Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ Παράξενη νίκη ή μια νέα υπόσχεση της Άκρας Δεξιάς; (του Στέφανου Δημητρίου)

Παράξενη νίκη ή μια νέα υπόσχεση της Άκρας Δεξιάς; (του Στέφανου Δημητρίου)

0
18

του Στέφανου Δημητρίου

I

Το βιβλίο των Μικαέλ Φεσέλ και Ετιέν Ολιόν είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και συγκροτημένη εξέταση του πώς επανακάμπτει νικηφόρα και απειλητική η Άκρα Δεξιά.  Μετά και τη νίκη της AFD στη Σαξωνία – Άνχαλντ, το συγκεκριμένο βιβλίο συνιστά και επίκαιρη παρέμβαση ως προς την κρισιμότητα που έχει η σχέση της Άκρας Δεξιάς με την ίδια την πολιτική. Η θέση βεβαίως των συγγραφέων είναι ήδη δηλωμένη στον τίτλο του βιβλίου: η Άκρα Δεξιά συγκροτείται και προχωρεί εναντιούμενη στην ίδια την πολιτική. Το ζήτημα, σε αυτήν την περίπτωση, είναι το τι σημαίνει αυτό, εφόσον μια τέτοια θέση προϋποθέτει την παραδοχή ότι η Άκρα Δεξιά δεν είναι, ή δεν έχει, πολιτική, οπότε συγκροτεί την ταυτότητα και τη στρατηγική της ενάντια σε αυτήν. Εάν,  λοιπόν, δεχθούμε  μια τέτοια  προϋπόθεση, τότε η θέση των  συγγραφέων ότι η Άκρα Δεξιά είναι ενάντια  στην πολιτική, συνεπάγεται ότι η επιτυχία της εξηγείται  μέσω αυτής της εναντίωσης, άρα και ότι οι ευρωπαϊκές κοινωνίες  προτιμούν την Άκρα Δεξιά,  επειδή αποστρέφονται την πολιτική. Από την άλλη, όντως μεγάλες κοινωνικές μερίδες έχουν μετατρέψει την απογοήτευσή τους από την πολιτική σε αποστροφή. Οι δύο συγγραφείς επισημαίνουν ότι η γαλλική πολιτεία δεν είναι μία πολιτεία όλων. Δεν κάν η πολιτεία των πολλών, εφόσον αφήνει εκτός σημαντικές μερίδες των πολιτών. Ωστόσο,  οι «εντός» αποτελούν ισχυρή πλειονότητα. Και είναι η πλειονότητα των φοβισμένων πολιτών, των φοβισμένων ανθρώπων. Η διόγκωση του μεταναστευτικού ρεύματος, οι διαρκώς εντεινόμενες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, η κλιμακούμενη κοινωνική βία, αποδιοργανώνουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες – εν προκειμένω τη γαλλική – και την ανασυστήνουν ως αμυνόμενη κοινωνία. Το μεταναστευτικό ζήτημα παύει πλέον να αποτελεί κορωνίδα των  εξαγγελιών του λεπενικού «Εθνικού Μετώπου». Όπως τονίζουν οι δύο συγγραφείς « Ακόμα και όταν η Άκρα Δεξιά επιμένει να κάνει θόρυβο, αυτός δεν ακούγεται πλέον: σκεπάζεται από τον θόρυβο που κάνουν όλο και πιο ασύστολα ορισμένοι ανταγωνιστές της από ‘το συνταγματικό τόξο’. Αν οι προτάσεις του Εθνικού Συναγερμού μοιάζουν λιγότερο εστιασμένες στη μετανάστευση, δεν είναι επειδή το κόμμα δεν μιλά πια γι’ αυτό το ζήτημα, ούτε επειδή έχει μετριάσει τις σχετικές θέσεις του. Οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι είναι τόσοι οι άλλοι που παπαγαλίζουν τις εμμονές του σε αυτό το θέμα ώστε οι τελευταίες έχουν καταντήσει τετριμμένες, σε  σημείο που να περνούν απαρατήρητες. Ο θόρυβος που γίνεται γύρω από τους θανάσιμους κινδύνους της μετανάστευσης δεν σκανδαλίζει πια όπως την εποχή που εκπορευόταν από την Άκρα Δεξιά. Παραλύει γιατί έχει γίνει ο λευκός θόρυβος της γαλλικής πολιτικής σκηνής εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια» (σ. 35).

