από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου
Περιδιάβαση σε 15 βιβλία -μυθιστορήματα, νουβέλες και πεζά- της ελληνικής πεζογραφίας κατά το 2025 με βάση κριτικά μου δημοσιεύματα την ίδια χρονιά.[1]
Την κοινωνική, την πολιτική, την οικονομική, την ταξική, την πολιτισμική ιστορία, καθώς και την ιστορία φύλων της Κύπρου από την αγγλική κυριαρχία της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τις ημέρες μας διατρέχει το μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ από τις εκδόσεις Πατάκη. Ύστερα από μια άνυδρη περίοδο, η έντονη βροχόπτωση θα φέρει στην επιφάνεια τη σορό του πρώτου θύματος μιας αλυσίδας δολοφονιών, μιας τριανταοκτάχρονης μετανάστριας από τις Φιλιππίνες. Η σορός ανακαλύφθηκε σε φρεάτιο του μεταλλείου της Κοκκινόγειας στο Μιτσερό και θα συνδέσει στο μυθιστόρημα της Σωτηρίου την αποικιοκρατία των Άγγλων τη δεκαετία του 1950 με το ρατσιστικό μίσος κατά των μεταναστριών από τις Φιλιππίνες στο τέλος της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα. Η πολιτική εξουσία των Άγγλων και η οικονομική τους βία εις βάρος των εξαθλιωμένων μισθολογικά Κυπρίων θα συναντηθεί με τις δολοφονίες των μεταναστριών σε μια κοινωνία όπου η γυναίκα δεν κατάφερε να διεκδικήσει ποτέ την αυτονομία της.
Ο Αρθούρος Ρεμπώ βρέθηκε στην Κύπρο το 1878 ως ακαταμάχητος ποιητής, αλλά και ως εξ επαγγέλματος τυχοδιώκτης. Εκεί θα τον συναντήσει με τη νουβέλα της Μη γράφετε Αρθούρος από τις εκδόσεις Πόλις η Νάσια Διονυσίου. Τα χρόνια του Ρεμπώ στο νησί είναι και τα χρόνια των απαρχών της αγγλοκρατίας. Έτσι, ένα μέρος της βιογραφίας του Ρεμπώ, που καλύπτει, παρ’ όλα αυτά, το σύνολο της ζωής του, θα ταυτιστεί με την αγγλική διακυβέρνηση στην Κύπρο, με τη μόνιμη και εκ βαθέων δυσφορία των Βρετανών για Έλληνες και Τούρκους, με την απέχθεια του πρώτου μεγάλου αρμοστή, του Γκάρνετ Γούλσλεϊ, για τη Λευκωσία, όπως και με την έμμονη ιδέα του να χτίσει μια αγροικία στο όρος Τρόοδος, μακριά από τη ζέστη και την καθυστέρηση μιας ανύπαρκτης και παντελώς άσημης πρωτεύουσας. Οι Βρετανοί υιοθετούν μαζικά τη νοοτροπία του πρώτου αρμοστή. Τόσο η λογική των βασιλικών μηχανικών, που αναλαμβάνουν την ανέγερση του αρμοστείου, όσο και η στάση της αγγλικής ελίτ απέναντι στους χριστιανούς και μουσουλμάνους ντόπιους συγκεφαλαιώνουν το αίσθημα κυριαρχίας και υπεροχής των αριστοκρατών. Και εδώ η Διονυσίου θα παρεμβάλει ιδιοφυώς τον Ρεμπώ. Πιθανός εγκληματίας και ύποπτος για έναν πρόσφατο φόνο, αδίστακτος στις επιδιώξεις του μα και έντρομος για την τύχη η οποία του επιφυλάσσεται παντού στον κόσμο, ο Ρεμπώ δεν είναι πια ο επαναστάτης που υποσχέθηκε άλλοτε η ποίησή του, η μοναχικότητα, όμως, και ο ατομισμός του, μαζί με ένα πνεύμα που μοιάζει ικανό έστω και υπογείως να απεμπολήσει οποιαδήποτε τάξη, αποτελούν το αντίβαρο για τη σαρκοβόρα διοικητική μηχανή των Άγγλων.
