,
της Δήμητρας Ρουμπούλα
Η Ιστορία, με κεφαλαίο το “Ι”, σίγουρα δεν γράφεται με εικασίες. Ωστόσο, συχνά, μοιάζουν προκλητικά αναπόφευκτες, ειδικά αν πρόκειται για τον χώρο της μυθοπλασίας. Πάνω σε μια ακραία υπόθεση, ίσως και λίγο προφητική, η Παλαιστίνια δημοσιογράφος και συγγραφέας Ιμπτισάμ Άζεμ στήνει το δεύτερο μυθιστόρημά της: Μέσα σε μια νύχτα εξαφανίζονται ξαφνικά όλοι οι Παλαιστίνιοι από το κράτος του Ισραήλ χωρίς κανένα ίχνος. Πρόκειται για έναν ευρηματικό τρόπο ώστε να προβληματιστεί κανείς γύρω από τη μακροχρόνια και τόσο αιματηρή σύγκρουση, η οποία παραμένει οδυνηρά επίκαιρη, αν και “Το βιβλίο της εξαφάνισης”, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Gutenberg”, σε μετάφραση από τα αραβικά της Πέρσας Κουμούτση, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα αραβικά το 2014, αλλά ήταν υποψήφιο για το Διεθνές Booker 2025.
Το μυθιστόρημα εξερευνά τη διασταύρωση της μνήμης και της Ιστορίας. Το συμβάν της εξαφάνισης ζωντανεύει μέσα από τις φωνές και τις αντικρουόμενες απόψεις διαφόρων Ισραηλινών, αλλά επικεντρώνεται στην αφήγηση του Ισραηλινού δημοσιογράφου Άριελ, ο οποίος διαβάζει το σημειωματάριο του εξαφανισμένου Παλαιστίνιου φίλου και γείτονά του Αλάα, ενώ ο ίδιος στέλνει άρθρα για την τρέχουσα κατάσταση σε αμερικανική εφημερίδα στη Νέα Υόρκη. Ακριβώς το αντίθετο απ΄αυτό που κάνει η ίδια η συγγραφέας ως ανταποκρίτρια στη Νέα Υόρκη για αραβική εφημερίδα. Όμως πριν συμβεί το μεγάλο γεγονός, μας καθηλώνει η περιγραφή του Αλάα για τον θάνατο της αγαπημένης του γιαγιάς που μεταδίδει ένα βαθύ αίσθημα θλίψης το οποίο εκφράζεται από την επαναλαμβανόμενη μεταφορά: “Η απουσία σου είναι ένα τριαντάφυλλο γεμάτο αγκάθια”.
Εικονολήπτης στο επάγγελμα, ο Αλάα γεννήθηκε σε μια οικογένεια, στην οποία κυριαρχεί η μητριαρχική φιγούρα της γιαγιάς, η οποία παρέμεινε εντός των προγονικών συνόρων μετά τη δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ το 1948, την οποία οι Παλαιστίνιοι αποκαλούν Νάκμπα, καταστροφή, όταν 700.000 ομοεθνείς τους εκδιώχθηκαν από τα πατρογονικά σπίτια. Η γιαγιά ήταν η μόνη από την οικογένειά της που αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Γιάφα – την πόλη, νοτίως του Τελ Αβίβ, από την οποία τότε εκτοπίστηκε εσωτερικά και η οικογένεια της μητέρας της Ιμπτισάμ Άζεμ. Η ακλόνητη αφοσίωση αυτής της γυναίκας στη δική της Γιάφα γεμίζει το μυθιστόρημα, παρόλο που πεθαίνει από τις πρώτες σελίδες. Το μυθιστόρημα ξεκινά με την αγωνιώδη αναζήτηση της Τάτας – έτσι τη φώναζε ο εγγονός της ο οποίος τη βρίσκει φαινομενικά γαλήνια αλλά νεκρή, καθισμένη σε ένα παγκάκι με καρφωμένο το βλέμμα στη θάλασσα, γιατί “μόνο η θάλασσα δεν αλλάζει ποτέ σ΄ αυτή τη ζωή”. Η απώλειά της, που προηγείται της εξαφάνισης των Παλαιστινίων, υπογραμμίζει το καίριο ερώτημα που τίθεται με ποικίλους τρόπους σε όλο το βιβλίο και μοιάζει με ισχυρή κραυγή: τι απομένει σε έναν τόπο όταν μεγάλο μέρος του λαού και του πολιτισμού του έχουν χαθεί ή καταστραφεί;
Η αναζήτηση της γιαγιάς αποδεικνύεται πως είναι η αρχή του ημερολογίου που κρατούσε ο Αλάα, ένα συνεχές συνταρακτικό σχόλιο απευθυνόμενο στη Τάτα του, με τις ιστορίες που του είχε διηγηθεί, τις απώλειες και τα βάσανα της ζωής της, την τύχη των υπολοίπων μελών της οικογένειας, με αναμνήσεις, σκέψεις για τον τόπο, την ιστορία και το τι σημαίνει πατρίδα. Το ημερολόγιο έχει μείνει πίσω και θα ανακαλυφθεί από τον Άριελ, ο οποίος ζει στο ίδιο κτίριο με τον Αλάα, στο Τελ Αβίβ.