Όντως, κατά την περίοδο της αποδυνάμωσης των πολιτικών ταυτοτήτων, παρά το γεγονός ότι η διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς διατηρεί τη συμβολική της αξία, η δυναμική της έχει αλλάξει. Είναι μεταβαλλόμενη δυναμική, διότι το νόημα αυτής της διάκρισης αποσαφηνίζεται ή συσκοτίζεται ανάλογα με τις μεγάλες αλλαγές και τις, συχνά,  δραστικές τους συνέπειες. Μεγάλες δοκιμασίες, όπως η συγκλονιστική κλιματική αλλαγή, ή η πρόσφατη πανδημία, που δεν υπενθύμισε απλώς, αλλά επανέφερε στο προσκήνιο, όλους τους αρχαϊκούς, λησμονημένους κινδύνους. Αυτοί όρθωσαν, έναντι του καταναλωτικού παροξυσμού και του διαδικτυακού ναρκισσισμού, τη διακινδύνευση της ζωής και τη δυναστική κυριαρχία που ασκεί ο φόβος του θανάτου. Όλα αυτά έπληξαν με παρόμοιο, αλλά και, ταυτοχρόνως, διαφορετικό τρόπο, διαφορετικές περιοχές του πλανήτη. Αυτό ισχύει και για τις ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης, οι οποίες  βρέθηκαν αιφνιδιασμένες ενώπιον του κυριολεκτικά κρίσιμου ερωτήματος περί το τι σημαίνει ανάπτυξη. Αυτές οι αλλαγές θέτουν σε σκληρή δοκιμασία τις γνωστές, μέχρι τώρα, ιδεολογικές-πολιτικές και αξιακές ταυτότητες. Το παραπάνω απόσπασμα από το βιβλίο των δύο συγγραφέων είναι χαρακτηριστικό. Είναι συχνά κοινό γνώρισμα του τρόπου με τον οποίον αντιδρούν στην αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου, που απετέλεσε και τη δικλίδα για την εξασφάλιση της κοινωνικής συνοχής, κομματικοί φορείς τόσο της Αριστεράς όσο και τμημάτων της Δεξιάς, όταν συμπίπτουν στο να αρνούνται κάθε αλλαγή, τη στιγμή που φαίνεται ότι όντως τέτοιες αλλαγές θα είναι σε βάρος των κοινωνικώς και οικονομικώς ασθενεστέρων, όπως φαίνεται και ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να αποφευχθούν – εάν δεν είναι όντως αναπόφευκτες – στο  πεδίο των εθνικών κρατών, σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Έτσι οι πολίτες νιώθουν ότι όλα είναι αποφασισμένα –  και σχεδόν τετελεσμένα – για λογαριασμό  τους, σαν να μην υπάρχουν οι ίδιοι.