Το μυθιστόρημα του Σταύρου Κρητιώτη Η συρραφή μου από τις εκδόσεις Ιωλκός είναι η εξιστόρηση του βίου και της πολιτείας ενός ιρλανδού κοινωνιολόγου και φιλοσόφου του 19ου αιώνα, του Τζέημς Ο’ Κόννελ, που αποτελεί άπαξ αναφορά του Εμμανουήλ Ροΐδη. Η ιδέα του Κρητιώτη είναι να βάλει τον Ο’ Κόννελλ να παραστήσει έναν λόγιο του 20ου αιώνα, ο οποίος θα διερευνήσει τι ακριβώς έχει απομείνει από τον εαυτό του εκατό και πλέον χρόνια μετά, βασισμένος αποκλειστικά σε στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί στον Τύπο ή έχουν συμπεριληφθεί σε αρχεία χωρίς να εκπροσωπούν δικές του ενθυμήσεις. Ο Ο’ Κόννελλ θα κριθεί, θα επαινεθεί και θα κατακριθεί ποικιλοτρόπως στον καιρό του, αλλά τα πάντα συνιστούν προφάσεις εν αμαρτίαις, που θα ξετυλίξουν για πολλοστή φορά το παιχνίδι του Κρητιώτη με ένα είδος λογοτεχνίας το οποίο καταγίνεται από την πρώτη μέχρι και την τελευταία του αράδα με τη δεξιοτεχνία την οποία μπορεί να εμπνεύσει η πρόκληση της κατασκευής.
Γυναίκες σε εγκυμοσύνη και γυναίκες σε εμμηνόπαυση. Γυναίκες που είναι μάνες και κόρες μα και αδελφές ή γιαγιάδες. Γυναίκες ηθοποιοί, γυναίκες της ποίησης και της λογιοσύνης, γυναίκες φιλόσοφοι, αλλά και γυναίκες κακοποιημένες, συχνά έως θανάτου. Και γυναίκες, όμως, που είναι παιδοκτόνοι, ή γυναίκες με ανδρόγυνο κόσμο – και άλλες, πάλι, γυναίκες, που δεν πιστεύουν πως το φύλο τους ανήκει στη φύση, αποτελώντας μόνο προϊόν κοινωνικής κατασκευής. Αυτή είναι η γκάμα την οποία καλύπτουν τα γυναικεία πρόσωπα στο μυθιστόρημα της Αμάντας Μιχαλοπούλου Το μακρύ ταξίδι της μιας μέσα στην άλλη από τις εκδόσεις Πατάκη. Τραβώντας τη γραμμή από μυθιστορήματα και νουβέλες της που δημοσιεύτηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, η συγγραφέας βάζει δίπλα στα ζητήματα της γυναίκας και του φύλου και θέματα, τα οποία έχουν να κάνουν με το αφηγηματικό είδος το οποίο διακονεί ή με τις τεχνικές και τη δομή της σύνθεσης που υιοθετεί.
Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και του 1970 ελάχιστοι άνθρωποι σκέφτονταν, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, το τι μπορεί να σημαίνει «σύγχυση φύλου» ενόσω και οι τηλεοπτικές καλύψεις (αυτή τη φορά μόνο στην Ελλάδα) μπορούσαν να διακοπούν λόγω της παρεμβολής ενός ορεινού όγκου. Το όρος ‘Οχη, για παράδειγμα, στην Εύβοια, εμπόδιζε την τηλεοπτική μετάδοση στη Χίο των μεγάλων ποδοσφαιρικών αγώνων της εποχής. Σε αυτή την περίοδο μας μεταφέρει η καινούργια νουβέλα του Γιάννη Μακριδάκη Στη σκιά του όρους Όχη από την Εστία. Στη Χίο, που δεν κατονομάζεται, μεγαλώνει η Βάσω Κανάτη, μια ανδρογυναίκα ή ένα αρσενικοθήλυκο, όπως ονόμαζαν τότε τα άτομα που αντιμετώπιζαν ζήτημα με το φύλο τους. Η επιτυχία του Μακριδάκη σε αυτή την πολυφωνική σύνθεση ανιχνεύεται σε τρία σημεία: στον ευχερή συντονισμό των πέντε εναλλασσόμενων μονολόγων χωρίς την παρεμβολή κάποιας κεντρικής αφήγησης, στην δια της σκυτάλης ισόρροπη ανάπτυξη και εξέλιξη της πλοκής με φροντίδα για τις αναγκαίες εσωτερικές γλωσσικές διαφοροποιήσεις και στη διεισδυτικότητα του ιστορικού βλέμματος του συγγραφέα όχι μόνο ως προς τις αδράνειες, αλλά και ως προς την προσαρμογή των νοοτροπιών των μέσων (και κάτι παραπάνω) του 20ου αιώνα στα καινούργια κελεύσματα ή στις νέες προκλήσεις του χρονικού τους πλαισίου.
