Ελαφρά ελληνικά τραγούδια (του Κώστα Λογαρά)

0
342

 

 του Κώστα Λογαρά

 

 

«Κοιταγμένα σήμερα  τα πρόσωπα στις φωτογραφίες που δημοσίευαν οι εφημερίδες της εποχής, θυμίζουν τα πορτρέτα μιας πολυάνθρωπης οικογένειας. Αμέσως ανιχνεύεις αμέτρητα κοινά χαρακτηριστικά σε αυτούς τους εντελώς άσχετους μεταξύ τους ανθρώπους σαν εκείνα που κληροδοτούν από τη μια γενιά στην άλλη άντρες και γυναίκες μιας οικογένειας στους απογόνους τους [..]. Μια άλλου είδους ομοιότητα τους κάνει να μοιάζουν τόσο: ίσως η σφραγίδα των καιρών επάνω τους, το γενικό ήθος της εποχής, τα γεγονότα της κοινής τους καθημερινότητας, ίσως […], ίσως, […] ίσως […] »

Στη  σ. 120 τού βιβλίου (περίπου στο 1/3 του όγκου του ) , τοποθετεί ο συγγραφέας ενσωματωμένο στον αφηγηματικό ιστό, το απόσπασμα που μόλις σάς διάβασα. Ο αναγνώστης πιστοποιεί εδώ τη δομή κυρίως, και κατ’ επέκταση την ουσία, τον πυρήνα και την ατμόσφαιρα των Ελαφρών Ελληνικών Τραγουδιών.  Πάνω ακριβώς που αρχίζει να διερωτάται ποια άραγε είναι η εξέλιξη των ηρώων; Πού θα φτάσουν;  Το ίδιο αυτό απόσπασμα επιλέγει ο συγγραφέας να παραθέσει στο οπισθόφυλλο τού βιβλίου ως γενική περίληψη  ή μάλλον ως το σκεπτικό  που συνέχει τις 320 σελίδες του. Απ’ αυτό λοιπόν το διευκρινιστικό χωρίο που σας διάβασα, πρέπει να ξεκινήσει κανείς την ανάγνωση υποψιασμένος για το περιεχόμενο του μυθιστορήματος.

Τι είναι επομένως τα Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια;

Ένα παράδοξα υπαινικτικό μυθιστόρημα, πλάνα και φωτογραφικές λήψεις προσώπων και καταστάσεων, μία πολύχρωμη σύνθεση cheap art με υλικά τής πεζής καθημερινότητας. Κομμάτια ενός ‘πάτσγουωρκ’ που ο συγγραφέας έχει αποτυπώσει επάνω του την εικόνα της Ελλάδας. Πίσω από τα πρόσωπα και τη δράση τους,  πίσω από τις αφηγούμενες καταστάσεις και τα ιστορικά γεγονότα ξετυλίγεται ένας κόσμος αναγνωρίσιμος, μια χώρα, η ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’50.

Μικρά κομμάτια-κείμενα μιας αφηγηματικής αλυσίδας είναι τα Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια.  Κάποια πρόσωπα που επανεμφανίζονται.  Και πάντα γνωστές, βιωμένες καταστάσεις από όλους εμάς που γεννηθήκαμε στις αρχές του  ’50, λίγο πριν, λίγο μετά.  Κάτι σαν ημερολόγιο ενός ανθρώπου ο οποίος παρακολουθεί και καταγράφει το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει (: συγγενικό, κοινωνικό, πολιτικό κλπ).  Αλλά, που καταφέρνει και να αναγάγει τους αφηγηματικούς του ήρωες σε γενικευμένες περσόνες και χαρακτήρες καθολικούς, ενώ τις καταστάσεις πετυχαίνει να τις παρουσιάζει αντιπροσωπευτικές ενός ολόκληρου λαού  και να τις καθιστά έτσι αναγνωρίσιμες. Αυτή είναι η επιτυχία της γραφής του Αλέξη Πανσέληνου.