Τα παραπάνω, σε συνδυασμό με τις συνέπειες των κοινωνικών ανισοτήτων, εντείνουν το αίσθημα ανασφάλειας, το οποίο, ιδίως μετά την πανδημία, αποκτά και υπαρξιακή διάσταση, η οποία αφορά τον πυρήνα  της αυτοσυντήρησης. Πρόκειται για ανασφάλεια οικονομική, ως προς την όποια ευημερία, αλλά και ανασφάλεια εθνικής συνοχής, δηλαδή αισθήματος απειλής από ξένους, η συμβίωση με τους οποίους συνιστά καθημερινή δοκιμασία. Σε αυτό το πεδίο, το αίτημα για κοινωνική συμπερίληψη, επειδή, λόγων των κοινωνικών ανισοτήτων, μετατρέπεται περισσότερο σε επιθυμία ή σύνθημα, παρά σε πραγματική δυνατότητα, επιδρά και στην περιορισμένη ανοχή έναντι των μεταναστών. Οι δυσκολίες που παρεμποδίζουν τη συνύπαρξη, σε συνδυασμό με την υπαρκτή εγκληματικότητα, προσδίδουν στο μεταναστευτικό ζήτημα τερατώδεις διαστάσεις. Όταν, πάλι, η αντίδραση απέναντι στη δημοκοπική καπηλεία και εκμετάλλευση του μεταναστευτικού ζητήματος, εκδηλώνεται ως υποβάθμιση της κρισιμότητά τους και υποτίμησης πραγματικών κινδύνων, τότε αυτό εξισώνεται με την υποτίμηση της βαρύτητας που χαρακτηρίζει το βαθύ αίσθημα ανασφάλειας των πολιτών. Εκεί παίζει και κερδίζει η Άκρα Δεξιά: μετατρέπει την αλληλεγγύη σε αφέλεια, ή ακόμη και συνειδητή αδιαφορία για τον εύλογο φόβο των άλλων. Ταυτίζει την κοινωνική συνοχή με την εθνική συνοχή, όχι ενός έθνους, που με την πολιτική σημασία του, θα μπορούσε να διευρύνει την πολιτική ιδιότητα, ώστε να περιλαμβάνει και άλλους, αλλά με τη συνοχή ενός περίκλειστου, φοβικού έθνους, ενώ, παράλληλα, υπερθεματίζει σε ό, τι αφορά τους κινδύνους που απορρέουν από την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, τις οποίες πολλές φορές υποτίμησαν μεγάλα τμήματα της Αριστερά, όταν έχαναν το μέτρο για μια ισορροπημένη στάθμιση της σπουδαιότητας ανάμεσα στα διακυβεύματα που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα και τα ατομικά δικαιώματα που αφορούν τις έμφυλες διακρίσεις  και τα ζητήματα των προσωπικών ταυτοτικών προδιορισμών. Η Άκρα  Δεξιά δεν χρειάστηκε να αρθρώσει συνεκτικό λόγο για αυτά. Ήταν αρκετή η εκκωφαντική καταγγελία, η επίκληση των κινδύνων και η περαιτέρω διέγερση των φοβικών αισθημάτων.