Πρώτα ιερό τέρας και κατόπιν απόβλητος του σοβιετικού σοσιαλισμού, ο Παναΐτ Ιστράτι (1884-1935) γεννήθηκε στη Βράιλα και ήταν γιος της πλύστρας Ζωίτσας Ιστράτι και του Γεωργίου Βαλσαμή, έλληνα καπνεμπόρου από την Κεφαλονιά, τον οποίο ο γιος δεν γνώρισε ποτέ. Παίρνοντας το επίθετο της μητέρας του, που θα μπορούσε να μεταφραστεί και Δούναβης (από το άλλο όνομα του ποταμού, που είναι Ίστρος), έγραψε, τουλάχιστον αρχικά, στα γαλλικά, χωρίς να αρνηθεί ποτέ τη ρουμανική γλώσσα ή τη ρουμανική και την ελληνική του καταγωγή. Αυτός είναι ο Ιστράτι τον οποίο εικονογραφεί ο Κώστας Ακρίβος στο μυθιστόρημα Όνομα πατρός: Δούναβης από το Μεταίχμιο. Ο Ακρίβος προτάσσει στην εικόνα την οποία φιλοτεχνεί για τον Ιστράτι το ισχυρό του φρόνημα για πολιτική, κοσμοθεωρητική και συγγραφική ελευθερία, αναδεικνύει τον πλάνητα βίο του, συναρτώντας τον οργανικά με την πεζογραφία του, υπενθυμίζει την απόπειρα αυτοκτονίας του, ανατρέχει στην απέλασή του από την Ελλάδα όταν την επισκέφθηκε ως συνοδοιπόρος του κρατικού σοσιαλισμού, αναφέρεται δια μακρών στον Ρομέν Ρολάν και στον Νίκο Καζαντζάκη, δύο πρόσωπα στα οποία όφειλε πολλά αλλά και από τα οποία τον χώρισαν πολλά, αναπτύσσει τη διαφωνία του με το σοβιετικό καθεστώς και τις κατοπινές του σχέσεις με τη φασιστική Σιδηρά Φρουρά της Ρουμανίας, μιλάει για τους γάμους και για τους ερωτικούς του δεσμούς και χτίζει με χαμηλούς τόνους την εκρηκτική ιδιοσυγκρασία του, καθώς και τη σχέση αυτοδίδακτου που είχε με τα γράμματα παρά τα θηριώδη του διαβάσματα.