Μέσα στις σελίδες παρελαύνουν δεξιοί, τυχοδιώκτες, δοσίλογοι, μικροδιάβολοι.  Η ελληνική κοινωνία αρχίζει να σχηματίζεται χωρίς να έχει υπάρξει πολιτική εξομάλυνση και ισορροπία ή απόδοση δικαιοσύνης ύστερα από έναν εμφύλιο πόλεμο. Το πάνω χέρι το έχουν οι νικητές  ( σελ. 19  : «Και το 49 … κρεβάτι του»).

Μια τοιχογραφία, απεικόνιση, καταγραφή καταστάσεων για τις οποίες δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός ή διευκρινίσεις. Είναι γνωστές σε όλους.  Γι’ αυτό έχει τη δυνατότητα ο συγγραφέας να σαρκάσει, να ειρωνευτεί, να κλείσει το μάτι του στον αναγνώστη. (Νομίζω πως είναι η πρώτη φορά που ο Αλέξης Πανσέληνος παίζει με τόσο παιγνιώδη διάθεση με τον αναγνώστη του, σχεδόν ευφορική).

Και καθώς προχωρά η αφήγηση, αναδύονται θαρρείς μέσα από φωτογραφίες εποχής,  από τα ποικίλα πλάνα μιας χαλαρής πλοκής τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα.  Ό,τι  ήταν θολό ή αδιευκρίνιστο – σαν μέσα από μια απροσδιόριστη μάζα – τώρα αρχίζει να αναδύεται, να  ξεχωρίζουν οι περσόνες που διαδραματίζουν ρόλο στην εξέλιξη του μύθου (αλλά -φευ!-  και στην ιστορία της χώρας, στην πορεία του τόπου): ο Ρώτας, ο Ελευθερόπουλος, ο καλομαθημένος βολεψάκιας θείος Μιχάλης. Οικογένειες και τύποι της αστικής κοινωνίας, συμπεριφορές του πολιτικού κόσμου – των νικητών του εμφυλίου.  Αλλά και οι άνθρωποι λαϊκής καταγωγής και μπαγαμπόντηδες του υπόκοσμου, μια σύνθεση της κοινωνίας που σχηματίζεται μετεμφυλιακά. Ακόμα και το μουρντάρεμα απ’ το αφεντικό, η ερωτική παρενόχληση, με όρους  της δεκαετίας του  ’50,  ( σ. 58 « Έγειρε πίσω …για αυτό»)

Με όργανο τη γλώσσα , τη χρήση της και τη δημιουργία ενός ύφους (που κάποια κλειδιά του θα προσπαθήσω να σας δώσω παρακάτω)  καταφέρνει να δώσει τη διαστρωμάτωση της ελληνικής κοινωνίας, να εστιάσει στη λυσσαλέα επιδίωξη προσωπικών  συμφερόντων με τα πιο ανήθικα μέσα και με όχημα – ή πρόσχημα –  την κομματική ένταξη ή την υποκριτική από πολλούς υιοθέτηση της ιδεολογίας των νικητών.

Ήδη ο τίτλος κάθε ενότητας είναι ελκυστικός: προκαλεί την περιέργεια στον αναγνώστη , γι’ αυτό και συμβάλλει στην εξέλιξη, θα λέγαμε, της αφήγησης.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να επισημάνουμε ότι υπάρχει μια ηρωίδα στην αφήγηση, η Λίλιμπεθ,  που  στο πρόσωπό της αντανακλάται η (λάμψη να πω; η αθωότητα;)  μιας εποχής  που έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Όχι, δεν αναπολεί , δεν νοσταλγεί την εποχή  ο συγγραφέας, ούτε τα κοινωνικά της δεδομένα ή τα ηθικά αξιακά της συστήματα. Δεν ωραιοποιείται τίποτε. Είναι η αθώα ματιά μιας ηλικίας, η ανεπίγνωστη των μικρών ηρώων που στη συγκεκριμένη ηλικία συμβαίνει να πέφτει διαβολικά αθώα πάνω στα πράγματα και να τους δίνει λάμψη. Δεν είναι η ίδια η εποχή, είναι η πρώτη αίσθηση του Κόσμου. Κι αυτό συμβαίνει πάντοτε, όσο γεννιούνται νέοι άνθρωποι, σε κάθε εποχή, όσο οδυνηροί κι αν είναι οι καιροί που ζούνε.