II

Όλα αυτά κατέστησαν δυνατά και με τη συστηματική διαστρέβλωση των θέσεων και των αιτημάτων της Αριστεράς, τα οποία η ίδια η Αριστερά δεν επέτυχε να υπερασπιστεί επαρκώς, συχνά περιδινούμενη στον κυκεώνα εσωτερικών αντιφάσεων, άγονων αντιπαραθέσεων, και ακατάληπτης θεωρητικής, ιδεολογικής φλυαρίας, αλλά και μιας απωθητικής αυταρέσκειας, συχνά άξεστης που θυμίζει περισσότερο του «Είμαστε οι καλύτεροι του χωριού». Δηλαδή, μεγάλο μέρος της Αριστεράς,  χαμένο μέσα σε ό,τι είναι αδιάφορο και ακατανόητο για τους περισσότερους ανθρώπους, που πολύ συχνά τους υποτίμησε, κοιτώντας τους αφ’ υψηλού λόγω της συμπλεγματικής εμμονής στην ιδέα  μιας αυτονόητης ιδεολογικής ανωτερότητας, απεκόπη από τις ανάγκες των ανθρώπων. Έτσι άφησε ελεύθερο το πεδίο στην Άκρα  Δεξιά  που ξέρει να μιλά απλά,  αλλά  απλουστεύοντας απλοϊκά μέσω της διέγερσης έντονων συναισθημάτων αρχίζοντας από τη δικαιολογημένη αγανάκτηση, για να αχθεί στον θυμό, με σκοπό το μίσος. Υπ’ αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Άκρα Δεξιά, υποκαθιστώντας την απλότητα με την απλουστευτικότητα, απλουστεύει όλα τα ζητήματα διά της μεταφοράς τους σε ένα πεδίο, όχι επεξεργασίας, αλλά απευθείας αντιμετώπισης με την επίκληση των πιθανών – ή και εντελώς υποθετικών – συνεπειών τους και της χρήσης δραστικών μέσων (π.χ. μετανάστευση=ξενηλασία, αποκλεισμός ή παραβατικότητα=ακραία καταστολή). Σε αυτό το πλαίσιο, η διαρκής επίκληση ενός κινδύνου, ο οποίος απειλεί τους έμφοβους – όχι άδικα, σε πολλές περιπτώσεις – πολίτες, περιορίζει όλον τον προβληματισμό σε ένα-δύο συνθήματα και κάθε συζήτηση σε εξαγγελίες ριζικών λύσεων. Όλα αυτά μαζί, όπως δείχνουν οι δύο συγγραφείς, μπορούν να αποκληθούν, προκειμένου να εξασφαλίσουν την αποτροπή κάθε κριτικού ελέγχου και αντιλόγου, «κοινή λογική». Η τελευταία είναι μάλλον και ο ισχυρότερος κοινός τόπος της Άκρας Δεξιάς: « Η προφανέστερη στρατηγική είναι αυτής της καταφυγής στην κοινή λογική, την οποία οι ακροδεξιοί επικαλούνται ως επιχείρημα πολύ συχνότερα απ’ ό, τι τον ‘ορθολογισμό’ […]. Αν ,όπως το έθεσε ο Καρτέσιος, η κοινή λογική είναι το καλύτερο μοιρασμένο πράγμα στον κόσμο,  σε  τέτοιον βαθμό ώστε όλοι να πιστεύουν πως έχουν περισσότερη απ’ τους άλλους, σίγουρα πάντως η χρήση της στην επιχειρηματολογία είναι συχνότερη στην Άκρα Δεξιά. Στη Γαλλία, ένα πολιτικό κίνημα που γεννήθηκε στον νόμο για τον ‘γάμο για όλους’ επέλεξε, άκρως υπαινικτικά, να ονομαστεί ‘Κοινός Νους’. Δηλώνει κληρονόμος της παράδοσης, της κλασικής οικογένειας, και γενικότερα της ‘κοινής λογικής’ σε θέματα ηθών. Τέτοια είναι επίσης η περίπτωση του Ματέο Σαλβίνι, ηγέτη του ιταλικού κόμματος La lega, αντιπροέδρου της κυβέρνησης της Τζόρτζια Μελόνι και φίλου της Μαρί Λε Πεν και του Ζορντάν Μπαρντελά. Στην εκστρατεία για τις βουλευτικές εκλογές του 2022, οι αφίσες του καλούσαν τους ψηφοφόρους να κάνουν την επιλογή της ‘κοινής λογικής’ (scegli il beuensenso). Δεν ήταν τυχαία αυτή η επίκληση: επρόκειτο για απαραίτητη επιλογή για όποιον ήθελε να καταπολεμήσει αποτελεσματικά τη μετανάστευση, τη θεωρία του φύλου ή την ανασφάλεια. Και εδώ, απέχουμε πολύ από το πεδίο των ιδεών ή των θεωριών που βασίζονται σε επιχειρήματα τα οποία κινδυνεύουν να φανούν αφηρημένα. Το ακριβώς αντίθετο: ο Σαλβίνι υιοθετούσε έναν κατηγορηματικό τόνο που απέτρεψε  εσκεμμένα κάθε συζήτηση. Εν ονόματι, ακριβώς, του αυτονόητου. Βαθύτατα ανενεργή, μια τέτοιου τύπου σκέψη δεν έχει ανάγκη να είναι συστηματική, και παρακάμπτει τη σχολαστική εργασία της τεκμηρίωσης» (σς. 122-123).