Κασκαντέρ είναι ο τίτλος του αφηγήματος του Ιορδάνη Παπαδόπουλου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πρόκειται για τις διαρκείς, ασταμάτητες κινήσεις ενός κασκαντέρ ο οποίος θα διατρέξει με το σώμα και με τον νου, σε ευρύτερους ή σε στενότερους κύκλους, μια αχανή γεωγραφία, εσωτερική και εξωτερική. Ως εξωτερική γεωγραφία εκλαμβάνω τις πολλαπλές πτώσεις του κασκαντέρ: από όνειρο σε όνειρο, από επίπεδο σε επίπεδο, από μικρότερο ή από μεγαλύτερο ύψος, από πραγματικά, επίφοβα σημεία, από μνήμη σε μνήμη ή από φαντασιακούς και υπέρτερους τόπους, που πολλαπλασιάζονται όταν συσχετίζονται με ελληνικά και με ξένα λογοτεχνικά κείμενα, με εικαστικά γεγονότα, με φιλοσοφικές παραπομπές ή με καταγεγραμμένο οπτικοακουστικό υλικό ποικίλης προέλευσης. Την εξωτερική γεωγραφία του βιβλίου θα αποτελέσουν τα ανεξάντλητα πεδία προς τα οποία κατευθύνονται οι κινήσεις των χεριών: χέρια ελεύθερα και πλεγμένα, κρεμασμένα από κρεβάτια, ακουμπισμένα στις πλέον απρόσμενες επιφάνειες ή κρυμμένα πίσω από τις πιο αυτονόητες εικόνες, σε σχήματα αγωνιώδους παράκλησης, εκστατικής απορίας ή ικετευτικού νεύματος.
Μια σειρά αυτοκτονιών στην Ακρόπολη διεσπαρμένων μέσα στον χρόνο συγκεντρώνει ο Άγγελος Ευαγγελίδης στο βιβλίο τουΗ πέτρα από την Περισπωμένη. Το βιβλίο χαρακτηρίζεται μυθιστόρημα, στην πραγματικότητα, ωστόσο, είναι μια ωραία και έξυπνα εξοικονομημένη νουβέλα, χωρίς το παραμικρό μελαγχολικό ή καταθλιπτικό ύφος και με καλοδουλεμένη τεχνική. Γιατί θέλει να αυτοκτονήσει ο Μενέλαος, που δεν αναφέρεται ποτέ στον Μιμίκο και στη Μαίρη; Από μίσος προς τη μάνα του και λόγω της αδιαφορίας του πατέρα του, όπως υπαινίσσονται οι αντίστοιχες επιστολές; Γιατί ζει σε έναν γενικότερα στενόχωρο κόσμο; Εκείνο που πάντως παρακολουθούμε εδώ δεν είναι τόσο η ιδέα του Μενέλαου περί αυτοκτονίας όσο ο σχεδιασμός της. Πώς ανέβηκαν οι προηγούμενοι αυτόχειρες στον βράχο; Τι ήταν εκείνο που συγκλόνισε τη ζωή τους; Οικονομικά αδιέξοδα, διαψευσμένα ερωτικά αισθήματα, αδιανόητες ψυχικές επιβαρύνσεις; Όλα αυτά μαζί με κάποια άλλα; Όπως και να έχει, η άνοδος στον ιερό βράχο μαζί με τους προηγούμενους αυτόχειρες θα δώσει κάτι στην ίδια την Ακρόπολη. Τι μπορεί να είναι ως τοπίο η Ακρόπολη λίγο πριν από την αυτοκτονία; Ψευδαισθητικός παράδεισος; Ύστατο ύψος για τον έσχατο αποχαιρετισμό; Τόπος συγχώνευσης του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος; Μια δωρεά μυσταγωγίας; Ή μήπως και ένας στόχος εμπρησμού, όπως τον έχει ήδη σκεφτεί και εικονογραφήσει η νεότερη ελληνική λογοτεχνία; Για ό,τι κι αν πρόκειται, ο Μενέλαος θα επιτύχει αυτή τη φορά τον στόχο του και ο Ευαγγελίδης θα μας δώσει από τη μεριά του μια επιτυχημένη σύνθεση.