Εύλογα θα αναρωτιέστε: τι συνδέει  όλα  αυτά τα μυθιστορηματικά πρόσωπα με το σήμερα;  Η απάντηση είναι απλή.  Μπορείς να τα  παρακολουθείς από τη δέουσα απόσταση και ως εκ του τούτου να  γελάς εκ του ασφαλούς. Αλλά να γελάς και πικρά. Ναι μεν τα γεγονότα  διαδραματίζονται στη δεκαετία του  ’50 και στη μετεμφυλιακή Ελλάδα αλλά πολλές καταστάσεις είναι γνώριμες στην Ελλάδα του σήμερα. ( Γι’ αυτό και στην αρχή της εισήγησης μίλησα και για υπαινικτικό μυθιστόρημα).  Ως εκ τούτου, ο συγγραφέας γυρίζει αναγκαστικά τον αναγνώστη στις απαρχές της  σημερινής έκπτωσης. Οι εικόνες , οι περιγραφές, τα γεγονότα  λειτουργούν  σαν ένας καθρέφτης μέσα από τον οποίο διακρίνονται υπόγειες διαδρομές, ρεύματα αφανή που επενεργούν και τώρα.

Ο λόγος του Πανσέληνου είναι πνευματώδης, η γραφή του είναι έξυπνη: σε οδηγεί από άγνωστους δρόμους κάθε φορά, στο κέντρο του θέματός του.  Σε κάνει γύρους, σε πάει από άλλα δρομάκια (σαν τον οδηγό ταξί που ξέρει μυστικά στενά και παράδρομους), για να μην καταλάβεις πώς  κι από πού σε φτάνει στο θεματικό του κέντρο – κι ωστόσο έχοντάς σου δείξει ένα σωρό εικόνες και τόπους που οι ταξιδιωτικοί οδηγοί δεν αναγράφουν – σε  φτάνει , λέω,  στο μεδούλι, στην κύρια πληροφορία.   Ώστε, όταν τη δεις ξαφνικά μπροστά σου, να μοιάζει με αποκάλυψη.  Κι  όσα σού έχει δείξει πριν και θαρρούσες ότι ήταν άσχετα, ίσα ίσα έχουν συμβάλει στην πλήρη κατανόηση του θέματός του .

(Παρατηρείται έντονα  αυτή η τεχνική, πχ στο κεφ. 14 και 15. Την ίδια τεχνική ακολουθεί  και η  εξαιρετική απόδοση της σχέσης του μπακάλη- καταδότη με τη χήρα τού θύματός του, στο κεφ.  17 , σελ. 187 . Ο τρόπος αφήγησης συμβάλλει καθοριστικά ώστε να πετύχει ο συγγραφέας μια απ’ τις πιο εύστοχες λογοτεχνικές του ανατροπές .

Τέλος, στα δύο τελευταία κεφάλαια του μυθιστορήματος, ο συγγραφέας κλείνει τη  χαρτογράφηση της Ελλάδας καταγράφοντας δύο χαρακτηριστικές αντιφάσεις της διχασμένης χώρας,  που αρχίζουν να γίνονται ορατές και σηματοδοτούν, θα έλεγε κανείς, την μελλοντική της πορεία:  Πρώτον, τα καλλιστεία  του  ’52 με τη λάμψη μιας ανέμελης Ελλάδας σε αντιπαράθεση με τα κόκκαλα ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους στον Εμφύλιο και παραμένουν άταφοι ακόμα και αδικαίωτοι.