Ορθώς επισημαίνουν οι δύο συγγραφείς ότι η Άκρα Δεξιά δεν έχει ανάγκη να προβάλλει μια συγκεκριμένη πολιτική θεωρία. Όχι όμως και ότι δεν έχει. Διαφορετικά θα μένει ανεξήγητη η θεωρητική στοιχείωση της ακροδεξιάς «Νέας Δεξιάς» του Αλαίν ντε Μπενουά, που και αυτή όμως δεν έχει στέρεα συνοχή, ώστε να μπορεί κάθε φορά να διαμορφώνει  το περιεχόμενό της ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της συγκυρίας και τα κυρίαρχα σε αυτήν συμφραζόμενα. Αυτό μάς επιβάλλει, ιδίως σε σχέση  με το ανωτέρω απόσπασμα, να διαχωρίσουμε τους βαθμούς συντηρητισμού που υπάρχουν σε κάθε κοινωνία από την Άκρα Δεξιά. Ο συντηρητισμός δεν είναι κατ’ ανάγκην προθάλαμος της Άκρας Δεξιάς, αλλά συχνά είναι αντίδραση σε υπερβολές, όπως, επίσης, πολύ συχνά έχει λειτουργήσει ως  εφαλτήριο για τη μετάβαση σε αυτήν. Από την άλλη, όπως ξέρουμε, κόμματα του φιλελεύθερου συντηρητισμού στήριξαν μεταπολεμικά το κοινωνικό κράτος και την πολιτική κοινωνικής πρόνοιας, που διασφάλιζε την κοινωνική συνοχή.  Ο συντηρητισμός δεν είναι μονοσήμαντος  και μονοδιάστατος. Η Άκρα Δεξιά, λοιπόν, έχει πολιτική. Ο υπότιτλος του βιβλίου παράγει μεγαλύτερο εκφραστικό αποτέλεσμα από αυτό που απαιτείται, ώστε να τονιστεί η κρισιμότητα των κινδύνων και της αναγκαίας αντιμετώπισης της Άκρας Δεξιάς. Νομίζω ότι η πολιτική της Άκρας Δεξιάς είναι η πολιτική της μεγάλης υπόσχεσης. Η Άκρα Δεξιά υπόσχεται διάσωση ενός  απειλούμενου παρελθόντος  σε μια επισφαλή συγκυρία, ώστε το μέλλον να μοιάζει  περισσότερο ασφαλές,  δηλαδή να μην είναι απειλούμενο από τους «εχθρούς». Γι’ αυτό και η Άκρα Δεξιά έχει εχθρούς και όχι αντιπάλους,  όπως συμβαίνει στη δυτική, φιλελεύθερη δημοκρατία,  την αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Και οι «εχθροί», που, κατά την Άκρα Δεξιά, είναι δίπλα μας και ζουν μαζί μας, θα πρέπει να φύγουν. Και επειδή δεν θα φύγουν από μόνοι τους, θα πρέπει να  τους διώξουμε. Να πάνε εκεί από όπου ήλθαν. Θα πρέπει να μάθουμε να σκεφτόμαστε  έτσι για τους «εχθρούς», μέσα από τις αντίστοιχες και κατάλληλες λέξεις. Το έδειξε με μεγάλη σαφήνεια και ο Αντώνης Λιάκος στο εξαιρετικό άρθρο του «Remigration: η επικίνδυνη λέξη»  (https://www.news247.gr › remigration-i-epikindini-lexi, 15/9/2026).