Έχει ενδιαφέρον το πώς η εξαφάνιση των Παλαιστινίων, ακόμη και από τις φυλακές, αντιμετωπίζεται από διάφορους χαρακτήρες της εβραϊκής κοινότητας, καθώς οι ζωές τους επηρεάζονται άμεσα. Οι ταλαιπωρίες και τα προβλήματα που προκύπτουν, όπως η απώλεια χειρωνακτικής εργασίας, οι καθυστερήσεις στα λεωφορεία, η παύση της εναέριας κυκλοφορίας, η ακύρωση ιατρικών επεμβάσεων, τα κλειστά καταστήματα και οι εντάσεις, σταδιακά συσσωρεύονται δημιουργώντας δυσλειτουργία στον κρατικό μηχανισμό και κοινωνική κατάρρευση που θυμίζει το αριστούργημα “Περί τυφλότητας” του Ζοζέ Σαραμάγκου, το οποίο έχει εμπνεύσει, κατά δήλωσή της, τη συγγραφέα. Η οποία παρουσιάζει ένα ευρύ φάσμα αντιδράσεων, από φοβισμένες έως πολύ προκατειλημμένες – “τους ξεφορτωθήκαμε μια για πάντα, δεν έχει σημασία πώς”, “το πρόβλημα λύθηκε από μόνο του” κ.ά. Οι αντιδράσεις αρθρώνονται με τέτοιο τρόπο που δίνουν μια συνολική εικόνα και, συγχρόνως, δείχνουν τη βαθιά ριζωμένη ρητορική σύμφωνα με την οποία το Ισραήλ είναι το μόνο δημοκρατικό κράτος στην περιοχή, ενώ η παρουσία των Παλαιστινίων θεωρείται απειλητική και επικίνδυνη. Δεν είναι, όμως, λίγοι εκείνοι που φοβούνται ότι το γεγονός της εξαφάνισης ίσως έχει ενορχηστρωθεί από την ισραηλινή κυβέρνηση.
Με μαεστρία η συγγραφέας δομεί την περίπλοκη σχέση των δύο βασικών ηρώων, Άριελ και Αλάα, μέσα από την οποία καταλαβαίνουμε πολλά από όσα ενώνουν και, κυρίως, χωρίζουν τους δύο λαούς. Καταρχάς, οι πατέρες τους απουσιάζουν για διαφορετικούς λόγους και οι αιτίες του θανάτου τους επηρεάζουν τις πεποιθήσεις και των δύο. Ο πατέρας του πρώτου σκοτώθηκε στον πόλεμο κατά του Λιβάνου, ενώ του Αλάα, χειρουργός στο επάγγελμα, συχνά αμισθί, αυτοκτόνησε, μην αντέχοντας τον (έναν απ΄όλους) βομβαρδισμό της Γάζας.
Αρκετά σύνθετη και αντιφατική φιγούρα, ο Άριελ είναι φιλελεύθερος και μπορεί να αντιπροσωπεύει μια προοδευτική άποψη αλλά με άνεση επαναλαμβάνει τις δικαιολογίες που καλύπτουν τον εκτοπισμό χιλιάδων Παλαιστινίων. Διάφορες ανησυχητικές σκηνές από το παρελθόν του εμφανίζονται σταδιακά, ενώ γίνεται ολοένα και πιο αφύσικος ο τρόπος με τον οποίο αποικίζει το σπίτι του Αλάα, παρόλο που δεν γνωρίζει αν ο φίλος του έχει φύγει για πάντα. Έχοντας κλειδί από το διαμέρισμά του, όπως και ο Αλάα του δικού του διαμερίσματος, ο Άριελ μπαίνει σ΄αυτό όλο και πιο συχνά, κοιμάται στο κρεβάτι του, πίνει το κρασί του, διαβάζει το σημειωματάριό του και τελικά σχεδιάζει να αλλάξει κλειδαριά. Χωρίς ενσυναίσθηση και με μια ανακλαστική παρόρμηση αποδέχεται στην πράξη την άποψη ότι κάθε χώρος που εγκαταλείπεται από Παλαιστίνιους μπορεί να καταληφθεί ελεύθερα. Μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος, πολλοί Ισραηλινοί αναρωτιούνται πώς και πότε θα μπορούσαν να καταλάβουν τα άδεια σπίτια. Η ισραηλινή κυβέρνηση, αφού κηρύσσει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ορίζει μια αυθαίρετη προθεσμία, έως τις τρεις το ξημέρωμα, μέχρι την οποία οι Παλαιστίνιοι πρέπει να εμφανιστούν για να δηλώσουν την υπηκοότητά τους, διαφορετικά θα χάσουν το δικαίωμα να ανήκουν στη χώρα και η περιουσία τους θα κατασχεθεί. Ο Άριελ, στο διαμέρισμα του Αλάα, κάποιες στιγμές ακούει θορύβους σαν ο χώρος να στοιχειώνεται ή ο πραγματικός ιδιοκτήτης μπορεί να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή για να ανακτήσει τον χώρο του. Το δικαίωμα της επιστροφής αντηχεί ξανά.
