Π, όπως Ποίηση (Για τον Γιώργο Βέη, της Έφης Κατσουρού)

0
253
Spread the love

της Έφης Κατσουρού

 

            Συχνά, όταν μιλώ για τα βιβλία του Γιώργου Βέη, μου αρέσει να ξεκινώ από το εξώφυλλο, καθώς η ποίησή του είναι ο ιδανικός τόπος για να γίνει η ανάγνωση αντιληπτή ως ολιστική εμπειρία και η γραφή ως παραχώρηση. Αυτό, πέρα από μία προσωπική εμμονή στην αναγνώριση του εξωφύλλου ως κατωφλιακού χώρου του βιβλίου, αποτελεί μία επιταγή του ίδιου του ποιητή, ο οποίος ανέκαθεν δίνει δεσπόζουσα σημασία στην επιλογή των εξωφύλλων του. Στην παρούσα, συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, σε αντίθεση με τα εξώφυλλα των περισσοτέρων συλλογών του, τα οποία βρίσκονται σε μία κατάσταση χρωματικής έκστασης, το, γήινο χρωματικά, ζωγραφικό έργο της Κλάρας Πεκ Βεη (με τίτλο «Γκέισα») μετατρέπεται σε κόσμημα εξωφύλλου δίνοντας χώρο στον τίτλο «Ποίηματα» να αναπνεύσει μέσα στη λιτότητα του υπόλευκου φόντου. Τώρα πια, οι φωνές και τα ποιήματα έχουν καταλαγιάσει, τα χρώματα έχουν λερωθεί από τη χοϊκότητα του χρόνου και οι δεκαπέντε ποιητικές συλλογές (το σύνολο του μέχρι στιγμής εκδοθέντος έργου του ποιητή) συγκατοικούν πίσω από αυτή τη λιγομίλητη θύρα.

Από τα νεανικά Φόρμες και άλλα ποιήματα (1974) και Κι άλλη ποίηση (1976), τα οποία συμμετέχουν στην παρούσα έκδοση με επιλογή ποιημάτων, μέχρι την Παράφραση της νύχτας (1989) και από τη Γεωγραφία κινδύνων (1994), όπου κάπως σχηματικά μπορεί να ορίσει την είσοδο στη δεύτερη φάση της ποίησής του, έως τον Καταυλισμό (2023), η γραφή του Βέη μπορεί να ιδωθεί ως ένα χρονικό συνεχές του οράν με μικρές μετατοπίσεις του κέντρου εστίασης, ανάλογα με την εποχή που διανύει ο ποιητής. Το γεγονός, ότι στην παρούσα έκδοση μπορεί ο αναγνώστης να βρει το σύνολο σχεδόν των ποιημάτων του, βοηθά στην καλύτερη εποπτεία του έργου του και στην θεώρησή του ως ενιαίο σώμα. Γεννημένος το 1955, αλλά έχοντας εκδώσει την πρώτη ποιητική του συλλογή το 1974, ο Γιώργος Βέης, οριακά τοποθετείται εντός της γενιάς του 70, να κινείται, ως Βενιαμίν της στο μεταίχμιο αυτής, ακροβατώντας μεταξύ ρομαντισμού και κυνισμού, φυσικού και αστικού τοπίου, παραδοσιακής (ανανεωμένης, πάντοτε, ωστόσο) φόρμας και ελεύθερου στίχου, ανατολής και δύσης, επιστροφής και αναχώρησης, μνήμης και βιώματος και να διατηρεί πάντοτε την μυστική αισιοδοξία του παιδιού που προσπαθεί να παρασύρει τον καιρό. Ρέποντας εγγενώς προς τον πρώτο, κάθε φορά, από αυτούς τους πόλους, χρησιμοποιεί τον δεύτερο για να ορίσει το εδώ και τώρα της γραφής, να χαράξει το χωροχρονικό πλαίσιο και να ανασυντάξει ένα λόγο λυρικό προσαρμοσμένο στο κοινωνικό συγκείμενο της μετανεωτερικής εποχής, όπως ο ίδιος, ποιητικά και συναισθηματικά, το βιώνει.