Και δεύτερον, την άφιξη του Ιταλικού θεάτρου μαριονέτας στην Ελλάδα που δηλώνει (ίσως συμβολικά;) τον ρόλο της χώρας και τον προσανατολισμό της, τελικά,  προς την Ευρώπη· κι απ’ την άλλη, μια μυστηριώδη δολοφονία 60 υπόδικων για συνεργασία με τους Γερμανούς στην περίοδο της Κατοχής — είχαν καταδώσει μέλη της Αντίστασης στους Τσολιάδες.    Το τέλος του μυθιστορήματος ακούγεται σαν σκοτεινό μυστήριο, σαν παράταση του διχασμού, ένας απειλητικός οιωνός.

*

Σ’ αυτό το σημείο  θέλω να επισημάνω μερικούς χαρακτηριστικούς τρόπους με τους οποίους ο Αλέξης Πανσέληνος χτίζει το προσωπικό του ύφος  στο τελευταίο του αυτό μυθιστόρημα.  Νομίζω ότι η επισήμανση της αφηγηματικής τεχνικής ενός συγγραφέα βοηθά τον αναγνώστη  στην   προσέγγιση τής  ουσίας του κειμένου αλλά και την απόλαυσή του.

1 Έχω  θίξει ήδη κάποια στοιχεία της τεχνικής όπως λχ τον τρόπο  με τον οποίο οδηγεί ο αφηγητής τον αναγνώστη από παράδρομους και μυστικά στενά στο θεματικό του κέντρο.  Ένας  συγγενής προς τον ανωτέρω τρόπο είναι η ‘ξώφαλτση’ αφήγηση του κύριου επεισοδίου.  Την εντοπίζουμε στο κεφάλαιο «Οι υπηρέτριες έχουν έξοδο»  (σελ. 147). Αναφέρεται στη γνωστή κυριακάτικη έξοδο τριών υπηρετριών με έναν τρόπο (πλάγιο, ξώφαλτσο)  που του επιτρέπει να ξεφύγει από την επανάληψη στοιχείων γνωστών στον αναγνώστη και χιλιοειπωμένων γύρω από το κοινότοπο αυτό θέμα.

2  Η  χρήση τολμηρής γλώσσας.  :  «Εκεί τα πρώτα σκιρτήματα αυτοσυνείδησης άπειρων μπομπιραίων και κοριτσουλιών».  Δημιουργεί μια αμφισημία στη λέξη άπειρων [ πολυάριθμων / αλλά και χωρίς εμπειρίες] και το β συνθετικό τής όχι και τόσο αθώας γενικής : [κορη-τσουλιών (σ. 25)  .

~Επίσης, η αληθοφάνεια των γεγονότων και η αναπαράσταση της εποχής στηρίζεται σε μικρές, ασήμαντες και ξεχασμένες πια λεπτομέρειες που ξαφνιάζουν ευχάριστα (πχ: «Το σύρμα τού ακουστικού , μια μαύρη κοτσίδα, έχει στρίψει τόσες φορές από τη χρήση, που το ένα μέτρο μήκος του έχει κοντύνει στους τριάντα πόντους» σ. 183)

~Κι ακόμα, ποικίλλουν τη γλώσσα του αντιθέσεις δυνατές και έμμεσες, που λειτουργούν όμως υποδόρια : λχ,  ένας ενδοκειμενικός ήρωας παρακολουθεί  το σαλόνι ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στη Σταδίου και λέει στην παρέα του :  «Είναι εκεί ο Γιάκοβλεφ και φαίνεται σε καλά κέφια  βοηθώντας και η πρωινή βότκα-λεμόνι που κερνά τους επιφανείς θαμώνες του, μαζί με το χαβιάρι. […]». Κι αμέσως ο τριτοπρόσωπος αφηγητής δημιουργεί το κοντράστ:  «Στο πεζοδρόμιο της Σταδίου, σε πάνινο διπλωτό σκαμνί, κάθεται ένας τυφλός βιολιστής, με πρόσωπο σημαδεμένο από τις κακοεπουλωμένες πληγές, με ένα τενεκεδάκι από μαγειρικό λίπος ΕΛΜΑ μπρος του για να ρίχνουν οι περαστικοί την ελεημοσύνη τους]  ( σελ. 40).