Χωρίς να πέφτει στο λάθος του άμεσα καταγγελτικού λόγου, η συγγραφέας εντάσσει στην αφήγηση ενδεικτικά κάποιες από τις φρικαλεότητες που έχουν υποστεί οι Παλαιστίνιοι, όπως αυτή που εμφανίζεται ως ανάμνηση ενός ηλικιωμένου, πρώην Ισραηλινού στρατιώτη, όταν είχε εμπλακεί στον βιασμό μιας γυναίκας και ενός άνδρα Παλαιστινίων. Ο Νταγιάν έβλεπε μέχρι πρότινος στον δρόμο τη συγκεκριμένη γυναίκα, αλλά τώρα που κι αυτή έχει εξαφανιστεί παραδόξως δυσανασχετεί καθώς δεν μπορεί να της ζητήσει συγγνώμη. Αν στη πραγματική ζωή οι Παλαιστίνιοι εξαφανίζονταν, δεν θα υπήρχε τρόπος για τους Ισραηλινούς να εξιλεωθούν για τις βίαιες πράξεις τους.
Στο μυθιστόρημα που μοιάζει με ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία μαζί, προβάλλεται από τη μια, μέσα από τις απόψεις διαφόρων χαρακτήρων, ένα έθνος που συστηματικά επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις και τις πολιτικές του και, από την άλλη, ο παλαιστινιακός λαός που διώκεται, βασανίζεται και δολοφονείται, με ορατό τον κίνδυνο μαζί να σβηστούν η κουλτούρα και ο πολιτισμός του, η μνήμη και οι αναμνήσεις. “Περπατώ στην πόλη, αλλά η πόλη δεν με αναγνωρίζει”, λέει η γιαγιά στον εγγονό της για την “απογύμνωση” της ταυτότητας της Γιάφας. Γι΄ αυτό και το σημειωματάριο του Αλάα έχει βαρύνουσα σημασία: “Γράφω για να θυμάμαι, να τα θυμίζω όλα αυτά στον εαυτό μου, διαρκώς, ώστε οι αναμνήσεις σου να μη σβηστούν ποτέ απ΄το μυαλό μου. Η μνήμη είναι η τελευταία σανίδα σωτηρίας”. Μόνο η αφήγηση του Αλάα είναι άμεση, σε πρώτο πρόσωπο, αντίθετα με τους άλλους ήρωες που εμφανίζονται από την οπτική του τρίτου προσώπου – οι τίτλοι των κεφαλαίων βοηθούν τον αναγνώστη ποιανού την οπτική λαμβάνει.
Το “Βιβλίο της εξαφάνισης” δείχνει με νόημα πώς ένας τόπος ζωντανεύει πραγματικά μέσα από την πολλαπλότητα των εμπειριών τόσο διαφορετικών πολιτών. Η γιαγιά του Αλάα έβλεπε τη Γιάφα με διαφορετικό τρόπο απ΄ότι ο εγγονός της και βέβαια ο Άριελ. Κάθε απώλεια δεν αφορά μόνο μια φυσική απουσία, αλλά σημαίνει ότι ένα ουσιαστικό μέρος της ταυτότητας του τόπου έχει χαθεί και χάνεται συνεχώς. Αν και το βιβλίο περιγράφει ένα φανταστικό περιστατικό, η μυθοπλασία δεν απέχει τόσο πολύ από την πραγματικότητα από την αρχή της Νάκμπα που θυμάται η γιαγιά του Αλάα μέχρι και σήμερα.
Παρά την αναπόφευκτη πολιτική που ενυπάρχει σε ένα τέτοιο βιβλίο, η συγγραφέας του καταφέρνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να απεικονίζει ανθρώπους με περίπλοκες σχέσεις ή να αναφέρει φοβερά γεγονότα με απλή, σχεδόν ανάλαφρη γραφή. Κάτω από μια φαινομενικά ήρεμη επιφάνεια, υπάρχουν βαθιά νερά, οργισμένα ρεύματα, σκοτεινά μέρη. Η ουσιαστική ικανότητα να δείχνει και όχι να διηγείται είναι από τα δυνατά σημεία της Άζεμ, η οποία διαθέτει κι ένα ευρύ μορφωτικό υπόβαθρο στα πανεπιστήμια της Ιερουσαλήμ (Ισλαμικές και Μεσανατολικές Σπουδές), του Φράιμπουργκ και της Νέας Υόρκης (Γερμανική Λογοτεχνία και Κοινωνική Εργασία αντίστοιχα).
Ibtisam Azem, Το βιβλίο της εξαφάνισης, μτφρ. Πέρσα Κουμούτση, Gutenberg
![]()
