Ο Γάτος Πετεφρής επιγράφεται το καινούργιο, τέταρτο κατά σειρά μυθιστόρημα του Τάκη Καμπύλη από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Δύο εκ διαμέτρου αντίθετα πρόσωπα θα βρουν καταφύγιο σε ένα ερημικό νησί του Αιγαίου, ζώντας σε έναν τόπο που μοιάζει με εναλλακτικό σύμπαν και αποτυπώνεται ανάγλυφα στις κάθετες συγκρούσεις τους: συγκρούσεις ανάμεσα στην προτεραιότητα και στην υστέρηση είτε της Ανατολής είτε της Δύσης` συγκρούσεις ως προς την εστίαση της προσοχής στο ζήτημα είτε της ασθένειας είτε της υγείας` συγκρούσεις ως προς την κυριαρχία και την αδυναμία είτε του Βορρά είτε του Νότου` συγκρούσεις τέλος ως προς την ταξική υπεροχή και την οικονομική ένδεια. Ο λόγος είναι από τη μια πλευρά για ένα πλήρως απομονωμένο περιβάλλον και από την άλλη μεριά για ένα σημείο αντιθετικής διασταύρωσης διαφορετικών πολιτισμών, ιδεολογιών, ακόμα και νοοτροπιών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και σε ένα ανάλογο σημείο καμία αντινομία δεν πρόκειται να λυθεί – με τα λόγια του συγγραφέα «ένας πόλεμος χωρίς κήρυξη και χωρίς τέλος» συν κάτι επιπλέον: οι άγνωστοι αρχαίοι σκελετοί του νησιού μπορεί να συνδέονται με μυστήρια τα οποία γεφυρώνουν ως σημάνσεις πιθανής συσχέτισης το καινούργιο μυθιστόρημα του Καμπύλη με τα παλαιότερα βιβλία του, ανοίγουν, όμως, βαθύτερα και ένα δρόμο ο οποίος έχει χαραχτεί επίσης από τα προηγούμενα έργα – το άγχος της ύπαρξης και η συγκρατημένα λαχανιασμένη ανάσα που κρύβεται πίσω από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα καθώς και από τις συνευρέσεις της γεωγραφίας και της κουλτούρας. Η τέχνη αλλά και η δεξιοτεχνία των αντιθέσεων σε μια μυθιστορηματική φούγκα που φτάνει με ανήσυχη τη φαντασία και διερευνητικό τον ρεαλισμό της στην τέταρτη φάση της..
Μιαν εξωφρενικά βίαιη ιστορία ξεδιπλώνει η Φωτεινή Τσαλίκογλου στο μυθιστόρημα Ο Ιωσήφ ήρθε μετά από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πρωταγωνίστρια και κεντρική, πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, η Θάλεια Βεργωτή, που εξηγεί πώς η μητέρα της Ανθή θέλησε πάση θυσία να φέρει στον κόσμο έναν αδελφό για την κόρη της μετά την τελευταία αποβολή της. Βρισκόμαστε στο 1965 και ο Ιωσήφ δεν αργεί να γεννηθεί με τη διαφορά πως θα αποδειχθεί σωστή καταστροφή. Στα παιδικά του χρόνια το μόνο το οποίο έχει να επιφυλάξει για τους γύρω του είναι αγκάθια και κοφτερό μίσος. Μεγαλώνοντας, θα χτυπήσει την Ανθή κι όταν εκείνη θα επιστρέψει από την ψυχιατρική της νοσηλεία, θα αυτοκτονήσει με έναν πήδο στο κενό ενώ ο γιος της καίει το αποχαιρετιστήριο γράμμα της τραγουδώντας. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Ιωσήφ θα σκοτώσει τον σύζυγο της ερωμένης του, για να καταλήξει έγκλειστος σε ίδρυμα. Όσο για τον πατέρα, καθηγητής φυσικής σε σχολεία όπου πολέμησε κατά τον Εμφύλιο, θα τον καταδώσει ο αδελφός του στις αρχές για να συμμορφωθεί δεόντως. Η Θάλεια θα πληρώσει τα αδιέξοδα και τις ενοχές του με τα ξεσπάσματά του – θα ακολουθήσει η αυτοκτονία και του ίδιου, στοιχειωμένη από τις παλαιότερες αυτοκτονίες της μητέρας και της αδελφής του. Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Γιατί τόσες συσσωρευμένες αυτοκτονίες και για ποιον λόγο τόσο θανατικό; Ο θάνατος, η βία και τα ψυχοπαθολογικά πορτρέτα δεν έχουν λείψει από την πεζογραφία της Τσαλίκογλου, η τωρινή, όμως, διόγκωση σε τι οφείλεται; Μπορεί να πείσει και να αποκτήσει με τον υπερπληθωρισμό της κάποια υπόσταση μπροστά στα μάτια μας; Καταρχάς η λογοτεχνία μπορεί να αυξήσει την πραγματικότητα όσο της χρειάζεται. Το ζήτημα πάντοτε είναι να δείξει γιατί χρειάζεται την επαύξηση. Όπως σημειώνει η συγγραφέας, το μυθιστόρημά της μεταγράφει πραγματικά γεγονότα, άρα τα λεγόμενα της Θάλειας υπέχουν τη θέση, και αναλαμβάνουν τη λειτουργία, μιας έμμεσης μαρτυρίας. Ύστερα η αφήγηση αποτελεί υπόδειγμα αποδραματοποίησης: χωρίς πολλά λόγια και συναισθηματικές εξάρσεις, λιτή και με ολιγοσέλιδα κεφάλαια, έρχεται από την πρώτη στιγμή να μας συστηθεί με τη γύμνια, με την ακρίβεια και με την αμεσότητά της.