Η σχέση «φίλου-εχθρού», που τόσο πρόθυμα εγκολπώθηκε και ως αναλυτικό εργαλείο και ως προσάναμμα αναθεμάτων και ένα μεγάλο μέρος μιας  «αντισυστημικής» και  ριζοσπαστικής Αριστεράς, αποτέλεσε και το σημείο συνάντησης των δύο ρευμάτων ως προς το αντιδυτικό πνεύμα που οδηγεί στην ριζική απαξίωση και άρνηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας, άρα  και της προοπτικής να εξελιχθεί σε πολιτική δημοκρατία με κοινωνική δικαιοσύνη ως συνθήκη διαρκούς δημοκρατικού μετασχηματισμού των κοινωνιών. Άλλωστε και η Άκρα Δεξιά και η Νέα Δεξιά του Αλαίν ντε Μπενουά, είναι και συστήνονται ως ριζοσπαστική άρνηση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τον περιορισμό και την εν τοις πράγμασι κατάργησή της της υπόσχονται. Η μεγάλη υπόσχεση με την οποία απευθύνεται η Άκρα Δεξιά, εκμεταλλευόμενη το αίσθημα του θυμού, υπόσχεται το πέρας, το εκδικητικό τέλος, του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αυτός ο πολιτισμός, όμως, ανέδειξε τις αρχές οι οποίες συνέχουν το αξιακό και ηθικοπολιτικό σύστημα της δημοκρατίας, δηλαδή της δυτικής, της φιλελεύθερης,  αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η οποία  συνιστά και το πεδίο για το εγχείρημα  που αποσκοπεί σε κάθε σοσιαλιστικής κατεύθυνσης μετασχηματισμό,  όχι ως καθίδρυση άλλου πολιτεύματος,  αλλά ως περαιτέρω αξιακού αναβαθμού της  πολιτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, ώστε αυτή να εξελίσσεται και σε κοινωνική δημοκρατία. Σε αυτό το σημείο, διαφοροποιούμαι και από την προσέγγιση των  Μισέλ Φεσέλ και  Ετιέν Ολιόν. Πιστεύω δηλαδή ότι αξιακό  σύστημα του δυτικού, ευρωπαϊκού πολιτισμού και των ελληνορωμαϊκων και αναγεννησιακών του καταβολών, όπως και η ζείδωρη παράδοση του Διαφωτισμού, ανέδειξαν τον πάντοτε  αναγκαίο και διεκδικούμενο ανθρωπισμό,  που μας δίνει  και το κριτήριο για να αποδοκιμάζουμε την απανθρωπία που ενδημεί σε κάθε ρατσισμό, στην κοινωνική αδικία, τη βία και το μίσος που απειλούν την ισότιμη συνύπαρξη. Η διασφάλιση της  τελευταίας, σε συνθήκες ίσης  και κοινωνικής συμπερίληψης, δεν είναι παρά διεύρυνση  και στερέωση του δημοκρατικού, φιλελεύθερου πλουραλισμού υπό το φως της προοπτικής του σοσιαλιστικού ιδεώδους ως διαρκούς  κοινωνικοποίησης της δημοκρατίας, αλλά και διαφύλαξης των φιλελεύθερων δικαιοκρατικών αρχών της. Είναι δηλαδή η επαπολιτικοποίηση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που πιστεύω ότι παραμένει επίκαιρη, αλλά ως ζητούμενο πλέον, και  που θα πρέπει και πάλι να θέσει και να αναδείξει το κοινωνικό ζήτημα ως άξονα της πολιτικής της, συνδέοντάς το με την υπεράσπιση των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, στο πνεύμα και το αξιακό  περιεχόμενο του πολιτικού φιλελευθερισμού. Η ίδια η Αριστερά, καθώς και η ιδέα του σοσιαλισμού, είναι δημιουργήματα του δυτικού πολιτισμού, του Διαφωτισμού και των αιτημάτων του. Είναι αξιακά επιτεύγματα  αυτού του πολιτισμού. Αυτά τα αξιακά επιτεύγματα σήμερα είναι κρίσιμα διακυβεύματα. Το πλέον κρίσιμο διακύβευμα είναι η σχέση δημοκρατίας και ανισοτήτων, δηλαδή η υπονόμευση της συζυγίας ελευθερίας και ισότητας, όπως αυτή εκδηλώνεται και μέσα από την κρίση της πολιτικής αντιπροσώπευσης. Αυτό ήταν πάντοτε το αξιακό βάθρο της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Το βιβλίο των Μισέλ Φεσέλ και  Ετιέν Ολιόν  θέτει με σαφήνεια τα προβλήματα  και διατυπώνει συνεκτικό επιχείρημα. Η πάρα πολύ καλή μετάφραση το κάνει ευανάγνωστο και αναδεικνύει το ενδιαφέρον της προσέγγισης και των αναλύσεων των δύο συγγραφέων. Κυρίως, όμως, αποτελεί πολύτιμη συμβολή στον προβληματισμό περί τα όσα συμβαίνουν, καθώς και στον σχετικό διάλογο. Στο πεδίο αυτού του διαλόγου, η διαφορά μου με τη θέση των δύο συγγραφέων έγκειται στο ότι πιστεύω πως δεν έχουμε μόνο στροφή των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς την Άκρα Δεξιά, για να μην αναφέρουμε  τα αυταρχικά καθεστώτα σε άλλες χώρες. Αυτή η στροφή – όντως υπαρκτή  και απειλητική – νομίζω ότι είναι σημείο ενός βαθύτερου μετασχηματισμού, που συντελείται στο εσωτερικό των ευρωπαϊκων χωρών. Ο δημοκρατικός μετασχηματισμός τους ακυρώνεται και συντελείται ένας μετασχηματισμός που εξαλλάσσει όλα τα συστατικά γνωρίσματα που συνθέτουν την αξιακή και ηθικοπολιτική υφή της δημοκρατίας, της δυτικής, αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που είναι και η μόνη που μας επιτρέπει να συνυπάρχουμε και διαφωνώντας. Πρόκειται για τα στοιχεία που συγκροτούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό της «Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη». Αυτό το αξιακό επίτευγμα φαίνεται πια παλιό και παρατημένο, ιδίως τώρα που ξεθωριάζει η μνήμη του φασισμού και του ναζισμού, όπως και η γνωστή δήλωση του Γκαίμπελς ότι «με το Γ’ Ράιχ πεθαίνει ο Διαφωτισμός και η Γαλλική Επανάσταση». Πεθαίνουν και με την αντιδυτική εξαλλοσύνη.