Πυρηνικό μέλος της γενιάς του, στις πρώτες του συλλογές, οδηγούμενος και από την ορμή της ηλικίας αλλά και από την περιρέουσα ατμόσφαιρα ασκεί με το στίχο του δριμεία και ανεπιτήδευτη κοινωνική κριτική. Αποσύρεται και εφορμά με πάθος ασίγαστο για όλα που είναι ποίηση, γράφοντας με τις αισθήσεις του πάντα σε ένταση. Πιο ερωτικός παρά ποτέ, στην πρώτη φάση της γραφής του, συναιρεί τον έρωτα, την επανάσταση και την ποίηση σε ένα τρίγωνο που αποτελεί την γενεσιουργό δύναμη ενός κόσμου που μικραίνει. Στις ρώγες των μαστών σου ακροβατώ., γράφει στο ομώνυμο ποίημα από το Κι άλλη ποίηση, Χαϊδεύοντας τα μαλλιά σου / μικραίνει ο κόσμος και μπλέκεται ανάμεσά τους. / Σκαλώνουν τα σπίτια κι οι δρόμοι στα δάχτυλά μου /  τα λεωφορεία κι οι χαφιέδες στα δάχτυλά μου /  και σε ματώνουν. / Μικραίνει ο κόσμος και πνίγεται στο σάλιο μας. / Μικραίνει ο κόσμος, πάει να μας χωρίσει, / αντιστέκονται τα δόντια μας, υποχωρεί… […].  Η ορμητικότητα της ηλικίας σε απόλυτο συντονισμό με τα κοινωνικά οράματα που υποδαυλίζουν τους πόθους και τον ρυθμό των μεγάλων μητροπόλεων, συνθέτουν μία ποίηση ζωντανή και παλλόμενη, που μοιάζει ακόμη και σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, να ακτινογραφεί τη νεότητα. Όσο η γραφή του προχωρά, τα ίδια αιτήματα πλέον, χωρίς να χάνουν τη δυναμική τους, αλλάζουν εκφορά, μεταποιούνται από κραυγές σε ψιθύρους και γίνεται σαφές ότι ο μόνος κόσμος που δεν μικραίνει για τον ποιητή αλλά αενάως μεγαλώνει είναι το τοπίο, ό,τι μπορεί ο ίδιος να διανύσει με το βλέμμα και την αφή του και μέσα του να κατοικήσει, οτιδήποτε καταλαμβάνει χώρο και περιθάλπει την ψυχή, το σώμα και τη διάνοιά του.