~ Ο Αλέξης Πανσέληνος ξέρει να δίνει πληροφορίες πού και πού, σαν μικρές πινελιές  (  πχ «Ρίχνει ένα ασυνήθιστα ποθεινό βλέμμα στην Ελένη που έρχεται να του ανοίξει ξανά την πόρτα – αυτή η όξινη μυρωδιά του ιδρώτα τον ερεθίζει ακατανίκητα, καθώς ξυπνά αναμνήσεις από τις παλιές του επιδρομές στις νεαρές αγροτοπούλες που θέριζαν κάποτε τα στάχυα στο κτήμα της οικογένειας στον θεσσαλικό κάμπο

~ Πώς λέγεστε, καλή μου;

~ Ελένη, κύριε »  (σ. 162)

3  Το ύφος του γίνεται εξαιρετικά ποιητικό, λυρικό σε όλα εκείνα τα σημεία που ο μικρός ήρωας απευθύνεται στην αδελφή του. Κι είναι κάμποσα (σ.σ  25, 106, 163-167)

4  Όμως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο ύφους είναι αναμφισβήτητα η σαρκαστική διάθεση. Διατρέχει τον κορμό της αφήγησης και αποτρέπει από του να εξελιχθεί το μυθιστόρημα είτε  σε ηθογραφία εποχής είτε οι ήρωές τους σε χαρακτήρες-καρικατούρα.

Η διάθεση διακωμώδησης παρέχει τη δυνατότητα στον συγγραφέα να χρησιμοποιεί με άνεση κλίμακες του φαιδρού:  από την ειρωνεία στο σκώμμα, από την αστειότητα των καταστάσεων ως τη  γελοιοποίησή τους, παρασέρνοντας τον αναγνώστη του σ’ αυτό το παιχνίδι κριτικής στην εποχή και στις τραγικές της καταστάσεις, τις οποίες έτσι υποσκάπτει με ευστοχία και λεπτότητα:  πχ,  «Ο κύριος Μόσχοβικ, εκτός από τα κτήματα στη Θεσσαλία, εισπράττει νοίκια από τα καταστήματά του στην Αθήνα και αγοράζει λίρες τις οποίες καταχωνιάζει σε μυστικά μέρη, ενώ δανείζει με επιτόκιο (και τοκίζει γερά) όσους δεν μπορούν να δανειστούν από την τράπεζα. Όχι, ο κ. Μόσχοβικ κομμουνιστής δεν είναι. Τελεία και παύλα» (σ. 158).  Ενίοτε, αρκεί μόνο μια καταληκτική φράση – όπως εδώ, η έκφραση «τελεία και παύλα» – ώστε ο σαρκασμός να καταλήγει να γίνεται δηλητηριώδης.

Ποτέ όμως δεν βαραίνει η αφήγηση. Υπακούει πάντα στο πνεύμα των ελαφρών τραγουδιών. Η  γραφή διατηρεί την ελαφράδα, τη χάρη και τη σκαμπρόζικη διάθεση που ταιριάζει σε Ελαφρά Ελληνικά Τραγούδια. Και,  δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα ευφορική ανακουφίζει  το βάρος της μετεμφυλιακής εποχής και των γεγονότων της δεκαετίας του  ’50.

 

 

info: Αλέξη Πανσέληνου, «Ελαφρά Ελληνικά τραγούδια», μυθιστόρημα, Μεταίχμιο, <2017>, σ.322 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here