Επιστολές γραμμένες σε πρώτο πρόσωπο με επιστολέα πάντοτε το ίδιο ανδρικό πρόσωπο (με την εξαίρεση μίας επιστολής η οποία ανήκει στο άλλο φύλο), πλην με διαφορετικούς εκάστοτε αποδέκτες: τις γυναίκες που είτε τον εγκατέλειψαν είτε τον περιέβαλαν με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, τη μητέρα του και τη σύζυγό του. Χωρισμένο σε τρία μέρη, το αφήγημα του Άρη Ξενόφου Γράμματα που ποτέ δεν εστάλησαν από τον Κέδρο αποτελείται από ολιγάριθμα και εξαιρετικά σύντομα επιστολικά κείμενα, που είναι φανερό πως εντάσσονται στην κατηγορία του μικροδιηγήματος: είδος που γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη εδώ και πολλά χρόνια στον αγγλοσαξονικό κόσμο και στην ισπανόφωνη λογοτεχνία ενώ από καιρό έχει αρχίσει να προκαλεί αυξημένο ενδιαφέρον και στα καθ’ ημάς με την προσέλκυση τόσο συγγραφέων και εκδοτών όσο και του αναγνωστικού κοινού. Οι άγονοι αγώνες της αγάπης: στο εισαγωγικό μέρος του βιβλίου, ο ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής ανακαλεί τις ώρες άκρατης αφοσίωσης και τρυφερότητας οι οποίες τον έφεραν κοντά με έναν σπάνιο έρωτα, ο οποίος έχει, όμως, σβήσει πλέον. Έτσι, σε δεύτερη φάση, οι άλλοτε αγαπημένοι ανταλλάσσουν μόνο γλυκές αναμνήσεις που έρχονται με πικρό τρόπο στην επιφάνεια. Από το αλλοτινό φως και τον αλλοτινό πλούτο, τώρα ανασκαλεύονται μόνο αποκαΐδια, με τον πρωταγωνιστή να έχει γίνει ένας σωρός συντρίμμια. Περνώντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, περνάμε και σε ένα επόμενο στάδιο. Ο καθημαγμένος ήρωας έχει αναθαρρήσει. Η καινούργια αγκαλιά δεν είναι προσωρινή, βιαστική και μάλλον τυχαία, όπως η προηγούμενη. Είναι αγάπη αληθινή, πηγή θερμών υποσχέσεων και τείχος ασφάλειας. Και ο θάνατος; Θα προκύψει στο τρίτο μέρος του βιβλίου με τους όρους του ρομαντικού μικροδιηγήματος.