Από τη Γεωγραφία κινδύνων και έπειτα, συντελείται μία μικρή μετατόπιση και η ποίηση του πια, κατασταλάζει στην καμπυλότητα του φυσικού τοπίου απομακρυνόμενη σταδιακά από τις οξείες γωνίες της αστικής έκφρασης. Οι πρεσβείες του και η επαφή του με τους πολιτισμούς και τη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής επηρεάζουν βαθιά τον στοχασμό και την (εν)όρασή του, οξύνοντας την έμφυτη στωικότητα της γραφής του, όλο και περισσότερο απαλείφει και συναιρεί αποδίδοντας καθαρά και αδιάτρητα τα τοπία, τους ήχους, τις αισθήσεις. Το σώμα πια αναβαθμίζεται σε απτή εικόνα της φύσης. Είναι το χειροπιαστό τοπίο που στην εφήμερη φύση του επαληθεύει τον κόσμο: Θα μπορούσε να ήταν η θρυλική αυταπάτη της άνοιξης /  αλλά είναι τα έξοχα μαλλιά σου /  που δεν κυλάνε απόψε τουλάχιστον μάταια στην πλάτη μου /  -θα μπορούσε συνεπώς να πιστέψω αμέσως /  στην εκδοχή του μη-χρόνου, ό,τι ακριβότερο δηλαδή /  μου υποσχέθηκαν οι συγκεκριμένοι άγγελοι / της παιδικής μου ηλικίας που αργότερα ξαστόχησαν / και χάθηκαν κάποια στιγμή στο πρωινό φως των ιδεών- […] [«Κόκκινο βελούδο απ’  το Τόκιο», Χρυσαλλίδα στον πάγο], γράφει σφραγίζοντας τον μετεωρισμό του ανάμεσα στην φθορά και την αφθαρσία της ύπαρξης, τη σωματικότητα και την νόηση. Η τομή, ή πιο σωστά η μετάβαση που οριοθετείται από την Γεωγραφία κινδύνων, γιατί το όριο είναι ελαστικό και καμία ιδέα ρήξης με την προγενέστερη γραφή παρατηρείται,  επισφραγίζεται και από την μορφολογία των ποιημάτων. Ο Βέης χωρίς να εγκαταλείπει τον ελεύθερο στίχο, όλο και πιο συχνά δοκιμάζεται στις πιο αυστηρές, κλασσικές φόρμες, όπως είναι το σονέτο, το οποίο όμως προσεγγίζει με διάθεση «παιγνιώδη» και απόλυτα ανανεωτική, καθώς μοιάζει να σπάει τους στίχους και να πλάθει τη γλώσσα υπακούοντας μεν στον κανόνα της φόρμας αλλά και αναιρώντας τον ταυτόχρονα. Το ποίημα για εκείνον είναι μια ετερότροπη έκφραση του σώματος, αρθρώνεται, πλάθεται, σπάει· όμοια συμβαίνει και με τις λέξεις, που συχνά σπάνε σε στίχους, στοιχίζονται σε συλλαβές, ανατρέποντας την αισθητική της συνήθειας, όπως πρέπει να κάνει η ποίηση. Κρύφτηκαν πάλι / οι λιμπελούλες / ο σκίουρος / η πετροπέρδικα /το χρυσό σκαθάρι / κι εκείνη η άνοιξη που μού υποσχέθηκες. // Έχασα το κοτσύφι το στόμα σου. / Τώρα μόνο / φυλ / λω / σιά. [«Πρόθυρα δάσους» / Ν, όπως Νοσταλγία]

Ο Βέης, όπως κομίζεται από την συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, είναι ένας ποιητής που πραγματικά ασπάζεται το δόγμα του Βαλερύ, ότι η ποίηση έχει, ή οφείλει να έχει, με την πρόζα, τη σχέση που διατηρεί ο χορός με το βάδισμα και τις υπόλοιπες καθημερινές κινήσεις, ανατρέπει τη συνήθεια και για αυτό συντηρείται στο χρόνο. Σε αντίθεση με το λόγο των συνδιαλλαγών, που μόλις ο σκοπός του επιτελεστεί, χάνεται, η ανατροπή που ιδρύει ο στίχος, η νέα ενότητα ήχου, νοήματος και στοχασμού που επιτυγχάνεται διεκδικεί την διάρκεια. Η ενότητα αυτή από την πρώτη συλλογή μέχρι και τον πρόσφατο Καταυλισμό διαρκώς σμιλεύεται από τον Βέη, εκφράζεται στοχαστικά στα ποιήματα ποιητικής που συνδράμουν κάθε συλλογή του, και οργανικά σε κάθε γραφή του, όπου, παρά την πολυετή, σήμερα, εμπειρία και την αδιάκοπη τριβή του με τη γλώσσα, μοιάζει κάθε φορά να την ανακαλύπτει από την αρχή, όπως ο εραστής που ανακαλύπτει κάθε φορά από την αρχή το σώμα της μοναδικής ερωμένης του.

(Γιώργος Βέης, Ποιήματα 1974-2023, ύψιλον/βιβλία, 2025)     

Προηγούμενο άρθροΌταν εξαφανίστηκαν όλοι οι Παλαιστίνιοι από το κράτος του Ισραήλ (της Δήμητρας Ρουμπούλα)
Επόμενο άρθροΗ ποίηση στα κενά της μουσικής (γράφει ο Παναγιώτης Χριστοδούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