Η υπόσχεση της Άκρας Δεξιάς αίρει τη συνθήκη της ισότιμης συνύπαρξης που εγγυάται ο δημοκρατικός και φιλελεύθερος πλουραλισμός, δηλαδή τη δυνατότητα να διαλεγόμαστε, άρα και να προτάσσουμε το επιχείρημα έναντι του φανατισμού. Όμως, ο φανατισμός και ο φόβος είναι η κινητήρια ισχύς που ωθεί στην εκπλήρωση αυτής της υπόσχεσης που διακηρύττει η Άκρα Δεξιά. Τι υπόσχονται, από την άλλη μεριά, οι δυνάμεις της  δημοκρατίας, της κοινωνικής χειραφέτησης και των δικαιωμάτων, που να πείθει τη μεγάλη μερίδα των πολιτών της Ευρώπης; Το μίσος για τους άλλους φαίνεται ακόμη πιο δραστικό και κάθε διάλογος φαίνεται  περιττός μπροστά στην καταγγελτική δεσποτεία και χειραγώγηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, που κυρίως δικτυώνουν τον φανατισμό και εξαπλώνουν το μίσος για την άλλη γνώμη και τον άλλον άνθρωπο. Η δυνατότητά μας να διαλεγόμαστε, να συγκροτούμαστε ως πολίτες, μέσω της αμφισβήτησης των απόψεων και των επιχειρημάτων που απαιτούνται για να δικαιολογούν τις πεποιθήσεις  μας, είναι αυτό που μας υποσχέθηκε η  δημοκρατία και αυτό που κατέστη δημοκρατικό κεκτημένο. Τα ίδια τα κείμενα της ελληνικής και της λατινικής γραμματείας είναι εν πολλοίς στηριγμένα στη συνθήκη «λόγος και αντίλογος».  Είναι το μεγάλο εργαστήριο της κριτικής σκέψης. Εκεί αναδείχθηκε πρώτη φορά η συστηματική χρήση του επιχειρήματος. Χωρίς αυτή τη συνθήκη, άρα και χωρίς τον πλούτο αυτής της γραμματείας, το μέγεθος και η ένταση της βίας θα επιβάλλουν και θα αναιρούν πεποιθήσεις και στάσεις ζωής. Αλλά και το δημοκρατικό κεκτημένο, ακόμη και ως επίδικο ζήτημα πλέον, συνιστά στάση ζωής. Η υπεράσπιση αυτού του κεκτημένου, που εγγυάται τη σχέση διαφορετικότητας και ισοτιμίας των ανθρώπων και το οποίο, από κεκτημένο, φαίνεται να είναι ανυπεράσπιστο διακύβευμα, είναι όρος, ώστε να μην πραγματωθεί η μεγάλη υπόσχεση της Άκρας Δεξιάς. Είναι επίσης και η  μόνη, αποτελεσματική προϋπόθεση για να ακυρώνουμε εν τοις πράγμασι την υπόσχεσή της. Η υπεράσπιση του αξιακού συστήματος του δυτικού πολιτισμού, καθώς και η συνεχής κριτική στις ιστορικές εκδηλώσεις της Δύσης, που ακύρωσαν συχνά αυτόν τον πολιτισμό,  μαζί με τον πλοηγό της κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι η συνθήκη για μια άλλη υπόσχεση: ότι δηλαδή  θέλουμε να εξακολουθούμε να συνυπάρχουμε ως ανόμοιοι πολίτες και άνθρωποι, σε συνθήκες ισότιμης συνύπαρξης, με ίσα δικαιώματα και ίσες υποχρεώσεις. Η υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας θα πρέπει να είναι και η δική μας υπόσχεση. Αυτή είναι και η αφετηρία για έναν βαθύτερο δημοκρατικό, ηθικοπολιτικό μετασχηματισμό. Αυτή θα μπορούσε να είναι μια άλλη υπόσχεση, παρά τις ευλόγως δυσοίωνες προβλέψεις. Δεν υπάρχει όμως ιστορία χωρίς διακινδυνεύσεις.

 

(*) Ο Στέφανος Δημητρίου είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου.

 

Michael Foessel, Etienne Olion, Η Άκρα  Δεξιά ενάντια στην πολιτική. Μια παράξενη νίκη. Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2026.

 

 

Προηγούμενο άρθροΔασκαλόπουλος, Λαϊνά, Κοντός – τρεις απουσίες (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