Ο Αντίπορος έρωτας της Μοσχούλας Κοντοσταύλου από την Κασταλία είναι ένα μυθιστόρημα που εξαπλώνεται σε πολλούς γεωγραφικούς τόπους, στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη, στην Πάρο, όπως και στην Ευρώπη, έχει στο κέντρο της θεματολογίας του ένα βασικό τρίπτυχο: τη μνήμη, τον χρόνο και τον έρωτα. Το καθοδηγητικό νήμα στο βιβλίο είναι ο έρωτας ανάμεσα σε μια ελληνίδα γιατρό, τη Ρωμυλία, και σε έναν τούρκο πανεπιστημιακό δάσκαλο, τον Τζελάλ. Πρόκειται για έναν έρωτα που έμεινε ενδεχομένως παντοτινός επειδή δεν του δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να ενεργήσει και να δουλέψει με όλη του τη δύναμη. Κι αυτό, πιθανόν εξαιτίας των διαφορετικών τόπων στους οποίους γεννήθηκαν και μεγάλωσαν οι δυο εραστές, ίσως λόγω και της κάποιας διαφοράς της ηλικίας (η Ρωμυλία είναι λίγο μεγαλύτερη από τον Τζελάλ), πρωτίστως πάντως επειδή η Ρωμυλία ήταν ανέκαθεν προσανατολισμένη στους οικογενειακούς δεσμούς. Η αφήγηση, που επιμερίζεται στους επιμέρους μονολόγους των ηρώων (των πρωταγωνιστών και των προσώπων που έχουν συνδεθεί στενά μαζί τους), είναι μια συνεχής λειτουργία της μνήμης όλων: πρώτα των πρωταγωνιστών, καθώς ανακαλεί τις μετρημένες συναντήσεις και συνευρέσεις τους, ύστερα των υπολοίπων, καθώς φέρνει στην επιφάνεια όσα τους ενώνουν με τους πρωταγωνιστές. Αποκτά, παρόλα αυτά, η μνήμη και συλλογικό χαρακτήρα με το σύνολο των αφηγηματικών προσώπων να ανατρέχει στα ιστορικά και στα πολιτικά γεγονότα των δεκαετιών του 1970 και του 1980 και στις ιδεολογικές αντιπαραθέσεις της εποχής.
Χρησιμοποιώντας αφήγηση σε πρώτο πληθυντικό (κάτι όχι εύκολο ούτε ιδιαίτερα συνηθισμένο), ο συγγραφέας θα μας μεταφέρει με τη νουβέλα Η εγγαστρίμυθη φάλαινα από τις εκδόσεις Πατάκη στο μυθοπλαστικό Ορίμπε και στις αδελφές Έλμα και Γιολάντα Αβεγιάρδο, κόρες του Χούλιο Αβεγιάρδο, ο οποίος θα μετατρέψει ένα ερημικό ξενοδοχείο πρώτα σε βιβλιοπωλείο και εν συνεχεία σε εκδοτικό οίκο και σε καλλιτεχνικό κέντρο με διεθνή απήχηση. Σε μια κάπως παρένθετη ιστορία, οι δυο αδελφές θα ταξιδέψουν μετά τον θάνατο του πατέρα τους σε ένα νησί που πλέει στον χώρο και στον χρόνο, για να καταλήξουν όχι μόνο εξόριστες από το Ορίμπε, το οποίο έχει στο μεταξύ μεταμορφωθεί σε διάσημο πλην παντελώς απονεκρωμένο μουσείο, αλλά και στην αγχόνη όπου θα τις οδηγήσει ένας πιστός του Θεού. Αλληγορία για την πολιτική εξουσία και για τη θρησκεία ή για τη θεολογία της, όπως και για τον τρόπο με τον οποίο η Ιστορία μπορεί να λειτουργήσει ως εφιάλτης για την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. H νουβέλα του Αστερίου κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία του φανταστικού και τη δυστοπία. Κι αν δεν καταφεύγει στα χτυπητά χαρακτηριστικά της δυστοπίας, όπως ο τονισμός της βίας και οι αποκαλυψιακές εικόνες της καταστροφής, αυτό δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας συμμερίζεται την οποιαδήποτε αισιοδοξία για το αύριο.
