδίον όφελος. Ο Τέντι από την άλλη, μέσα στην συνωμοσιολογική του πλάνη έχει δίκιο σε πολλά σημεία του δικού του μανιφέστου, που κατηγορεί την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και τη διαχείριση αυτού του κέρδους από μια εταιρία που κυβερνά ένα μεγάλο μέρος του κόσμου. Γι’ αυτό και απαγάγει τη βασική εκπρόσωπο του κακού, η οποία στη δική του κοσμοθεωρία, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος και να φέρεται με αυτόν τον τρόπο, άρα είναι εξωγήινη. Στους διαλόγους που έχει με την απαχθείσα Μισέλ, εκείνη τον ενημερώνει με στόμφο ότι κατέχει και πτυχίο ψυχολογίας, οπότε μπορεί να διαπραγματευτεί μαζί του με άνεση, να κατανοήσει τα ψυχολογικά του προβλήματα, αλλά και να επιβάλει τους όρους της. Αυτή η διαχείριση της επιστημονικής αλήθειας εκ μέρους της καθεστηκυίας τάξης, η εργαλειακή χρήση της χαρούμενης επιστήμης, οδηγεί στην αντίδραση και κατ’ επέκταση στον παραλογισμό. Ίσως λόγω των αδιεξόδων που δημιουργούνται από οποιαδήποτε προσπάθεια του ουμανισμού, στις άπειρες εκφάνσεις του, ιδεολογικές και μη, να επικρατήσει της εκάστοτε εξουσίας. Και αυτό διότι οι μορφές αντίστασης όσο δίκαιες και κοινωνικά αποδεκτές και αν είναι, οφείλουν να φορέσουν τα χρησιμοποιημένα ρούχα της αρχής που θέλουν να καταλύσουν, αν επιθυμούν να ευοδωθεί ο αγώνας τους.
Το αδιέξοδο, με τα πολυδιάστατα κενά του, είναι το δεύτερο κοινό στοιχείο των δύο έργων τέχνης. Η καθημερινότητα του Κόριμ στη Νέα Υόρκη, είναι μονότονη· πληκτρολογεί μέχρι το απόγευμα και στην συνέχεια γυρίζει την αχανή μεγάπολη παρατηρώντας τον χαλασμό που επικρατεί. Μοναδική του ακροάτρια είναι η σύντροφος του σπιτονοικοκύρη του, η οποία όπως αναφέρθηκε δεν καταλαβαίνει τα ουγγρικά, και τον ακούει με γυρισμένη την πλάτη καθώς μαγειρεύει, ενώ δεν εργάζεται. Mutandis mutatis, αδιέξοδο βιώνει και ο Τεντ, όχι μόνο γιατί τέλειο έγκλημα δεν υπάρχει, αλλά όπως κάθε απελπισμένος, κατά βάθος γνωρίζει ότι ο ισχυρότερος φανατισμός, διέπεται από ενδογενείς αμφιβολίες. Ο Λάζλο Κρασναχορκάι και ο Γιώργος Λάνθιμος απορρίπτουν συλλήβδην τη θρησκευτική ευλάβεια των ιδεολογιών, επιλέγοντας να θέσουν τους ήρωες τους, στον πάτο της ανθρώπινης απελπισίας, με ίσως απώτερο σκοπό να ξαναγεννηθεί η ελπίδα.
Με ποιον τρόπο θα συμβεί αυτό; Οι δυο μεγάλοι καλλιτέχνες δεν υιοθετούν εύκολες απαντήσεις, καθότι γνωρίζουν από πρώτο χέρι τη ρευστότητα της ανθρώπινης κατάστασης. Αρκεί ίσως ο καθένας να πράττει αυτό το λίγο που του αναλογεί, όπως ο Κόριμ που εν μια νυκτί θέτει εαυτόν στην υπηρεσία της τέχνης και του ανθρώπου, προσπαθώντας να κοινωνήσει τη μυστική γνώση που του φανερώθηκε. Αρκεί ένας αναγνώστης, ή μια ακροάτρια για να ζωντανέψει ένα έργο τέχνης, αυτό είναι γνωστό. Όπως επίσης μας γνωστοποιείται ότι τα γυμνά σώματα των εραστών, θα ζωντανέψουν ξανά όταν οι μέλισσες θα ξαναπάρουν τα ηνία της δημιουργίας, της ζωοδόχου πηγής του ανθρώπου.
Δεν ξέρω αν ο Γιώργος Λάνθιμος διαβάζει Λάζλο Κρασναχορκάι. Ξέρω θετικά ότι όσο γράφονται βιβλία σαν το Πόλεμος και Πόλεμος και γυρίζονται φιλμ σαν τη Bugonia, η ανθρώπινη ύπαρξη που αιωρείται ανάμεσα στο μηδέν της ανυπαρξίας και στη νοηματοδότηση της ζωής, γίνεται πιο υποφερτή. Ίσως γιατί η Μεγάλη Τέχνη, μέσα από την οικουμενικότητα της, μας δείχνει ότι το ζήτημα είναι να προσλαμβάνουμε τα διαχρονικά ερωτήματα που θέτει και να μην αναζητάμε πρόσκαιρες απαντήσεις.
