Ο Πέτρος Μάρκαρης παίρνει πάντοτε αφορμή για την αστυνομική του θεματολογία από μεγάλα ζητήματα της κοινωνικοπολιτικής επικαιρότητας και το μυθιστόρημά του Η απάτη είναι το μέλλον από τα Κείμενα μπαίνει αυτή τη φορά στον σκοτεινό κόσμο της αρχαιοκαπηλίας και των γλυπτών του Παρθενώνα ή των μαρμάρων του Έλγιν. Ο Μάρκαρης πιάνει στον αέρα και κάτι άλλο από την επικαιρότητα του καιρού μας, που είναι οι δυνατότητες τις οποίες διανοίγει, αλλά και τα ζητήματα τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσει στο άμεσο μέλλον η τεχνητή νοημοσύνη. Τρεις φωστήρες της τεχνητής νοημοσύνης καταφέρνουν να δημιουργήσουν πιστά αντίγραφα των Ελγινείων. Τα αντίγραφα, ως προϊόν ακριβώς της τεχνητής νοημοσύνης, έχουν τεράστια πολιτιστική και πολιτική αξία, γι’ αυτό στην υπόθεση εμπλέκεται εξαρχής και το υπουργείο Πολιτισμού. Ο Χαρίτος και η Φελέκη ψάχνουν την ιστορία εξαιτίας της ακατανόητης δολοφονίας ενός αρχαιοφύλακα και ξαφνικά ακολουθεί η ακόμα πιο ακατανόητη δολοφονία των τριών προσώπων της τεχνητής νοημοσύνης. Ο Χαρίτος και η υφισταμένη του θα πρέπει τώρα να βρουν ποιοι μπορεί να είναι οι δολοφόνοι των τριών και για ποιον λόγο το έχουν κάνει. Η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης δείχνει πως ακόμα και έργα με την ιστορική σημασία και την πολιτιστική και αρχαιολογική αξία των Ελγινείων είναι πιθανόν να μη γίνεται κάποια στιγμή να ξεχωρίσουν από ένα τέλειο αντίγραφό τους. Και τότε; Με ποιον ακριβώς τρόπο θα διαφυλάξουμε τον πόθο για όσα προσδοκούμε και ελπίζουμε; Αλλά αυτό είναι κάτι στο οποίο δεν μπορεί να απαντήσει το αστυνομικό μυθιστόρημα ή το οποιοδήποτε μυθιστόρημα.
Το ζήτημα του χρόνου παίζει καθοριστικό ρόλο στο σύνολο της μυθιστορηματικής παραγωγής της Ευτυχίας Γιαννάκη – στις δύο τριλογίες της που έχουν προηγηθεί και στο μυθιστόρημά της Υπέροχος πόλεμος από τις εκδόσεις Ίκαρος. Πίσω από τη δράση, από τα πρόσωπα και από τις ατομικές ιστορίες τις οποίες παρακολουθούμε στα μυθιστορήματα της Γιαννάκη σαλεύει πάντοτε ένα σκληρό και δυσοίωνο παρελθόν, που αποτελεί την πηγή (όχι, βεβαίως, σε ευθεία γραμμή σύνδεσης ούτε σε μηχανική προέκταση) για όσα συμβαίνουν στο παρόν και στον τωρινό βίο των ηρώων. Το παρελθόν, βεβαίως, είναι η δεξαμενή από την οποία αντλεί γενικότερα ως είδος το μυθιστόρημα τα σχήματα, τις κατευθύνσεις και τη θεματογραφία του, στην περίπτωση, όμως, ιδιαίτερα της αστυνομικής λογοτεχνίας της Γιαννάκη ο χρόνος διεκδικεί τόσο ατομικό όσο και συλλογικό χαρακτήρα. Οι ενέργειες των πρωταγωνιστών ξεφεύγουν από τα όρια του περιστασιακού και του τυχαίου, ζητώντας να αποσπάσουν και να ενσωματώσουν στη μυθοπλασία μια εποπτικότερη εικόνα για τον περίγυρό της.
[1] Στο Βήμα της Κυριακής, στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, στην επιθεώρηση The Books’ Journal και στο news letter Kreport.

























